Παρασκευή

Γίναμε οι κατσαρίδες της ιστορίας

cockroach

Φίλε πιτσιρίκο,
Χτες θυμήθηκα μία μελαγχολική, αλλά απόλυτα πετυχημένη, ατάκα που μου έχει πει ένας καλός μου φίλος σε ανύποπτη στιγμή, αν και εκεί τη στιγμή μου φάνηκε πολύ αστεία. Αλλά μάλλον είναι από τις πιο σωστές κουβέντες που έχω ακούσει στη ζωή μου:
  

«Η γενιά μας είναι οι κατσαρίδες της σύγχρονης ιστορίας».

Αφού επιβιώνουμε στις συνθήκες που υπάρχουν αυτή την εποχή, μπορούμε να την βγάλουμε καθαρή σχεδόν σε οποιεσδήποτε συνθήκες.
Σαν τις κατσαρίδες, που θα επιβίωναν μέχρι και σε πυρηνικό πόλεμο.
Προφανώς και η ατάκα του φίλου μου δεν περιλαμβάνει την περίπτωση του πολέμου. Εκεί πάμε σε άλλη πίστα και κάθε σύγκριση πεθαίνει.

Αλλά, αν το καλοσκεφτείς για όλα τα υπόλοιπα, είχε δίκιο ο φίλτατος.
Ζήσαμε την ανεργία.
Πήγαμε σε αμέτρητες συνεντεύξεις, κυνηγώντας μία δουλειά της πλάκας για να βγάζουμε λεφτά λιγότερα και από όσα χρειάζονται για να επιβιώσεις.

Φάγαμε στη μάπα κάτι απίθανους τύπους στις συνεντεύξεις που κάνανε ερωτήσεις που ούτε σε κωμωδία δεν θα γραφόντουσαν.
Και μας κοιτάζανε με ένα ύφος υπερβολικά συγκαταβατικό.
Σχεδόν λύπησης, σαν να σου λέει «χάρη σου κάνω και μόνο που είσαι εδώ».
Αν και αυτοί είναι τελικά για λύπηση. Αλλά αυτό είναι μία άλλη συζήτηση.

Παρ’όλα αυτά διατηρήσαμε την ψυχραιμία μας. Και δεν τους φέραμε το τραπέζι στο κεφάλι.
Είδαμε γονείς, συγγενείς και φίλους να χάνουν τη δουλειά τους από τη μία μέρα στην άλλη. Και μαζί την αξιοπρέπεια της αυτοσυντήρησης.
Να παρακαλάνε για δανεικά όποιον ξέρουν. Όχι για να πληρώσουν ταξιδάκι στο Μπάνσκο.
Αλλά για να στείλουν τα παιδιά τους σχολείο και να πληρώσουν το νοίκι.
50 χρονών άνθρωποι να περιμένουν τη σύνταξη του παππού και της γιαγιάς, για να πάνε σουπερ μάρκετ.

Κουνήσαμε το μαντήλι σε τόσους πολλούς φίλους που έφυγαν στα ξένα, που χάσαμε το μέτρημα πια.
Και όχι μόνο φίλους. Έρωτες, συγγενείς, τον εαυτό μας τον ίδιο.
Τους αποχαιρετήσαμε, ξέροντας ότι πρέπει την ίδια στιγμή να γελάμε και να κλαίμε.
Να γελάμε γιατί εκεί που πάνε είναι σίγουρα καλύτερα από εδώ, και να κλαίμε γιατί ξέρουμε ότι, όσες γενιές κι αν θυσιαστούν, ο τόπος αυτός δεν πάει μπροστά.
Εμείς οι ίδιοι πήραμε μία βαλίτσα, τα αφήσαμε όλα πίσω και πήγαμε σε ξένους τόπους και ξένα πρόσωπα.

Χωθήκαμε ένα πρωϊνό σε ένα αεροπλάνο και πετάξαμε κάθε ελπίδα να γυρίσουμε πίσω.
Αποχωριστήκαμε καθετί μας έχει ορίσει σαν όντα για να επιβιώσουμε. Να βρούμε ένα μισθό και μία αξιοπρέπεια.
Βιώσαμε τη μιζέρια της καθημερινής αυτής ζωής, σε τέτοιο βαθμό που ποτίστηκαν όλες μας οι σχέσεις από αυτή τη σάπια αίσθηση του τέλματος.

Χάσαμε σχέσεις, έρωτες, γάμους, οικογένειες που θα κάναμε ή είχαμε ήδη κάνει, επειδή μας πλάκωσε το άγχος και ο φόβος της φτώχειας, της ανεργίας, της ανέχειας.
Διαλύσαμε τον ιστό των ονείρων μας, για να συγκρατήσουμε την πτώση της ζωής μας.
  

Όσοι τελικά βρήκαμε δουλειά, συμβιβαστήκαμε σε μισθούς της πλάκας και ωράρια χωρίς όρια. 10-12 ώρες δουλειά για ψίχουλα.

Για να έχεις κάθε μέρα έναν προϊστάμενο να σου υπενθυμίζει πόσο τυχερός είσαι που έχεις τη δουλειά σου.
Και ότι άλλοι τόσοι περιμένουν εκεί έξω να στην πάρουν.
Και δεν πρέπει να λες πολλά, να δουλεύεις και να συμβιβάζεσαι στα λεφτά που βγήκαν από το budget για τη θέση σου.

Να σε μειώνουν και να σε αποκαρδιώνουν κάθε μέρα.
Δεν είσαι και τίποτα σημαντικό.
Ένα γρανάζι, κι αν δε θες, να κοίτα. Πόσα γρανάζια περνάνε συνεντεύξεις στη διπλανή αίθουσα…
Πού θα μας πας και δεν θα επιζήσουμε εμείς;

Όλα μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε πλέον.
Το κάναμε και είμαστε ακόμα εδώ. Όρθιοι.
Γίναμε οι κατσαρίδες της σύγχρονης ιστορίας.
Μας έκαναν ίσως; Δεν ξέρω.

Δεν μου αρέσουν οι παθητικές φωνές. Γίναμε. Ενέργεια.
Εμείς καταλήξαμε εδώ, κι ας φέρουμε μικρό μερίδιο ευθύνης, σε σχέση με τα golden boys -δεν είναι αστείος όρος τώρα πια που ξέρεις ότι όλα αυτά είναι αέρας κοπανιστός;- που έχτισαν τον καπιταλιστικό πύργο της Βαβέλ που κλυδωνίζεται πλέον.

Η πιο σημαντική μας διαφορά είναι ότι εμάς μας άφησαν στην απέξω.
Ευτυχώς. Οι κατεδαφίσεις φαίνονται πάντα πολύ καλύτερα έξω από το κτίριο, παρά από μέσα.
Το φίλτατο τον χαιρετήσαμε μία μέρα στο αεροδρόμιο. Του κουνήσαμε ο μαντήλι και του ευχηθήκαμε καλή πατρίδα.

Ευχαριστώ.

Και μην ξεχνιόμαστε… Venceremos.
Σε φιλώ,

Κωνσταντίνος

Υ.Γ. Γέλασα πάρα πολύ με το σουξέ που έκανε η συμπεριφορά του Αλέξη κατά την επίσκεψη του Ομπάμα. Το ύφος, οι τρόποι, το ηχόχρωμα της φωνής, η στάση του σώματος, τα αγγλικά. Αλλά δεν κατάλαβα γιατί εκνευρίστηκαν όλοι τόσο πολύ. Εμένα δεν με ξένισε καθόλου η στάση του. Τη βιώνω κάθε μέρα. Αντικατοπτρίζει απόλυτα τον μέσο έλληνα και τους τρόπους του. Ή την απουσία τους μάλλον. Αυτοί είμαστε. Οι ψευτομάγκες που άλλα λένε κι άλλα κάνουν, όταν έρθει η ανάποδη (βλ. δημοψήφισμα), οι αγροίκοι που δεν ξέρουμε πώς να στεκόμαστε όταν κάποιος μιλάει μπροστά μας και είναι καλεσμένος μας, που δεν γνωρίζουμε να μιλάμε και να απευθυνόμαστε σε ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας και θέσης. Είμαστε όλοι σαν τον Αλέξη. Για το εφέ πάμε. Για τη λέζα. Που φουσκώνουμε όταν είναι να σταθούμε μπροστά σε κάποιον που είναι λίγο καλύτερος. Μπας και φτάσουμε στο ύψος. Περιεχόμενο μηδέν. Μην τον βρίζετε επειδή σας θύμισε ποιοι είμαστε. Έχουμε ένα πρωθυπουργό που είναι ένας από εμάς. Όσο για τον Ομπάμα, καλά μας έκανε. Πριβέ τουρ στην Ακρόπολη. Έτσι. Αφού δεν ζήτησε να στολιστεί με παρθένες με χλαμύδες για να «ανεβάσει» την εμπειρία πάλι καλά. Αλλά όλα καλά. Μας διαφήμισε. Στο Twitter. Τώρα όλοι ξέρουν το επόμενο θεματικό πάρκο της Ευρώπης. Μετά το Ελληνικό, κάτι πρέπει να πάρει σειρά…

(Αγαπητέ Κωνσταντίνε, το κείμενό σου είναι ένα από τα πιο όμορφα που διάβασα εδώ και καιρό. Είναι βαθιά ανθρώπινο και με πολλή κατανόηση. Και δεν είναι και πολλά τα ανθρώπινα πια. Ξέρεις, Κωνσταντίνε, κάποτε σιχαινόμουν τις κατσαρίδες. Αλλά, στην διάρκεια της στρατιωτικής θητείας μου, ανάμεσα σε πολλά όλα, ξεπέρασα και αυτό. Στο Πολεμικό Ναυτικό, τάιζα τα ποντίκια μέσα στα πόδια μου. Ό,τι έτρωγα, έδινα και στα ποντίκια. Κάναμε παρέα. Την ίδια αξία είχαν οι ζωές μας εκείνη την εποχή. Τις κατσαρίδες τις έβαφα από πάνω με blanco, οπότε, όταν περνούσε την επόμενη μέρα η άσπρη κατσαρίδα, φώναζα στους άλλους ναύτες «μην την πατήσετε αυτήν, είναι φίλη μου!». Να είσαι καλά, Κωνσταντίνε. Και να μου γράφεις πιο συχνά, όχι κάθε δυο χρόνια.)

Πηγή: pitsirikos