Πέμπτη

Καθώς η επανάσταση αποτελεί σοβαρό στόχο και αξίωμα, Οι ταινίες «Che: The Argentine» & «Guerilla» αποτελούν αναγκαίο must-see



γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος 

Πως θα ήταν δυνατό οι τέχνες να μην ασχοληθούν με την επιδραστική και καθοριστική προσωπικότητα του επαναστάτη που έπαιξε τον πιο κυρίαρχο ρόλο, μεταπολεμικά, στο όραμα, στις παγκόσμιες αξίες και αρχές; Ήδη από τις πρώτες μέρες της θρυλικής ζωής του, η φωτογραφική τέχνη τον απεικόνισε όπως ακριβώς ήταν και όσο και να πολεμήθηκε, η αξία του όλο και γιγαντωνόταν. Εξάλλου, η φωτογραφία όχι μονάχα δεν του «πήρε την ψυχή» – κάτι που θα έκανε ένας μαρμάρινος αδριάντας – μα του την επιβεβαίωσε. Στο κινηματογράφο, – αφήνοντας στην λήθη μια πρώτη αναπαράσταση του 1969 με τον τίτλο «Che!», μια κατά παραγγελία μπαρούφα της 20th Century Fox που θύμιζε από άποψη προσέγγισης τις δικές μας χουντικές δημιουργίες, ο Che Guevara βρήκε την κινηματογραφική του αφιέρωση διπλά: μια γήινη, ανθρωποκεντρική και βαθιά ηθικο-πολιτική προσέγγιση των «Ημερολογίων μοτοσυκλέτας» του Walter Salles και τη «δίπτυχη» ταινία που ο Steven Soderbergh παρουσίασε με σεβασμό και ευθύνη για τις φλεγόμενες μέρες της δεκαετίας του 60’ που ο μπερές του και το βλέμμα του έγιναν συνώνυμο της λαϊκής απείθειας και της ενεργητικής συμμετοχής στις, όπου γης, εξεγέρσεις. Για τα χρόνια των επαναστάσεων. Κούβα, Βολιβία.
Steven Soderbergh και ο Benicio del Toro – που αγόρασε ο ίδιος τα δικαιώματα για το σενάριο, έκανε ουσιαστική έρευνα εφτά ετών, συναντήθηκε με συντρόφους και συγγενείς του Τσε, ταξίδεψε στην Κούβα, διάβασε με την σειρά του τα αγαπημένα βιβλία που διάβαζε ο επαναστάτης και δεν μπόρεσε – όπως δήλωσε – από το να τον αγαπήσει – εκπόνησαν ένα σπουδαίο έργο που όμως έντεχνα πολεμήθηκε και αποσιωπήθηκε – με αφελέστατη τεκμηρίωση είναι αλήθεια – αλλά σίγουρα δεν κατάφεραν να το σβήσουν από την κινηματογραφική ιστορία. Άλλωστε, όσο υπάρχουν επαναστάτες, θα υπάρχουν και καλλιτέχνες που θα βρίσκουν στο βλέμμα και την σκέψη τους, τους λόγους και τις αφορμές να στηρίζουν την ιδιότητα τους και να επικοινωνούν στην ανθρωπότητα το κάθε φορά άξιο να ειπωθεί.


Ένα κινηματογραφικό φάντασμα πλανιέται πάνω από το Miami

4 Δεκέμβρη του 2008, εκατό άνθρωποι με την υποστήριξη της, κουβανικής καταγωγής, δημάρχου του Miami Beach, διαδηλώνουν έξω από μια κινηματογραφική αίθουσα φωνάζοντας «Ντροπή!» ενώ η ίδια η δήμαρχος δηλώνει πως «δεν πρέπει να επιτρέψουμε την διάδοση αυτής της ταινίας». Κάτι παρόμοιο φανταζόμαστε – και επιβεβαιώνεται ιστορικά – θα έγινε και την δεκαετία του 60’ όταν ενώ εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη λάτρευαν το πρόσωπο του και το παγκόσμιο ήθος του, μερικές εκατοντάδες στην σκιά των φοινικόδεντρων και της μαφίας αρνούνταν να κοιτάξουν στα μάτια – ακόμη και νεκρό – αυτόν που επανέφερε την επανάσταση ως φλογισμένο στόχο προς κατάκτηση, δεκαετίες μετά την πρώτη απόπειρα της. Κι όμως, δεκαετίες μετά και πάλι, βλέπουμε πως η ίδια χούφτα εκατό ανθρώπων, που αρνούνται και θέλουν να εμποδίσουν την πρόοδο της ανθρωπότητας, συνεχίζουν να φοβούνται και να εξεγείρονται ακόμη και μπρος σε μια κινηματογραφική εικόνα του. Διότι το φάντασμα του πλανιέται εσαεί πάνω από τις χώρες που γουστάρουν την μονοπωλιακή οικονομία και οτιδήποτε τους υπενθυμίζει την όψη του πρέπει να ονομαστεί «ντροπή» και «ατιμία» ή σε άλλες, πιο μετριοπαθείς, περιπτώσεις «απογοήτευση». Πόσο μάλλον όταν αυτός που τους το υπενθυμίζει είναι ένας πασίγνωστος, βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθεσίας και με Χρυσό Φοίνικα καθώς και αρκετά εμπορικός σκηνοθέτης και πρωτίστως… Αμερικάνος.
Οι εκατό αυτοί τύποι του κουβανο-αμερικάνικου lobby του Miami, άλλωστε είναι «συνάδελφοι» και μέλη του ίδιου «οργανισμού» που μέλος του ήταν και ο Luis Posada Carriles. Αντεπαναστάτης με εύσημα, τρομοκράτης με ένσημα, μέλος σημαίνον της CIA, βοηθός του σχεδιασμού της επίθεσης στον Κόλπο των Χοίρων, επίδοξος δολοφόνος του Fidel Castro, δολοφόνος 73 ανθρώπων σε αεροπειρατεία κουβανικών αερογραμμών το 1976, βοηθός των φασιστών Contras ενάντια στους Σαντινίστας και λοιπά και λοιπά. Ενός lobby που σε μια ψευδεπίγραφη δίκη του παραπάνω στο Texas έκανε έρανο χιλιάδων δολαρίων για την υποστήριξη του. Του ίδιου lobby τέλος που πολλά από τα καθοδηγητικά του στελέχη έχουν κατηγορηθεί για σοβαρό εμπόριο ναρκωτικών στο έδαφος των ΗΠΑ. Η «πνιγμένη στο δίκιο» λέξη «ντροπή» από τα χείλη τους, λοιπόν, δεν ακούγεται διόλου ειλικρινής, διόλου πειστική.
Τρεις μέρες αργότερα στις 7 του Δεκέμβρη 2008παραπάνω από δυο χιλιάδες άνθρωποι όρθιοι, σαν σε γιορτή, στα κινηματογραφικά τους καθίσματα χειροκροτούν ασταμάτητα τον Πορτορικανό, και επίσης οσκαρικό, Benicio Del Toro, μετά το τέλος της προβολής της ταινίας, σε μια κατάμεστη των 5000 θεατών αίθουσα, στην Αβάνα της Κούβας. Αυτές οι δυο διαφορετικές εικόνες συντάσσουν ένα πολύ ενδιαφέρον πλάνο δύο κόσμων σε ευθεία αντιπαράθεση. Ενός πολέμου ιδεών που αναζωπυρώθηκε με αφορμή μια κινηματογραφική ταινία. Τίποτα δεν είναι οξύμωρο και παράδοξο. Ανάμεσα στον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό του Hollywood και στην δυναμική της κινηματογραφικής τέχνης, τελικά, υπάρχει τεράστιο χάσμα που δικαιολογεί την δήλωση του Del Toro πως «αν ζούσα την δεκαετία του 60, θα ήμουν ίσως άλλο πρόσωπο και θα συμφωνούσα με τον ένοπλο αγώνα», παρευρισκόμενος στην πρεμιέρα της ταινίας στο στολισμένο με πορτρέτα του Che, Buenos Aires της Αργεντινής – πρωτόγνωρο στην ιστορία της πόλης –.
Βγαίνουν όπλα λοιπόν και πολύ καλά κάνουν. Το σινεμά μοιάζει να έχει την τιμητική του με κάτι τέτοια, ως τέχνη διεισδυτική και δυναμική. Ως τέχνη που επηρεάζει άμεσα την πραγματικότητα και κυρίως την πολιτική. Ο Che, άλλωστε, καλλιτέχνης και ο ίδιος – μιας και είναι γνωστή η αγάπη του για την φωτογραφία – και επαναστάτης ταυτόχρονα, ποτέ του δεν θα διαχώριζε τις διαφορετικές εκφράσεις του ανθρώπου να μιλήσει και να παλέψει για την αλήθεια και την απελευθέρωση. Είτε γίνεται με πολιτικά εργαλεία, είτε με αισθητικά. «Χρειαζόμουν να κάνω αυτή την ταινία. Ένιωσα πως αν αξίζω κάτι, έπρεπε να πω ναι. Δεν θα μπορούσα να πω όχι», θα πει ο σκηνοθέτης και ο Del Toro θα συνεχίσει πως «θέλει ευθύνη αυτός ο ρόλος» ενώ όταν τον πολυσκοτίσουν πέφτοντας πάνω του δημοσιογράφοι γεμάτοι κριτικές παρατηρήσεις, ο ίδιος γεμάτος, από την άλλη, αξιοπρέπεια θα φύγει στην μέση της συνέντευξης λέγοντας «Γράψτε ό,τι θέλετε, δεν με νοιάζει!». Σε μια τέτοια λογική, μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ειρωνική, μάλλον, δήλωση του πως οι διαδηλώσεις στο Miami, είναι αυτές «που κάνουν την Αμερική μεγάλη».


Και άλλο ένα (φάντασμα) πάνω από τις πένες των κριτικών κινηματογράφου

Η ενόχληση δεν έμεινε μονάχα στα ακροδεξία «σινεφίλ» στοιχεία του Miami. Ταυτόχρονα γυρίσανε και τα μυαλά κάποιων που διοικούν το σινεμά – και τις πληρωμένες πένες τους -, τα ίδια μυαλά που διοικούν εμμέσως και τα ναρκωτικά, την τρομοκρατία και τον έλεγχο της συνείδησης του κοινού – και προφανώς μιλάμε για τα βιομηχανικά συμπλέγματα των ΗΠΑ – στο γεγονός πως δυο καλλιτέχνες που έχουν βραβευτεί από τους μεγαλύτερους και συστημικότερους μηχανισμούς στο σινεμά – Κάννες και Ακαδημία των Όσκαρ – ξεφεύγουν από τα όρια και τους «όρους» που θέτονται και αποφασίζουν να κάνουν αυτό που θέλουν, που νιώθουν και πιστεύουν μπρος στην ιστορία, την αλήθεια και την συνείδηση τους. Θέλει ευθύνη όντως να δηλώνεις για την προβολή στην Αβάνα πως «υπάρχει ένα ακροατήριο εδώ… που θα μπορούσε να είναι ο πιο ακριβοδίκαιος κριτής της ιστορικής ακρίβειας της ταινίας» όπως έκανε ο Del Toro. Κριτές άλλωστε υπήρξαν πολλοί και ειδικότερα μέσα στις ΗΠΑ. Πολλοί προσπάθησαν να βρούνε αισθητικά λάθη και να κάνουν τις κλασικές και μη εξαιρετέες κινηματογραφικές ακαδημαϊκές συγκρίσεις, – ασχέτως που αν καταδέχονταν να κοιτάξουν με προσοχή την ταινία, αν και εφόσον δεν τους ενοχλούσε και δεν τους εμπόδιζε το αντι-ακαδημαϊκό εκτόπισμα του Che, θα μένανε θαμπωμένοι -.
Θαμπωμένοι και έκπληκτοι με το σπουδαίο cinéma vérité στυλ της που βοηθάει στην αδιαμεσολάβητη πρόσληψη του θέματος, τη δραματική υπεροχή της φωτογραφικής διεύθυνσης που αναβιώνει και εμβαθύνει την χρονική εποχή συνταιριάζοντας τους χαρακτήρες στο πλαίσιο της και ενθουσιάζοντας μας με την, φυσικού φωτός, στυλιστική ακρίβεια, τον τρόπο που αφηγηματικά βαραίνει τους τόνους σε όλους τους τομείς όσο η συγκυρία της Βολιβίας μοιάζει να δείχνει τα στοιχεία ήττας της εξέγερσης – δίχως όμως να εγείρει διδακτικές αυταπάτες, πεσιμισμούς και ρομαντισμούς -, τον τρόπο που καθρεπτίζει και αναπαριστά τα αρχειακά υλικά μοντάροντας την ταινία ως σύνολο με ρυθμική ακρίβεια, αφηγηματική καθαρότητα και «αμπερδεψιά», την επαγωγική ιδεολογικοποίηση της εικόνας που όπως ο Soderbergh τονίζει «απεικόνισα πράγματα που έχουν νόημα σε πρακτικό αλλά και ιδεολογικό επίπεδο», των εκφράσεων, την χρήση – του ισπανικού (!) και όχι συμβατικού, και κατά συνέπεια κερδοφόρου, αγγλικού – διαλόγου, την αποφυγή της αφελής και χυδαίας θριαμβολογίας πάνω σε ένα μύθο αλλά τον εξανθρωπισμό του ως μέρος μιας κοινωνικής, ρεαλιστικής και ηθογραφικής διαδικασίας που αυτή, εν τέλει, βλέπουμε γεμάτη αγωνία, σασπένς, ένταση και κοινωνική ματιά.
Οι κριτές αποσιωπώντας όλες τούτες τις κινηματογραφικές, σκηνοθετικές και σεναριακές αρετές που την καθιστούν μια σπουδαία και «ολιστική» αφηγηματικά ταινία από άποψη φόρμας, λειτουργίας της και κοινωνικής ανάγκης, ξεκίνησαν την υπονόμευση. Στόχος της υπονόμευσης ακριβώς αυτό: το περιεχόμενο, η ουσία, η δυναμική του πορτρέτου που ο Soderbergh δημιούργησε με μορφολογική τελειότητα. Με αυτόν τον τρόπο, έγινε προσπάθεια η κουβέντα να ξεφύγει από το προκείμενο και το τετράωρο «έπος» – έπος με την ορολογία της θεωρίας της τέχνης -, να μείνει μια σκονισμένη μπομπίνα. Ο σπουδαίος κριτικός κινηματογράφου Roger Ebert είχε γράψει σε μια κριτική του πως «είναι η χειροπιαστή απόδειξη ότι κανένας εξ’ όσων συνδέονται με αυτή (την ταινία)… δεν δίνουν μία για το ποιος και τι είναι ο Τσε Γκεβάρα, ο Φιντέλ Κάστρο, η Κουβανική Επανάσταση και οτιδήποτε άλλο θέλει πάνω από πέντε λεπτά σκέψης!» Αν και αυτό το έγραψε για τους συντελεστές του ξεχασμένου «Che!» του 1969, ταιριάζει γάντι και για τους σημερινούς κριτικούς και την σχέση ταύτισης, ενδιαφέροντος ή και περιφρόνησης τους με το θέμα που η ταινία πραγματεύεται. Και θα συμφωνήσω ταυτόχρονα – όπως ο καθένας που έχει σοβαρά κριτήρια βλέποντας μια ταινία – με την άποψη ενός άλλου κριτικού πως η ταινία είναι «κάτι που οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να δουν και πρόθυμοι να συζητήσουν σε όλο τον κόσμο, κάτι που είναι περιέργως επείγον… κάτι εκπληκτικό. Όποιος την είδε εδώ, δεν θα τη ξεχάσει ποτέ». Αυτό είναι άλλωστε το πρόβλημα για μερικούς. Πως όποιος είδε, γνώρισε, διάβασε για τον Che, ποτέ του δεν τον ξέχασε.


Εμπάργκο στην Κούβα… εμπάργκο και στην ταινία

Η ταινία προβλήθηκε μονάχα σε 35 αίθουσες στις ΗΠΑ αποφέροντας κέρδη 164000 δολαρίων ενώ στον υπόλοιπο κόσμο άνω των 20 εκατ. Αν και τα κέρδη δεν ξεπέρασαν το budget παραγωγής της, τα παραπάνω στοιχεία αποδείχνουν από την μια την δυναμική του Che και των ιδεών του σε παγκόσμιο – εκτός ΗΠΑ – επίπεδο, επιβεβαιώνοντας, από την άλλη, τον τρόπο που τον αποφεύγει και τον πολεμά το κάθετα διαρθρωμένο κινηματογραφικό σύμπλεγμα της Αμερικής. Γνωστά πράγματα θα πείτε, αλλά καθόλου ανεπίκαιρα να ξανασυζητιούνται. Αλλά μιας και είναι λανθασμένο να προσεγγίζουμε μονάχα με οικονομικούς και εμπορικούς όρους την επιτυχία μιας ταινίας, ο πόλεμος που της εξαπολύθηκε, μπορεί να είχε τα αποτελέσματα που οι υπεύθυνοι των στούντιο – ως εντολοδόχοι άνωθεν σχεδιασμών – προσδοκούσανε, αλλά μια ταινία τον 21ο αιώνα ευτυχώς και δεν πεθαίνει μετά το πέρασμα της χρονικής περιόδου προβολή της στις αίθουσες. Η «παράνομη» εκδημοκρατικοποίηση του ίντερνετ, την κρατά ζωντανή. Ο καθένας την έχει όποτε την θελήσει ζωντανή μπρος στα μάτια του. Στην χώρα μας, κι αυτό έχει τεράστιο εγχώριο ενδιαφέρον πάντως, τα δυο μέρη της ταινίας δεν βρήκαν ποτέ τον δρόμο τους για τις αίθουσες.


Film rebelde και… το να γυρνάς ταινίες για επαναστάτες ενέχει κινδύνους

Όπως είπαμε, ενέχει ευθύνη από την μία αλλά και κινδύνους από την άλλη να γυρίσεις ταινία για τον Che, όπως για κάθε μεγάλο πολιτικό – και κομμουνιστή ιδιαιτέρως – επαναστάτη. Για διάφορους μα και προφανείς λόγους. Υπάρχει ο κίνδυνος να συντηρήσεις ένα μύθο και να υπερθεματίσεις έναν άνθρωπο εκτός της ιστορικής πραγματικότητας και να τον μετατρέψεις σε έναν «superman», μπορεί επίσης να τον καταντήσεις καρικατούρα και να χάσει την ψυχή του. Όμως υπάρχει και ο κίνδυνος, που θέλει κότσια να τον υπερβείς, γιατί μπορεί να καταφέρεις να δημιουργήσεις ένα δυνατό έργο τέχνης που να γοητεύει, να εμπνέει, να επηρεάζει το κοινό και για αυτόν τον ίδιο ακριβώς λόγο να βρεις πραγματικούς μπελάδες, με αυτούς που δεν γοητεύονται ποτέ και με τίποτα, πέρα από τα δολάρια. Τους βιομήχανους.
Αν ο Che ήταν μια ακόμη ανώδυνη, παρωχημένη ιστορική προσωπικότητα, ένας ανεπίκαιρος επαναστάτης άλλων εποχών και ιδεολογιών ίσως και όλα να έβαιναν καλώς. Αλλά όταν μιλάς για τον Che δεν μιλάς για αυτόν τον ίδιο μα για μια εν ενεργεία επανάσταση, για έναν εν ενεργεία λαό – τον Κουβανικό -, για ένα εν ενεργεία παγκόσμιο όραμα, για ένα εν ενεργεία ηθικό κώδικα, για ένα εν ενεργεία όπλο. Όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης «δεν μπορείς να κάνεις μια ταινία για έναν τύπο που έχει αυτές τις σκληροπυρηνικές σοσιαλιστικές αρχές ισότητας και όμως να τον απομονώνεις με κοντινά πλάνα». Ενέχει λοιπόν ευθύνη, σοβαρότητα, εικαστική και αισθητική οξύτητα και πολύ, μα πάρα πολύ θάρρος. Ο μακαρθισμός άλλωστε ποτέ δεν σταμάτησε ως υπόγειο ρεύμα διοίκησης και διαχείρισης του σινεμά. Η άμεση λογοκρισία μπορεί να πέθανε, ο ηθικός κανονιστικός κώδικας Hays του Hollywood να καταργήθηκε ή να μεταλλάχτηκε, αλλά η χρηματοδότηση είναι ο ένας, μοναδικός και αιώνιος κώδικας που λέει την τελευταία λέξη στα πάντα. Αυτός που πάντα αποφασίζει. Και δίχως χρηματοδότηση – κι ας μου επιτραπεί μια παρένθεση: σκηνοθέτες βγάλανε στο σφυρί βραβεία τους, για να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν τις ταινίες τους – δεν υπάρχει σινεμά, δεν υπάρχει τέχνη και κατά συνέπεια δεν υπάρχει άποψη. Και δίχως άποψη δεν υπάρχει μνήμη, δεν υπάρχει συνέχεια, υπάρχει μονάχα υποδούλωση. Θάρρος λοιπόν, του Soderbergh, θάρρος του Del Toro, θάρρος όλων των συντελεστών. Άλλοι θα χάνανε την δουλειά τους στο άψε – σβήσε. Αυτοί την κράτησαν μα σαφώς και τέθηκαν σε μια confidential «μαύρη λίστα» των στούντιο που κάποια στιγμή μπορεί και να χρησιμεύσει.


Κανένας επίλογος για τον Τσε

Τα «Ημερολόγια μοτοσυκλέτας» δώσανε με μεγάλη ομορφιά και δραματουργική ένταση ενός σημαντικού road movie, την ηθική εξέλιξη και ανωτερότητα του ανθρώπου Che Guevara και τα δυο μέρη του Soderbergh απεικόνισαν αυτή την ολική συγκρότηση του επαναστάτη εν ώρα μάχης. Κατάφεραν να τον αποστασιοποιήσουν από την χρήση του ως logo, ως motto, ως ανώδυνο συμβολιστικό επίγραμμα. Κατάφεραν μέσω μιας προσωπικότητας να επανέλθουν στην επανάσταση ως συλλογικό αξίωμα, να την επικαιροποιήσουν, να αναδείξουν την ατομική και συλλογική υπεροχή της. Η υπογραφή του Soderbergh ως σκηνοθέτη και η συγκλονιστική από ψυχής ειλικρίνεια του πρωταγωνιστή Del Toro στην προσέγγιση του ρόλου του που γνωρίζουν αμφότεροι την δύναμη της κάμερας και είναι τεχνίτες στην χρήση της, υποδηλώνει πως τέχνη δεν μπορεί να υπάρξει δίχως υψηλή φόρμα που να εκφράζει ένα υψηλότατο περιεχόμενο – όχι μυθικό – μα υπαρκτό, καθημερινό και αναγκαίο. Oι όποιες ακαδημαϊκές φανφάρες που πετάγονται στον δημόσιο λόγο που κανείς εκ των υπευθύνων τους πραγματικά δεν γνωρίζει, δεν καταλαβαίνει και αδυνατεί να στηρίξει θεωρητικά και πρακτικά, αποτελούν μάλλον εκ του πονηρού άλλοθι για προσωπικές – πολιτικά μιλώντας – εκτιμήσεις, προθέσεις και προσδοκίες. Να τι ακριβώς είναι ντροπή και «κάτω από την ζώνη» αισθητική αδικία, για να μην πω αλητεία.

*Οι δυο ταινίες θα έπρεπε έστω με καθυστέρηση 9 ετών να βρούνε διανομή στην χώρα μας. Τα δικαιώματα κάποτε είχαν αγοραστεί. Παρόλα αυτά η εταιρία που τα αγόρασε δεν υπάρχει πια. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως είναι ζήτημα που απασχολεί τους ανθρώπους που βλέπουν σινεμά οι επιλογές των εταιριών να προβάλλουν σκουπίδια και να προσβάλλουν το κοινό και να μη σπρώχνουν σοβαρές τοποθετήσεις που έχουν τεράστιο κινηματογραφικό, αισθητικό, ιστορικό και… εμπορικό, αφού αυτό είναι που τους νοιάζει, ενδιαφέρον.
http://www.toperiodiko.gr/che-steven-soderbergh/#.WUZJYROLRMU