Κάθε άνθρωπος είναι τόσο μικρός όσο ο φόβος που αισθάνεται και τόσο μεγάλος όσο ο εχθρός που επιλέγει
Είμαι παιδί των καφέ … Ό, τι ξέρω το οφείλω σε αυτά. Κυρίως την τέχνη της αφήγησης. Την έμαθα ακούγοντας, στα τραπέζια των μπαρ, αυτούς τους θαυμάσιους προφορικούς αφηγητές των οποίων τα ονόματα αγνοώ, που έλεγαν θαυμαστά ψέματα, και τα έλεγαν με τόσο ωραίο τρόπο που, όσα έλεγαν, συνέβαιναν ξανά, κάθε φορά που τα αφηγούνταν. Είμαι παιδί αυτών των καφέ και αυτού του Μοντεβιδέο όπου υπήρχε χρόνος για να χάνεις χρόνο.

Είναι σαν κάποιος να έχει μέσα στην ψυχή θραύσματα από γυαλί που τον πληγώνουν. Όλοι έχουμε κάποιο σπασμένο γυαλί στην ψυχή μας, που πληγώνει και τη ματώνει, έστω και μικρό. Έτσι, γράφοντας, νιώθω ότι βγάζω λίγα απ αυτά τα γυαλάκια έξω από μένα. Τα βάζω σ ένα χαρτί και πια δεν μου κάνουν κακό. Δεν μου κάνουν τη ζωή ανυπόφορη, αλλά την πολλαπλασιάζουν, επειδή μου επιτρέπουν να συνεννοούμαι καλύτερα με τους άλλους. Γιατί ο καθένας έχει τα γυαλάκια του που τον πονάνε [χαμογελά λίγο]. Πιστεύω πως η λογοτεχνία είναι επικοινωνία ή δεν είναι τίποτα. Δεν γράφω για μένα, γράφω για να επικοινωνήσω με άλλους, για να φτάσω στους άλλους που θα γίνουν φίλοι μου, ακόμα κι αν δεν τους γνωρίζω ακόμα.

Στο νοσοκομείο Ναλαμάντα, στη Νότια Ινδία, ένας αυτόχειρας επανέρχεται στη ζωή. Γύρω από το κρεβάτι του, χαμογελούν εκείνοι που του έσωσαν τη ζωή.
Ο αναστημένος τους κοιτάζει και λέει:  «Τι περιμένετε; Να σας ευχαριστήσω; Χρωστούσα εκατό χιλιάδες ρουπίες, και τώρα θα χρωστάω και τέσσερις μέρες νοσοκομείου. Μεγάλη χάρη μου κάνατε, ηλίθιοι.
Για τους καμικάζι αυτοκτονίας ξέρουμε πολλά πράγματα. Ο τύπος μιλάει καθημερινά για τους τρομοκράτες. Όμως δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους αγρότες που αυτοκτονούν. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι Ινδοί αγρότες αυτοκτονούν από τα τέλη του 20ου αιώνα μέχρι τα πρώτα χρόνια του 21ου, με ρυθμό χίλιοι το μήνα. Πολλοί αγρότες καταπίνουν τα εντομοκτόνα που αδυνατούν να πληρώσουν. Η αγορά τους υποχρεώνει να δανείζονται, τα απλήρωτα χρέη τους υποχρεώνουν να πεθάνουν. Κάθε φορά ξοδεύουν περισσότερα και κάθε φορά κερδίζουν λιγότερα. Αγοράζουν σε εξωφρενικές τιμές και πουλάνε σε εξευτελιστικές τιμές. Είναι όμηροι των ξένων χημικών βιομηχανιών, των εισαγόμενων σπόρων, των μεταλλαγμένων: η Ινδία, που παρήγε για να φάει, τώρα παράγει για να τη φάνε.