Δευτέρα

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ: Παθογένειες, οι «ιδιαίτεροι» τουρίστες της νέας εποχής και οι τρόποι ανάκαμψης

*Του Παναγιώτη Σπυρόπουλου 
  
Ο ελληνικός τουρισμός αποτελεί τις τελευταίες δεκαετίες σημείο αναφοράς τόσο στον πολιτικό (δημόσιο) κι ενίοτε στον ιδιωτικό βίο και λόγο της χώρας. Λέγεται, κι όχι αδίκως, ότι είναι η «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας, συνεισφέροντας στο ΑΕΠ περίπου 16% κι επίσης το ίδιο ποσοστό στην απασχόληση (απασχολούνται άμεσα και έμμεσα περίπου 746.000 Έλληνες). Από την άλλη, χαρακτηρίζεται κι ως ένας «κοιμώμενος» ή «ακρωτηριασμένος» γίγαντας, εφόσον υπάρχουν φωνές που επισημαίνουν ότι έχει εισέλθει σε φάση ύφεσης, προσφέροντας υπηρεσίες μέτριας έως χαμηλής ποιότητας σε υψηλές τιμές, η ζήτηση και τα έσοδα αρχίζουν εδώ και χρόνια και να μειώνονται, με πολλούς προορισμούς να βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας από τους tour operators



Σκόπιμο, λοιπόν θα ήταν να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα παθογόνα προβλήματα του τουριστικού κλάδου, επιδιώκοντας μια ανάλυση του κύκλου ζωής του ελληνικού τουριστικού προϊόντος με τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν και είναι άρρηκτα δεμένες με αυτόν τον κύκλο.
Ο κύκλος ζωής, λοιπόν, του ελληνικού τουριστικού προϊόντος μπορεί να διακριθεί σε 4 περιόδους1:
•    την περίοδο του βιοτεχνικού τουρισμού (1950-1966).
•    την περίοδο του περάσματος στο βιομηχανικό τουρισμό (1967-1991)
•    την περίοδο της πολιτικής αναζήτησης για έξοδο από την κρίση (1991-2004).
•    την περίοδο της ύφεσης (2005 - σήμερα)


Βιοτεχνικός Τουρισμός
Κατά την πρώτη αυτή φάση, η Ελλάδα προσπαθεί να αναπτυχθεί τουριστικά και να επιτύχει να ανταπεξέλθει στο αυξανόμενο τουριστικό ρεύμα που δημιουργείται, δημιουργώντας γενικές υποδομές (λιμάνια, οδικά δίκτυα, αεροδρόμια κλπ), τουριστικές υποδομές (ξενοδοχειακή αλυσίδα «Ξενία», τουριστικά περίπτερα, καζίνο, χιονοδρομικά κέντρα κλπ) και σε γενικές γραμμές το κράτος αναλαμβάνει τον κεντρικό χρηματοδότη και επενδυτή στα πρώτα αυτά βήματα με την ιδιωτική πρωτοβουλία να αρνείται να επενδύσει σε μη τουριστικές ζώνες.
Επιπλέον, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από περιορισμένο αριθμό αλλοδαπών τουριστών (περίπου ένα εκατομμύριο) ο οποίος είναι μη οργανωμένος, ο εγχώριος τουρισμός είναι σχεδόν ανύπαρκτος, ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχει εξειδικευμένο τουριστικό εργατικό δυναμικό.

Το πέρασμα στο Βιομηχανικό Τουρισμό
Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ο έντονος ρόλος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, επενδύει σε περιοχές που έχουν τουριστικό ενδιαφέρον, λόγο ανάπτυξης των υποδομών και δημιουργία ζήτησης στο εξωτερικό για αυτές, όπως η Κέρκυρα, η Κρήτη, η Ρόδος, κλπ και μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων στοχεύει στη δημιουργία μεγάλων παραλιακών ξενοδοχειακών μονάδων, ενώ η ανάπτυξη μιας πλειάδας καταλυμάτων μικρότερων κατηγοριών συνθέτουν το τοπίο του ηλιοτροπικού τουρισμού των 3S’s (sea, sand, sun – ήλιος, άμμος, θάλασσα), το οποίο ολοκληρώνεται με τον κεντρικό ρόλο των tour operators, ως βασικής μονοψωνιακής δύναμης του διεθνούς τουρισμού και της Ελλάδας ειδικότερα. Η τουριστική, πλέον, βιομηχανία χρησιμοποιεί τα εργαλεία του μάρκετινγκ και του μάνατζμεντ, δημιουργείται τουριστική εκπαίδευση και διαμορφώνονται τουριστικά προϊόντα, όπως το διαδεδομένο «τουριστικό πακέτο».

Παρά τις νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούσαν την περιβαλλοντική αλλά και την πολιτιστική κληρονομιά, τόσο η φθορά και όσο ο κορεσμός ορισμένων περιοχών – προορισμών, αρχίζει να γίνεται εμφανής, αφού η άναρχη δόμηση (οργασμός οικοδόμησης αυθαιρέτων τουριστικών καταλυμάτων και καταπατήσεις), ο ελλιπής έλεγχος, η επικράτηση μεγάλων και μικρότερων οικονομικών συμφερόντων που αφορούσε αδειοδοτήσεις και κι εκμεταλλεύσεις αιγιαλών και άλλων νομικά προστατευόμενων περιοχών, καθώς η ανάδυση νέων τουριστικών προορισμών, ανταγωνιστικούς προς την Ελλάδα, έδωσαν τα πρώτα δείγματα της επερχόμενης κρίσης!

Η πολιτική αναζήτηση για έξοδο από την κρίση
Οι τριγμοί που φάνηκαν να διαφαίνονται στον ορίζοντα για το ελληνικό τουριστικό προϊόν άρχισαν να επιβεβαιώνονται και πολλοί θεωρούνται οι παράγοντες που οδήγησαν, ναι μεν στο απόγειο στις αρχές τις δεκαετίας του ’00 τον ελληνικό τουρισμό, αλλά και στην κρίση αυτού. Κάποιοι από αυτούς θα μπορούσαν να είναι:
•    η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού σε τουριστικές περιοχές και εγκατάλειψη άλλων τομέων τις οικονομίας ίσης σπουδαιότητας
•    η άκαμπτη τουριστική πολιτική, που επέμενε στην ανάπτυξη του συμβατικού μοντέλου τουρισμού, τόσο σε εθνικό αλλά και τοπικό επίπεδο
•    η μη ανανέωση του τουριστικού προϊόντος με επιπλέον δραστηριότητες
•    η μη αξιοποίηση πολιτιστικού, φυσικού πλούτου (ή απαξίωση του πολλές φορές)
•    η αλλαγή των τουριστικών (καταναλωτικών) προτύπων – αναπτύσσεται ο τουρισμός ειδικού ενδιαφέροντος
•    ο αυξημένος ανταγωνισμός από άλλους αναδυόμενους προορισμούς, οι οποίοι προσέφεραν το ίδιο προϊόν σε ίδιες ή χαμηλότερες τιμές, εμπλουτισμένο με ποικιλία δραστηριοτήτων
•    η είσοδος στο ευρώ, η οποία δημιούργησε έντονες πληθωριστικές πιέσεις, απώλεσε το εργαλείο της νομισματικής πολιτικής, συνέτεινε στην αύξηση των εξαγωγών και μείωσε τη δημιουργία κέρδους (έστω και κερδοσκοπικού) από την αλλαγή της ισοτιμίας του εισερχόμενου συναλλάγματος
•    η δυσκαμψία συνεννόησης των φορέων και των οργανισμών κλπ

Η φάση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει εφαλτήριο για τον τουρισμό, με κύριο πρωταγωνιστή τις τοπικές κοινωνίες. Εντούτοις, η τουριστική πολιτική είχε, θα μπορούσαμε να πούμε, μια εμμονή χρηματοδότησης των ιδιωτικών πρωτοβουλιών, μεμονωμένα και χωρίς ιδιαίτερη ευρύτερη τοπική ανάπτυξη, ενώ ήταν μια ευκαιρία να δώσει κίνητρο σε συλλογικές προσπάθειες, αναγεννώντας την τοπική κουλτούρα, προβάλλοντας την τοπικότητα και την ιδιωτική πρωτοβουλία μέσα από το σύνολο.

Για πιο λόγο, όμως,  θα έπρεπε να προωθηθεί η συλλογική δράση, η τοπικότητα και η ιδιωτική πρωτοβουλία να ενισχυθεί μέσα από αυτές; Η απάντηση βρίσκεται στη μεταβολή των τουριστικής ζήτησης, δηλαδή των προτιμήσεων του τουρίστα, αυτήν την περίοδο, με ταυτόχρονη ανάπτυξη των αντίστοιχων μορφών τουρισμού που τον αντιπροσωπεύουν (Πίνακας 1) και νέων οικονομικών αντιλήψεων διεθνώς, όπως η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη.

Πίνακας 1. Είδη Εναλλακτικών και Ειδικών Μορφών Τουρισμού1
·         Κοινωνικός τουρισμός
·         Αγροτουρισμός
·         Γαστρονομικός τουρισμός
·         Τουρισμός υπαίθρου
·         Τουρισμός τρίτης ηλικίας
·         Αθλητικός τουρισμός
·         Περιηγητικός τουρισμός
·         Θαλάσσιος τουρισμός
·         Οικοτουρισμός
·         Τουρισμός υγείας
·         Ιαματικός τουρισμός
·         Τουρισμός ευεξίας
·         Πολιτιστικός τουρισμός
·         Εκπαιδευτικός τουρισμός
·         Θρησκευτικός τουρισμός
·         Επαγγελματικός τουρισμός
·         Συνεδριακός τουρισμός
·         Εκθεσιακός τουρισμός
·         Τουρισμός κινήτρων
·         Ορεινός τουρισμός
·         Χειμερινός τουρισμός
·         Γυμνιστικός τουρισμός
·         Χρονομεριστική μίσθωση
·         Τουρισμός περιπέτειας
·         Τουρισμός σε οργανωμένα χωριά ειδικού τύπου (τουριστικά χωριά clubs)
·         Αστικός τουρισμός
·         Τουρισμός σε θεματικά πάρκα και θεματικά μουσεία
·         Αγροτουρισμός
·         Κοινωνικός τουρισμός


Οι νέες αυτές τάσεις, διαμόρφωσαν τουρίστες – καταναλωτές, με ιδιαίτερες απαιτήσεις προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες και το προϊόν του προορισμού εν γένει. Ο τουρίστας του πολιτισμικού προϊόντος (ή και ακόμα ένας απλός επισκέπτης), δεν αρκείται να εισέλθει σε ένα αρχαιολογικό χώρο, να δει κάποια μνημεία, αντικρίζοντας ταμπέλες 3 ή 4 λέξεων του τύπου «πιθάρι 4ου αιώνα π.Χ.» ή στυγνές και απρόσωπες περιγραφές εκθεμάτων. Αναζητά το ΚΑΤΙ παραπάνω, το οποίο θα δώσει προστιθέμενη αξία στο προϊόν: οπτικοακουστικό υλικό, καταρτισμένους ξεναγούς, ομιλίες, δραστηριότητες, εκθέσεις, ομάδες εργασίας και κυριότερα μια «περιπέτεια» ένα «μύθο» που θα κάνει την παραμονή του ξεχωριστή και κυριότατα είναι διατεθειμένος να ΠΛΗΡΩΣΕΙ για όλα αυτά.

Ο τουρίστας της «νέας εποχής», αναζητά, επιπλέον, το «αυθεντικό», το τοπικό, επιθυμεί να βιώσει τη ζωή της τοπικής κοινωνίας «πίσω από τη σκηνή», να δει την καθημερινότητα, μετεξελίχθηκε σε ένα μικρό ανθρωπολόγο κι εξερευνητή! Η τάση που επικρατούσε τις προηγούμενες δεκαετίες, δηλαδή «να κάνουμε τον τουρίστα να νιώσει σα το σπίτι του», εισάγοντας για αυτό το λόγο πολλά καταναλωτικά προϊόντα για να το πετύχουμε (επιβαρύνοντας έτσι το εμπορικό ισοζύγιο με εισαγωγές προϊόντων από τις χώρες προέλευσης), αντικαταστάθηκε από το «να κάνουμε τον τουρίστα να νιώσει μέλος της τοπικής κοινωνίας», βιώνοντάς την εκ των έσω, καταναλώνοντας κατά βάση εγχώρια – τοπικά προϊόντα. Ο τουρίστας επιζητούσε να βιώσει τη διαφορετικότητα από το κατάλυμα (παραδοσιακού τύπου από τα κλασικά “rooms to let”), τις δραστηριότητες που εμπλούτιζαν τη διαμονή του, μέχρι το συνοδευτικό του γεύματός του (πάστα ελιάς με παξιμάδι, από το τυποποιημένο βούτυρο Lurpak κι απλό ψωμί)

Η παραπάνω αλλαγή – μεταστροφή της τουριστικής συμπεριφοράς θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει «πυλώνα» ανάπτυξης της ελληνικής τουριστικής αγοράς και παράλληλα πρόκληση, αφού η ποικιλομορφία της παράδοσής μας, ο πακτωλός των παραδοσιακών προϊόντων, ο ιδιαίτερος και ελκυστικός χαρακτήρας του τρόπου ζωής μας, ο εξαιρετικός φυσικός πλούτος και η βαριά πολιτισμική κληρονομιά, αποτελούν εξαιρετικές «πρώτες ύλες», ώστε να αναπτυχθούν οικονομικά και πολιτισμικά οι τοπικές κοινωνίες.

Παράλληλα, η επιταγή για αναδιάρθρωση του τουριστικού προϊόντος, δεν οφείλονταν μόνο στη μεταστροφή της ζήτησης, αλλά επιπλέον στην έντονη αμφισβήτηση του κυριάρχου μοτίβου τουριστικής ανάπτυξης (οργανωμένου μαζικού τουρισμού) από την επιστημονική κοινότητα, με πολλαπλές αρνητικές συνέπειες στην κοινωνία το περιβάλλον και την οικονομία, με τους tour operators να επιτυγχάνουν συμφωνίες που συρρίκνωναν τα κέρδη των τοπικών κοινωνιών και βέβαια γιγάντωναν τα δικά τους.

Σε αυτή τη κατεύθυνση κινήθηκαν και οι διεθνής οργανισμοί κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όπως η Ε.Ε., με αποτέλεσμα να διαμορφωθούν έννοιες στο τουριστικό γίγνεσθαι, όπως η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη η οποία βασίζεται στο τρίπτυχο: Κοινωνία – Οικονομία – Περιβάλλον.

 
Εικόνα1: Τρίπτυχο Βιώσιμής τουριστική Ανάπτυξης

Το τρίπτυχο της Βιώσιμης Τουριστικής Ανάπτυξης
Ως βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη, τώρα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού  (W.T.O., 2004) «ορίζονται όλες οι διοικητικές πρακτικές που θα πρέπει να ισχύουν σε όλους τους τύπους των προορισμών και για όλες μορφές τουρισμού (συμπεριλαμβανομένου του μαζικού και των ειδικών και εναλλακτικών μορφών τουρισμού). Οι αρχές βιωσιμότητας αναφέρονται σε περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές-πολιτιστικές πτυχές της τουριστικής ανάπτυξης, και θα πρέπει να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ των τριών αυτών διαστάσεων, η οποία θα εξασφαλίζει μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Κατά συνέπεια, ο βιώσιμος τουρισμός πρέπει:
1)  Να κάνει τη βέλτιστη χρήση των περιβαλλοντικών και πολιτιστικών πόρων, που αποτελούν ένα βασικό στοιχείο στην ανάπτυξη του τουρισμού, να διατηρεί τις ουσιαστικές οικολογικές διαδικασίες και να βοηθά να συντηρηθούν και να αναδειχθούν η φυσική και η πολιτιστική κληρονομιά και η βιοποικιλότητα.
2) Να σεβαστεί την κοινωνική-πολιτιστική αυθεντικότητα των κοινοτήτων- οικοδεσποτών, συντηρώντας την πολιτιστική κληρονομιά τους και τις παραδοσιακές αξίες και να συμβάλουν στη διά-πολιτισμική συνεννόηση και ανεκτικότητα.
3) Να εξασφαλίσει βιώσιμες, μακροπρόθεσμες οικονομικές διαδικασίες,  που παρέχουν τα κοινωνικοοικονομικά οφέλη σε όλους τους εμπλεκόμενους (συμπεριλαμβανομένων τους μόνιμα απασχολούμενους, τους επιχειρηματίες κλπ), και να συμβάλει στην εξάλειψη της φτώχειας.
Η βιώσιμη ανάπτυξη τουρισμού απαιτεί την ενεργή συμμετοχή όλων των σχετικών (και ενημερωμένων) εμπλεκομένων, καθώς επίσης και ισχυρή πολιτική ηγεσία, η οποία να εξασφαλίσει ευρεία συμμετοχή και να ενθαρρύνει την ομοφωνία. Η επίτευξη του βιώσιμου τουρισμού είναι μια συνεχής διαδικασία και απαιτεί την αδιάκοπη παρακολούθηση των όποιων επιδράσεων, θεσπίζοντας κι εφαρμόζοντας τα απαραίτητα προληπτικά ή/και διορθωτικά μέτρα όποτε κρίνεται απαραίτητο.Ο βιώσιμος τουρισμός πρέπει, επίσης, να διατηρήσει ένα  υψηλό επίπεδο ικανοποίησης των τουριστών, εξασφαλίζοντας τους ουσιαστικές εμπειρίες από την επίσκεψή τους, να βελτιώσει την πληροφόρησή τους για ζητήματα βιωσιμότητας και να τους προωθήσει τις αρχές της βιωσιμότητας ».
Εναλλακτικά, μπορούμε να πούμε ότι ο βιώσιμος τουρισμός σε μια περιοχή είναι οποιαδήποτε προσπάθεια απομάκρυνσης από το συμβατικό τουρισμό που θεωρείται ως μη βιώσιμος, δεδομένου ότι ο συμβατικός τουρισμός ασκεί έντονες περιβαλλοντικές πιέσεις (υψηλή κατανάλωση πόρων) και χαμηλή οικονομική απόδοση στις τοπικές κοινωνίες (χαμηλότερη ανά τουρίστα προστιθέμενη αξία), ενώ δεν συμβάλλει στην κοινωνική δικαιοσύνη (σταθερή και εξειδικευμένη απασχόληση, δίκαιη διασπορά εισοδημάτων)2
Συμβατικός – Μαζικός Τουρισμός
Εναλλακτικές Μορφές Τουρισμού
Γενικά Χαρακτηριστικά
Ταχεία Ανάπτυξη
Αργή (Σταδιακή) Ανάπτυξη
Τάση προς Μεγέθυνση
Τάση προς Βελτίωση
Μη Κοινωνικά/ Περιβαλλοντικά Συνειδητοποιημένος
Κοινωνικά/ Περιβαλλοντικά Συνειδητοποιημένος
Ανεξέλεγκτος
Ελεγχόμενος
Βραχυπρόθεσμος
Μακροπρόθεσμος
Περιορισμένης Προσέγγισης
Ολιστικής Προσέγγισης
Ελεγχόμενος από Εξωγενείς Παράγοντες
Ελεγχόμενος από Τοπικούς
Παράγοντες
Στρατηγικές Ανάπτυξης
Ανάπτυξη χωρίς Σχεδιασμό
Πρώτα Σχεδιασμός, μετά Ανάπτυξη
Σχεδιασμός επιπέδου project
Σχεδιασμός επιπέδου concept
Τουριστική Ανάπτυξη Οπουδήποτε
Ανάπτυξη σε Κατάλληλους Τόπους
Συγκεντρωμένη-εντατική Εκμετάλλευση
Χωρική Διασπορά Πιέσεων & Οφελών
Καινούργια Ανωδομή
Αξιοποίηση Υπάρχουσας Ανωδομής
Ανάπτυξη από Εξωγενείς Παράγοντες
Ανάπτυξη από Τοπικούς Παράγοντες
Τυποποιημένη - Αστικού Τύπου Αρχιτεκτονική
Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική
Εισαγωγή Εργατικού Δυναμικού
Χρήση Ντόπιου Εργατικού Δυναμικού
Συμπεριφορά Τουριστών
Μεγάλες Ομάδες
Μεμονωμένοι, Οικογένειες, Φίλοι
Προκαθορισμένες Δραστηριότητες
Αυθόρμητες Αποφάσεις
Μικρός Χρόνος Παραμονής
Μεγάλος Χρόνος Παραμονής
«Αξιοθέατα»
Εμπειρίες
Εισαγόμενος Τρόπος Ζωής
Τοπικός Τρόπος Ζωής
Άνετη/ Παθητική
Απαιτητική/ ενεργητική
Θορυβώδης
Ήσυχη
Καταναλωτισμός
Επιλεγμένη Κατανάλωση
  
Πηγή: Butler (1990)3, Lane (1990)4
   
Οι περισσότερες ανεπτυγμένες τουριστικά χώρες (Γαλλία, Ισπανία, Αυστρία, Αυστραλία κ.α.), ενστερνίστηκαν τις αρχές τις βιώσιμης ανάπτυξης και προς αυτή την κατεύθυνση εμπλούτισαν και διαφοροποίησαν το τουριστικό τους προϊόν, δημιούργησαν δίκτυα τοπικής συνεργασίας, σήματα ποιότητας υπηρεσιών και προϊόντων, αξιοποίησαν και ανέδειξαν την πολιτιστική τους κληρονομιά με κάθε τρόπο, αναζωογόνησαν και έδωσαν πνοή στην ύπαιθρο και τον αστικό χώρο, ευαισθητοποίησαν πολίτες και τουρίστες περιβαλλοντικά και εν τέλει απολαμβάνουν τα οφέλη (οικονομικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά) της βιώσιμης επιλογής τους ως προς τον τουρισμό και κατ’ επέκταση την ευρύτερη οικονομία και κοινωνία.

Τι συμβαίνει με τον ελληνικό τουρισμό;
Το ερώτημα είναι γιατί ο ελληνικός τουρισμός δεν ακολούθησε αυτή την τάση σε αυτή την κρίσιμη περίοδο, ενώ υπήρχε «η μαγιά»; Η κυριότερη αιτία είναι η απουσία ενός σχεδίου ενιαίας στρατηγικής τουριστικής πολιτικής τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό – τοπικό επίπεδο. Από τη μία, η κεντρική διοίκηση:
1.    συνεχίζει να ανακοινώνει επιχορηγούμενα προγράμματα που ήταν απρόσωπα, χωρίς σαφείς κατευθυντήριες γραμμές που αφορούσαν μεμονωμένες ιδιωτικές ενέργειες,
2.    δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων, συγκεντρώνοντας τη δημιουργία υποδομών στο λεκανοπέδιο της Αττικής (με ελάχιστα έργα στην περιφέρεια), δημιουργώντας ουσιαστικά μια πρόχειρη «σκηνή», η οποία στήθηκε και ξεστήθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, αφού σπαταλήθηκαν δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ ήταν ευκαιρία να αποκτήσουμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και να δοθεί ώθηση στο ελληνικό τουριστικό προϊόν
3.    διαμορφώνει χωροταξικές ρυθμίσεις που:
•    επιτρέπουν σε ξενοδόχους να συνεργάζονται με μεγάλες κατασκευαστικές και κτηματομεσιτικές εταιρίες προκειμένου να κτίζουν μεγάλους παραθεριστικούς οικισμούς, εκτός οικισμών, χωρίς πολεοδομικό σχέδιο, χωρίς δημόσιους χώρους και με επιδότηση,
•    εξακολουθούν να διατηρούν το όριο των 50 μ από τον αιγιαλό. Η ρύθμιση αυτή δεν απειλεί απλώς την παράκτια ζώνη με σοβαρή οικοδομική επιβάρυνση, αλλά προκαλεί και ευθεία αμφισβήτηση της τεκμηριωμένης σχετικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας που ορίζει ως ελάχιστη απόσταση τα 100 μ. (Π.Ε. 247/2003, Τμ. Ε΄, καθώς και Π.Ε. 636/2002 και 633/2002) κ.ο.κ.

4.    Ο τουρισμός δεν αντιπροσωπεύεται από έναν ενιαίο σταθερό φορέα, υπεύθυνο για τη χάραξη της πολιτικής, αντ’ αυτού μεταφέρονται και εκχωρούνται οι ευθύνες του,  σε αρκετά υπουργεία τα τελευταία χρόνια, ως μπαλάκι του πινγκ – πονγκ.
5.    Προωθεί είδη τουρισμού που συνάδουν περισσότερο με το συμβατικό μοντέλο όπως τουρισμός κρουαζιέρας, γκολφ, καζίνο κλπ, με αρνητικές εγχώριες :
•    Περιβαλλοντικές επιπτώσεις: Τα μεγάλα τουριστικά θέρετρα δημιουργούν μεγάλες περιβαλλοντικές πιέσεις (λύματα, κακή χρήση πόρων κλπ) με εμφανές παράδειγμα το ναυάγιο του Sea Diamond στη Σαντορίνη
•    Κοινωνικές επιπτώσεις:
o    Μεγαλύτερη εξάρτηση από τους tour operators και συμφωνίες σε χαμηλότερες τιμές σε παραδοσιακούς ελληνικούς ηλιοτροπικούς προορισμούς
o    Μαρασμός των τοπικών κοινωνιών και αυξανόμενη ανεργία
o    Εξασθένιση της τοπικότητας
•    Οικονομικές επιπτώσεις:
o    Μη χρησιμοποίηση εγχώριου εργατικού δυναμικού
o    Τα είδη αυτά του τουρισμού προωθούν all inclusive πακέτα στους καταναλωτές τους (τα οποία περιλαμβάνουν όλες τις δραστηριότητες στα καταλύματα) με αποτέλεσμα να μην ενισχύονται σημαντικά οι τοπικές οικονομίες.

Από την άλλη οι τοπικές ηγεσίες, επιβεβαίωσαν για ακόμα μια φορά, ότι η κοντόφθαλμη λογική της επανεκλογής τους, δε τους επέτρεπε να δώσουν ώθηση στις κοινωνίες τους, μόνο αρκέστηκαν σε πομπώδης παρουσιάσεις σε ημερίδες για τον τουρισμό ότι: θα φέρουν τουρίστες, θα προωθήσουν εναλλακτικές μορφές τουρισμού, ακόμα ότι θα δημιουργήσουν γκολφ τουρισμό σε άγονες γραμμές, θα… Αντ’ αυτού, νομαρχιακές ή περιφερειακές επιτροπές προωθούσαν ανύπαρκτα τουριστικά προϊόντα στις διεθνείς τουριστικές εκθέσεις και μοίραζαν επιδοτήσεις κατά το δοκούν! Για παράδειγμα, η προβολή, σε διεθνείς εκθέσεις, ενός προορισμού ως τόπος γεύσεων και γαστρονομίας (γαστρονομικός – πολιτισμικός τουρισμός), προϋποθέτει ο επισκέπτης να έρθει σε επαφή με ένα οργανωμένο δίκτυο συνεργαζόμενων επιχειρήσεων (εστιατορίων, καταλυμάτων, ειδών τροφίμων), όπου θα γνωρίσει τοπικές γεύσεις, θα παρακολουθήσει σεμινάρια και μαθήματα μαγειρικής και γενικότερα μια σειρά από δραστηριότητες και δε θα έρθει αντιμέτωπος με το κλασικό greek salad των 8 ευρώ.  Αρκετά κονδύλια δόθηκαν μέσω Ευρωπαϊκών κυρίως χρηματοδοτήσεων προς αυτές τις κατευθύνσεις, τα περισσότερα εκ των οποίων αναλώθηκαν σε ανούσιες προβολές και μελέτες (κάποιες από αυτές σε καλό επίπεδο αλλά έμειναν σε νομαρχιακά συρτάρια), διαμόρφωση καταλυμάτων που «βαφτίστηκαν» αγροτουριστικά κλπ, κι όχι στην ισχυροποίηση της τοπικότητας και της συνεργασίας των φορέων και επιπλέον στο «χτίσιμο» παρατηρητηρίων και ικανών συμβουλευτικών οργανισμών (μέσω πανεπιστημίων κλπ) προς επιχειρηματίες και κοινωνικούς φορείς.
Η περίοδος της Ύφεσης
Αναμφισβήτητα το ελληνικό τουριστικό προϊόν βρίσκεται σε φάση βαθιάς ύφεσης, η οποία γίνονται όλο και πιο έντονη χρόνο με το χρόνο από τους Ολυμπιακούς Αγώνες έως σήμερα, με όξυνση των φαινομένων που περιγράψαμε πιο πάνω και με την ίδια τουριστική αντίληψη που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια:
•    Οι επαγγελματίες του τουρισμού, κυρίως στους δημοφιλείς ελληνικούς προορισμούς, δεν ανανέωσαν το προϊόν τους, έμειναν «δέσμιοι» των tour operators και τώρα πλήττονται περισσότερο από την ύφεση
•    Είναι εμφανής και σε ένα βαθμό προκλητική, τόσο στα μάτια του απλού Έλληνα, αλλά και του συνειδητοποιημένου επισκέπτη, η προκλητική εγκατάλειψη της πολιτισμικής μας κληρονομιάς και κουλτούρας κι επιπλέον του φυσικού μας τοπίου, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αμέτρητα είδη τουριστικών προϊόντων (ήπιας μορφής). Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε:
o    Τα Δρακόσπιτα της Εύβοιας,  το νεκρομαντείο (dark tourism – πολιτισμικός τουρισμός)
o    Τα ανεκμετάλλευτα μεσαιωνικά κάστρα (ακόμα και μοναδικά χωριά κάστρα στον κόσμο πχ Μεστά Χίου)
o    Τους αμέτρητους αρχαιολογικούς χώρους παγκόσμιας σπουδαιότητας, που αντί να αναδεικνύονται, θάβονται και χορταριάζουν (βλ Βωμός 12 θεών μοναστηράκι)
o    Την παραδοσιακή μας γαστρονομία και οινοποιεία κ.ο.κ.
Ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι ατελείωτος, μετατρέποντας την Ελλάδα σε ένα απέραντο πολιτισμικό χωριό.        
•    Προγράμματα ενίσχυσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας τα οποία προϋποθέτουν ταυτόχρονη τραπεζική δανειοδότηση για να εγκριθούν ή ίδια κεφάλαια που να καλύπτουν το 50% του προϋπολογισμού του εγχειρήματος. Κατά συνέπεια:
o    ωφελούνται οι μεγάλες επιχειρήσεις που επιθυμούν να επενδύσουν στον τουρισμό, διότι έχουν ικανοποιητικά ίδια κεφάλαια και μπορούν να πετύχουν καλύτερους όρους δανειοδότησης, ενώ από την άλλη
o    οι ιδιώτες μικρό ή ανύπαρκτο προϋπολογισμό, δεσμεύονται είτε με δάνεια (με επαχθή την αποπληρωμή τους εν καιρώ ύφεσης), είτε εγκαταλείπουν την προσπάθεια, εφόσον οι χρηματοδοτήσεις καθυστερούν αρκετά να καταβληθούν.
•    Προωθούνται:
o    πολιτικές που εξυπηρετούν τις μεγάλες ξενοδοχειακές αλυσίδες. Ακόμα και σε περιοχές όπως η Μάνη, που ανθίζει ο εναλλακτικός και ήπιος τουρισμός, δίνονται αδειοδοτήσεις σε μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα και luxury spa, που αλλοιώνουν το φυσικό τοπίο, επιβαρύνουν το περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα πλήττουν την τοπική οικονομία,
o    είδη τουρισμού όπως ο τουρισμός κρουαζιέρας, ο οποίος θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τον αμερικανικό ναυτικό στόλο τη δεκαετία του 60, που έφτανε στον Πειραιά κατανάλωνε στο λιμάνι και αποχωρούσε. Με χαρακτηριστικές τις δηλώσεις του ο  υφυπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Γιώργος Νικητιάδης ενθαρρύνει αυτό το είδος τουρισμού ανακοινώνοντας δημιουργία υποδομών (λιμάνια κλπ) κι αντίστοιχα τοπικοί άρχοντες όπως ο δήμαρχος Χανίων Μ. Σκουλάκης καλωσορίζουν τους τουρίστες κρουαζιέρας με εκδηλώσεις και φιέστες στα λιμάνια.  Οι περισσότερες πλωτές πολιτείες ανήκουν σε ξένα, κυρίως αμερικανο - καναδικά συμφέροντα, δε συνεισφέρουν στις τοπικές οικονομίες ιδιαίτερα, αποδίδουν ελάχιστο φόρο και επιφέρουν έντονες περιβαλλοντικές πιέσεις. Περισσότερα για τον Τουρισμό Κρουαζιέρας...
Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παρούσα κατάσταση της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας είναι αποτέλεσμα λανθασμένων πολιτικών επιλογών, οι οποίες λειτούργησαν τελείως επιδερμικά στο ζήτημα του ελληνικού τουρισμού, με απουσία στρατηγικών που θα ωφελήσουν τις τοπικές κοινωνίες και θα ενισχύσουν αντίστοιχα και την ελληνική οικονομία, συνέπλευσαν με τα συμφέροντα των μεγάλων τουριστικών οικονομικών συμφερόντων (ξενοδοχειακές αλυσίδες, tour operators κλπ) και απέτυχαν στη διαμόρφωση συλλογικής δράσης και συνείδησης στις τοπικές κοινωνίες, αφήνοντας τες στην άγνοια και τον επερχόμενο μαρασμό. Επειδή όπως θα διαπιστώσατε ο τουρισμός είναι άρρηκτα δεμένος με όλα τα κοινωνικά τεκταινόμενα, ευχή και ελπίδα, αποτελούν οι νέες τάσεις ανατροπής που διαφαίνονται στην ελληνική κοινωνία, του υπάρχοντος - σαθρού πολιτικού συστήματος, το οποίο αποτελεί ωρολογιακή βόμβα για τις κοινωνίες και τις συνειδήσεις (συλλογικές και ατομικές).


Παραπομπές:
1.  «Η Σημασία του τουρισμού για την ελληνική οικονομία/κοινωνία και προτάσεις πολιτικής για την τουριστική ανάπτυξη», Μελέτη Εκπονηθείσα για Λογαριασμό του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), Χίος, Φεβρουάριος 2010
2. «Βιώσιμος Τουρισμός και Φέρουσα Ικανότητα σε Ευαίσθητα Νησιωτικά Οικοσυστήματα», Σπιλάνης Γ., Βαγιάννη Ε. (2002), Συνέδριο Μέθοδοι μέτρησης της φέρουσας ικανότητας και διαχείρισης επισκεπτών σε προστατευόμενες περιοχές, Αθήνα: WWF Hellas.
3. “Alternative Tourism: Pious hope or Trojan horse?” Journal of Travel Research 28 (3), 201-9, Butler, R.W. (1990)
4. “Developing Sustainable Rural Tourism”, Paper presented at Planning and Tourism in Harmony, The Irish National Planning Conference. Newmarket on Fegrgus, Country Clare, Ireland, Lane, B. (1990).

* Οικονομολόγος (απόφοιτος ΑΣΟΕΕ), με MSc στην Τουριστική Πολιτική, και ειδικεύεται σε θέματα τουριστικής ανάπτυξης, μακροοικονομικής και περιφερειακής πολιτικής

Περιοδικό Hellenic Nexus, τεύχος αρ. 55