Τετάρτη

All Inclusive

1
2

«Ένα τέτοιο ξενοδοχείο, σαν αυτό της πάνω φωτογραφίας, θα μπορούσατε να είχατε και εσείς στην περιοχή σας, αν είχατε λίγο μυαλό και ήσασταν διορατικοί, όπως οι Τούρκοι» έλεγε στους ντόπιους παραθεριστές ο συμπατριώτης τους ο Τάσος, που χρόνια εργαζόταν στο εξωτερικό σε μεγάλο επενδυτικό κεφάλαιο.  
Και τους έδειχνε με περηφάνεια ανάλογα ξενοδοχεία μαμούθ, που είχαν κατασκευαστεί με χρηματοδότηση απο το τμήμα ανάπτυξης νέων αγορών του fund, στο οποίο είχε την θέση του επικεφαλής.
«Ρε είσαστε ξεροκέφαλοι. Δεν μπορείτε να καθίσετε και να σκεφτείτε λογικά ποιο είναι το συμφέρον σας;» τον άκουσα να τους ρωτάει.
Από συγγενείς και φίλους άκουγα, ότι ο Τάσος κάθε καλοκαίρι επέστρεφε απο την Αμερική στην πατρίδα για τις διακοπές του. Με την Jane, την Αμερικανίδα σύζυγο του και τα δύο παιδιά τους.
Κανείς δεν μου είπε ποτέ κάτι κακό για τον Τάσο. Και ούτε, για να πούμε την αλήθεια, άκουσα και κάτι.
Όλοι γνώριζαν, πώς κατάφερε με το πείσμα και την επιμονή του να φθάσει πολύ ψηλά.
Τους γονείς του τους φρόντισε, την αδελφή του την προίκισε, το σπίτι το πατρικό το ανακαίνισε, καραγκιοζιλίκια και φιγούρες με ακριβά αυτοκίνητα στο χωριό δεν έκανε, στην πλατεία όλους τους χαιρετούσε.
Ακόμη και τον Θοδωρή, το ζαβό παιδί, που το έντυναν και το έβγαζαν τα δυο γερόντια, οι γονείς του.
Ε, δεν χρειάζεται να κάνεις και περισσότερα σε ένα χωριό, για να σε έχουν ψηλά στην εκτίμησή τους οι συγχωριανοί σου.
Πίστευα, λοιπόν, ότι αγαπούσε τον τόπο του.
Και έδωσα σημασία στη κουβέντα που μόλις είχε ανοίξει.
Αυτή για την αξιοποίηση του μεγάλου αιγιαλού της ιδιαίτερης πατρίδας του, μέσα στον οποίο ήταν και η ταβέρνα που ακουμπούσε στα κύματα.
Δεν είχε προσέξει, ο Τάσος, ότι καθόμουν στο διπλανό τραπέζι.
Και όταν κάποια στιγμή τα βλέμματα μας συναντήθηκαν, δεν μου μίλησε, ούτε και με χαιρέτησε.
Το πιο πιθανόν ήταν, ότι δεν με θυμόταν.
Είχανε άλλωστε περάσει και πολλά χρόνια από τότε που κάναμε παρέα. Και εγώ, είχα πάλι χρόνια να έρθω στο όμορφο αυτό παραθαλάσσιο μέρος.
Τον γνώριζα τον Τάσο, από τα καλοκαίρια των μαθητικών μου χρόνων.
Στην ίδια παρέα ήμασταν που παίζαμε μπάλα στο ξερό του χωριού, με τα ίδια παιδιά ρίχναμε μακροβούτια απο το μεγάλο βράχο, μπροστά στην Εκκλησιά της Παναγιάς. Κολλητάρια όμως ποτέ δεν γίναμε.
Αρχές δεκαετίας του ’80, φοιτητής των Οικονομικών ο Τάσος, εργαζόταν σαν σερβιτόρος στην παραλιακή αυτή οικογενειακή ταβέρνα που σήμερα, τριάντα και, χρόνια μετά, γευμάτιζε.
Και η τύχη το έφερε, σήμερα να βρισκόμαστε στην ταβέρνα, που είχε μείνει σχεδόν ίδια, όπως τότε.
Μόνο τις ξύλινες καρέκλες είχαν αλλάξει και είχαν βάλει τις άσπρες πλαστικές του γύφτου.
«Σίγουρα δεν με θυμάται» σκέφθηκα. «Διαφορετικά, θα με χαιρετούσε» είπα από μέσα μου, όταν τον είδα να περνάει μπροστά από το τραπέζι μου, για να χαιρετήσει κάποιους άλλους.
Και όσο τον άκουγα η τον έβλεπα, τόσο μου ερχόταν εικόνες από παλιά.
Ναι. Τον θυμάμαι κατά τη μία το βράδυ, όταν πια αυτή η -ίδια σαν σήμερα και τότε- ταβέρνα έκλεινε, να έρχεται και να μας βρίσκει στην La Luna την discotheque.
Κρυμμένη σε κάτι χωράφια , περνούσες χωματόδρομους για να την βρεις πίσω από τις ελιές.
Με την μεγάλη στρογγυλή μπάλα στο κέντρο της πίστας και τα πολύχρωμα λαμπιόνια που αναβοσβήνανε.
Τον θυμάμαι λοιπόν, να μπαίνει μέσα σε σφυρίγματα και ιαχές και να πιάνει θέση σαν dj.
Να παραγγέλνει ουίσκι κόλα και να ψάχνει ανάμεσα στα βινύλια των τριάντα τριών στροφών τα καλύτερα κομμάτια.
Του άρεσε ο Santana και η Amanda Lear. Και ο Eric Burdon. Και ο Lou Reed.
Και με την χαρακτηριστική αρκαδική προφορά, να παίρνει το μικρόφωνο, που παρασίτιζε, και να αφιερώνει κομμάτια –«πάντα εξαιρετικά» όπως έλεγε- στην ξαδέλφη μου την Ντενίζ απο την Κυψέλη και την φίλη της την Σοφία -μαθήτριες τότε, έχουν λίγο μπαταλέψει σήμερα, αλλά να είναι καλά τα κορίτσια- που περνούσαν το καλοκαίρια τους στο Άστρος.
Δεν μας πείραζε που τον Lou Reed τον έλεγε Λιού Ριτ. Μπορεί να κρυφογελάγαμε, αλλά για να πούμε και του στραβού το δίκιο, από τον Τάσο πρωτoακούσαμε το «Walk in the wild side».
Μας ενοχλούσε μόνο, όταν εκεί που χορεύαμε μπλούζ το «Don’t let me be misunderstood», πέταγε άσχετες μαλακίες η αμπελοφιλοσοφίες για τον έρωτα και το φεγγάρι.
Του άρεσε να μιλάει, όπως και απόψε το βράδυ που είχε πιάσει μονότερμα τους συγχωριανούς του.
Φορές-φορές πάλι μετάφραζε και τα λόγια από τα τραγούδια.
«Κόψε την πάρλα ρε βλάχο» του φωνάζανε από κάτω οι κάφροι, μα αυτός γέλαγε, λες και το’κανε επίτηδες, για να μας χαλάσει την ερωτική διάθεση που είχε ανέβει στα ύψη από την επαφή μας με τα κορίτσια.
Και έκοβε το τραγούδι στη μέση και το γύριζε απότομα σε κλαρίνα και νησιώτικα.
Και όταν, κατά τις τρείς τη νύχτα, φεύγαμε και πηγαίναμε στην παραλία -ίδια και απαράλλαχτη και σήμερα, όπως και τότε- ερχότανε και αυτός μαζί μας και έπιανε την κιθάρα του για να τραγουδήσει την ελληνική έκδοση της Teresa.
Και να κοιτάει την ξαδέλφη μου στα μάτια, και η ξαδέλφη μου, ψηλομύτα Αθηναία, να μην καταδέχεται ούτε ματιά να του ρίξει και να χασκογελάει με την Σοφία, άλλη πάλι μυξοπαρθένα και αυτή.
Και να παίρνει την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, απο την καφετέρια ο Τάσος τηλέφωνο στο σπίτι μας και να το σηκώνει ο θείος μου ζοχαδιασμένος.
«Είν’ η Ντενίζ αυτού;» τον ρωτούσε. Χωρίς ούτε καλημέρα να πει, γιατί ψάρωνε με το πού άκουγε αυτό το επιβλητικό «Εμπρός» του θείου του Αλέκου.
Και ο θείος, τι παράξενος που ήτανε, να αναπαύεται όμως η ψυχή του και ο Θεός να του συγχωρέσει όλα τα γαμωσταυρίδια που έριχνε, όταν ήταν ζοχαδιασμένος, να του λέει ένα ξερό όχι, να του κλείνει το τηλέφωνο και το μεσημέρι που γυρίζαμε απο την παραλία να μας λέει ότι πήρε ένας βλάχος και ζήταγε την Ντενίζ.
«Πες του κωλόβλαχου να μην τηλεφωνάει από τις εννιά το πρωί. Σε διακοπές είμαστε» τους έλεγε και αμέσως μετά συνέχιζε την νουθεσία στα κορίτσια.
«Γαμώ την Κυρά Πόπη» -μια γειτόνισσα στα Άνω Πατήσια ήτανε η δόλια- «που με παρέσυρε να αγοράσω εξοχικό στον Άγιο Αντρέα, και όλη την Αρκαδία. Σας έχω πει, εκεί στα βράχια που πηγαίνετε και κολυμπάτε, να προσέχετε τους αχινούς και τους βλάχους που κάνουν μάτι. Σας βλέπουν με τα μαγιό και πάνε μετά πίσω απο τους θάμνους και την παίζουν.».
Έκανε και άλλα πράγματα πολλά ο Τάσος, που εμείς ούτε καν τολμούσαμε ή και δεν γνωρίζαμε πως να τα κάνουμε.
Ο Τόσος έπιανε με το χέρι του φίδια, γνώριζε να αρμέγει αγελάδες, έσφαζε κότες, έπιανε χταπόδια με το χέρι, άνοιγε αχινούς και τους ρουφούσε, σκαρφάλωνε στη μάντρα της Κυρά Πόπης και μάζευε σύκα, ήξερε να δένει την εξάτμιση από το παπί του, άλλαζε μπουζί στο αγροτικό του πατέρα του, καθάριζε φίλτρα από τις πομόνες του χωραφιού τους.
Τώρα, εάν μέσα σε όλα αυτά, που σε μας φαίνονταν σπουδαία, πηδούσε και την Ερωφίλη, την κατσίκα τους, ε δεν πειράζει!
Ήταν μια εφηβική συνήθεια των νέων του χωριού, που θα ξεχνιόταν με τα χρόνια.
Την συνήθιζε η ντόπια παρέα και εμείς, οι Αθηναίοι, φοβόμαστε ακόμα και να τους δούμε.
Έπαιρνε μαζί του, έτσι λέγανε οι χωριάτες, και τον Θοδωρή, το ζαβό της περιοχής, να ξεχαρμανιάσει και αυτό το δόλιο.
«Ψυχικό κάνει ο Τάσος. Πούτσο έχει και αυτό, και μάλιστα μεγάλο» έλεγαν οι γονείς του ζαβού.
Περάσανε πολλά τέτοια καλοκαίρια.
Ο Τάσος πήρε το πτυχίο του από την Εμπορική σχολή των Αθηνών, το σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο, και μετά τον στρατό -υπηρέτησε σε μια μονάδα του Κιλκίς- σηκώθηκε και πήγε σε ένα θείο του στην Αμερική, που είχε ανοίξει μια μικρή αλυσίδα απο κουρεία.
Δούλεψε ταμείο, λογιστήριο και marketing πελατών, έμαθε τα καλά Αμερικάνικα, όχι αυτά των μεταναστών, και παράλληλα πήρε master σε financial Investment.
Δούλεψε με επιτυχία στην αρχή σαν Real estate Agent και στις αρχές του 2000 μετακόμισε στην Wall Street σαν μεσάζοντας venture capital.
Παρακολούθησε σεμινάρια, courses κι διαλέξεις. Δεν έμεινε στάσιμος στην δουλειά του. Την εξέλιξη την κυνήγησε.
Μέχρι που, λίγα χρόνια αργότερα, έγινε ο επικεφαλής μας ομάδας επενδυτών για αναζήτηση ευκαιριών σε αναπτυσσόμενες χώρες.
Μαρόκο, Τουρκία, Αίγυπτος και Κροατία ήταν μερικές μόνο από τις χώρες, τις οποίες επισκεπτόταν για αναζήτηση νέων τουριστικών παραδείσων.
Δεν τα πήγε καθόλου άσχημα, και αυτό οι Αμερικάνοι του το ανταπέδωσαν. Και πολύ καλά μάλιστα.
Στο χαρτοφυλάκιό του, τα τελευταία χρόνια, του έβαλαν και την Ελλάδα.
Και καμάρωνε ο θείος του, ο κουρέας με την αλυσίδα στην Αστόρια, που επέστρεψε μόνιμα πριν λίγα χρόνια για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, ότι ο Τάσος κέρδιζε πολλά χρήματα και ταξίδευε σε πολλές χώρες.
«Την Αρκαδία, όμως, την πονάει» έλεγε. «Εδώ θα αφήσει και αυτός τα κόκαλά του».
Δεν βαριέσαι!
«Σύντροφε, οι αναμνήσεις και οι μακρόσυρτες συζητήσεις είναι γεροντική ασθένεια» είχε κάποτε πει στον Νίκο Καζαντζάκη μια νεαρή κυρία απο το θρυλικό ΚΚΣΕ.
Ήταν σε μια επίσκεψή του στη Μόσχα, που είχε προσκληθεί, και ο αειθαλής Κρητικός δεν έβαζε γλώσσα μέσα.
Και καλό είναι ο κάθε αφηγητής ιστοριών του παρελθόντος, πέρα από το να αποφεύγει τις φλυαρίες, για να μην κουράζει τους αναγνώστες με ασήμαντες λεπτομέρειες, να μην τις πολυμελώνει από πάνω και με την νοσταλγία της νιότης.
Αυτή έφυγε, και η όποια ωραιοποίησή της σίγουρα δεν γυρίζει τον χρόνο πίσω.
Και βέβαια, καθόλου δεν ενδιαφέρουν τον αναγνώστη που έφτασε σε αυτό το σημείο της ιστορίας, ούτε πως γαμωσταύριζε ο θείος ο Αλέκος την ξαδέλφη μου, όταν την έψαχνε τα πρωινά ο Τάσος, ούτε, πολύ περισσότερο, πού θα αφήσει τα κόκκαλα του ο τελευταίος όταν τα τινάξει.
Γιατί εδώ το θέμα μας είναι άλλο. Είναι η ανάπτυξη και η αξιοποίηση της ομορφιάς του τόπου.
«Γιατί στην πατρίδα μας να μην γίνονται τέτοιες επενδύσεις μαμούθ; Πού υστερούμε; Τι μας λείπει; Μήπως η διορατικότητα;» όπως έλεγε ο Τάσος.
Και την βραδιά εκείνη, που καθόμουνα στο διπλανό τραπέζι, ο Τάσος με επαγγελματική ρητορική εξηγούσε τα οικονομικά οφέλη απο μια τέτοια επένδυση.
Τους έδινε ενδεικτικά νούμερα αναφέροντας ότι πάνω απο πεντακόσιοι ντόπιοι θα έβρισκαν δουλειά, ότι τοπικοί παραγωγοί θα ανεφοδίαζαν το συγκρότημα με τα προϊόντα τους- αφού οι πελάτες θα γευμάτιζαν στο εσωτερικό του ξενοδοχείου- ότι η προβολή αυτή θα έφερνε και περισσότερους ξένους και άλλα, πολλά άλλα, που άναψαν την συζήτηση για τα καλά.
«Και τι θα γίνουν ρε Τάσο όλες αυτά τα μαγαζιά και οι ταβέρνες που έχουμε στην περιοχή, αν κάθονται όλη μέρα μέσα οι πελάτες; Δεν θα κλείσουν;» τον ρώτησε ένας αφελής συγχωριανός του.
«Οι ταβέρνες ρε σας μαράνανε; Ποιος τα λέει ρε όλα αυτά και σας φοβίζουν; Ξέρεις πόσα εκατομμύρια θα μοιραστούν στην περιοχή για να αγοραστούν αυτά τα οικόπεδα; Τι τα κρατάτε; Αργά η γρήγορα θα σας τα πάρουν οι τράπεζες η δεν θα αντέχετε τους φόρους και τότε θα τα δώσετε μισοτιμής. Ενώ τώρα! Θα βάλετε κατευθείαν το χρήμα στη τσέπη σας. Και θα έχουν και τα παιδιά σας δουλειά. Με ΙΚΑ και με ωράριο. Και δεν θα αναγκάζονται να φεύγουν έξω.»
Ήταν λόγια μεστά. Απο ένα επιτυχημένο τεχνοκράτη. Και πάνω απο όλα από ένα πατριώτη που είχε ζήσει και δουλέψει στα μέρη τους. Δεν ήταν κάποιος ξένος, αυτός που τους τα έλεγε. Ήταν το δικό τους παιδί.
«Πόσες ρε μέρες τον χρόνο ερχόσαστε σε αυτά τα πέτρινα ερείπια;» συνέχισε ακάθεκτος ο Τάσος.
«Είκοσι, άντε τριάντα το πολύ μέρες. Και δώστε χρήματα να τα βάψετε, βρείτε ξυλουργούς να αλλάξατε τα κουφώματα, που τα σάπισε η αλμύρα, και απο το πρωί μέχρι το βράδυ να μουρμουράτε για τον ΕΝΦΙΑ που πληρώνετε και το καταναλωτικό, που χρόνια τώρα ξεχρεώνετε για εκείνη την τελευταία μεγάλη επισκευή»
«Ξυπνήστε ρε! Δώστε τα και ησυχάστε! Εγώ ρε τι νομίζετε; Δεν την πονάω αυτή τη γη;»
«Και εάν τόσο πολύ σας λείπει ο τόπος σας πάρτε ένα απο αυτά τα πακέτα εποχής που φτιάχνουμε για τους ιθαγενείς. Πιο οικονομικό θα σας έρθει απο το να κάθεστε και να παιδεύεστε. Όλα θα είναι πληρωμένα.»
Τον άκουγαν σκεφτικοί στην παρέα. Έδειχναν να μην έχουν επιχειρήματα να αντιτάξουν. Άδικο είχε; Όχι, δεν είχε.
Μέχρι που βράδιασε, φύσηξε λιγάκι και άρχισε να ακούγονται απο την μεριά της θάλασσας ο φλοίσβος, και απο την μεριά του Πάρνωνα οι γρύλλοι.
Μείνανε λίγο αμίλητοι, να ρεμβάσουν. Αυτό το δροσερό αεράκι που κατέβαινε κατευθείαν από τον Πάρνωνα έδειχνε να τους παίρνει όλες τις έγνοιες και τα βάσανα.
Κάνα δύο θεριακλήδες τόλμησαν να ανάψουν τσιγάρο, αλλά τους έκανε αμέσως παρατήρηση ο Τάσος και τους ζήτησε να πάνε να καπνίσουν σε απόσταση τουλάχιστον πενήντα μέτρων.
Ποιος; Ναι, ο Τάσος που έστριβε ότι χόρτο έβρισκε και στη μαστούρα πάνω έκανε ζικ ζακ με ένα παπί όλη την διαδρομή απο το παράλιο στον Άγιο Αντρέα.
Δεν είχαν τίποτα άλλο πια να πουν. Και ζήτησαν να πληρώσουν.
«Εννιά Ευρώ ο καθένας σας» τους είπε ο σερβιτόρος.
Και πρόσθεσε γελώντας, αφού φαίνεται κρυφάκουγε: «All inclusive».
«Κερασμένα απο μένα» είπε ο Τάσος, ρίχνοντας ταυτόχρονα μια ματιά συμπόνοιας στο γκαρσόνι, που τόλμησε να κάνει και χωρατό με τον Head Manager του μεγάλου επενδυτικού κεφαλαίου.
Ο δύσμοιρος αυτός επαρχιώτης, που το χειμώνα δούλευε στο τοπικό τυροκομείο, καθαρίζοντας βαρέλια φέτας και τα καλοκαίρια συμπλήρωνε το χαρτζιλίκι του δουλεύοντας σε αυτή την ταβέρνα, όπως και ο Τάσος πριν από πολλά-πολλά χρόνια, δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί, πώς θα άλλαζε το μέλλον του εάν, αντί να σερβίρει με το σορτσάκι και τις σαγιονάρες, φορούσε μια καθαρή στολή με το όνομα του καρφιτσωμένο στο πέτο του πουκαμίσου.
Και είχε και το θράσος να ειρωνευτεί τα all inclusive.
Ποιος; Ένας τσόγλανος που κοίταζε να περάσει η ώρα, να καβαλήσει την μηχανή του και να πάει με την κοπέλα του στο bar να γίνουν φέσι. Και μετά σε καμιά καλαμιά απο πίσω να κάνει έρωτα κάτω απο το αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Δεν άφησαν τον Τάσο να πληρώσει τον λογαριασμό οι φιλόξενοι Αρκάδες.
Πλήρωσαν αυτοί τον λογαριασμό, τον καληνύχτισαν και περπάτησαν λίγο στην αμμουδιά, μπροστά απο την ταβέρνα, για να χωνέψουν.
Λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν τα σπίτια τους με τα παράθυρα αφημένα ανοιχτά, για να μπαίνει μέσα ο απογευματινός μπάτης και να τα βρουν το βράδυ, που θα γυρίσουν, δροσερά.
Και ίσως εκεί, σε αυτή την βόλτα, μέσα στης νύχτας την σιγαλιά, να ξανασκέφτηκαν τα τελευταία επιχειρήματα του ανοιχτόμυαλου συμπατριώτη τους.
Ότι αν φόραγαν ένα βραχιολάκι θα ήταν όλα πληρωμένα.
Και αν στο κάτω-κάτω οι ρομαντικοί ήθελαν να ακούν φλοίσβους, γρύλλους και γκιώνηδες την ώρα εκείνη την βραδινή που θα κάθονταν στην βεράντα τους, όλους αυτούς τους μαγικούς ήχους που φαίνεται μόνο απλοϊκοί άνθρωποι καταλαβαίνουν, θα τους έβρισκαν σίγουρα σαν μουσική συνοδεία σε κάποιο κλιματιζόμενο lounge bar ενός τέτοιου ξενοδοχείου γίγαντα.
Γ.Κ
Υ.Γ.1 .Η φωτογραφία η κάτω είναι απο τη μοναδική ταβέρνα σε ένα αρκαδικό ψαροχώρι, που αρνείται πεισματικά να αλλάξει παρά τις προτάσεις για αξιοποίηση, που έχουν δεχτεί οι ντόπιοι απο διάφορους Ελληνοαμερικανούς μεσίτες. Είδαν άλλωστε και το χαΐρι του μεγάλου συγκροτήματος που έφτιαξαν οι μετανάστες απο την Αμερική, το περίφημο αρκαδικό χωριό που ογκοπλαστικά τουλάχιστον δεν έχει καμιά σχέση με αυτά τα φαραωνικά μεγαθήρια που ονειρεύεται ο Τάσος.
Αν και αισθητικά καλόγουστο αυτό το οργανωμένο οικιστικό συγκρότημα, με το δήθεν μπακάλικο και καφενείο του χωριού, θυμίζει νεκροταφείο. Όσοι επένδυσαν εκεί κλαίνε τα λεφτά τους. Τα βράδια, για να δουν λίγο κίνηση, κατεβαίνουν στο παράλιο χωριό για μαλλί της γριάς και λουκουμάδες.
Υ.Γ.2 Στο πανηγύρι, της Παναγιάς ανήμερα στα Βέρβαινα, ο Τάσος έκανε παρατήρηση στον ψήστη, που είχε βάλει σε κάτι αυτοσχέδιες σούβλες με κάρβουνα καμιά δεκαριά γουρουνοπούλες. Ο αθεόφοβος έπιανε με το χέρι του τα κομμάτια που έριχνε στη λαδόκολλα. Μόλις τον είδε ο Τάσος, που, σαν σερβιτόρος στην παραλιακή ταβέρνα, αν του έμπαινε στο μάτι κανένας παράξενος πελάτης, δεν δίσταζε να φτύσει μέσα στο πιάτο, ενοχλήθηκε.
Με το δίκιο του. Είχε φαίνεται καλομάθει στους κανόνες υγιεινής που τηρούν τα fast food stores στη νέα του πατρίδα. Εκεί τα πολτοποιημένα κοτόπουλα, τα άλογα και τα αυτιά απο τα μοσχάρια, που γίνονται κιμάς για hamburger, ο ψήστης τα πιάνει με το πλαστικό γάντι και δεν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης μολυσματικής ασθένειας.
Υ.Γ.3 Έλεγα στη Ντενίζ την ξαδέλφη μου, που σπούδασε Ψυχολογία σε ένα Κολλέγιο της πλάκας στην Ανατολική Αττική, και ανάθεμα αν έχει ποτέ κάνει ψυχανάλυση σε άνθρωπο, ότι συνάντησα τον Τάσο. Της είπα, ότι τον άκουσα να μιλάει για θέματα ανάπτυξης και τουριστικής αξιοποίησης της περιοχής, που είχαν το εξοχικό οι γονείς της.
Την ρώτησα αν τον θυμάται.
«Ξεχνάω ποτέ πόσο όμορφα περνούσαμε εκείνα τα καλοκαίρια; Ναι μωρέ, τον θυμάμαι αυτόν τον βλάκα» μου απάντησε, και, όταν βεβαιώθηκα ότι εννοούσε τον Τάσο, τότε της περιέγραψα πόσο πολύ είχαν αλλάξει οι συνήθειες του. Αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν συμπεριφορική διαφοροποίηση παρελθοντικών έξεων.
Το τελευταίο μπορεί να μην το κατάλαβε η Ντενίζ, αλλά έκανε γνωμάτευση σπουδαία:
«Ξάδελφε ο Τάσος δεν είναι βλάκας. Μ@λάκας είναι. Και ήταν μ@λάκας και τότε που κάναμε παρέα. Και εσείς νομίζατε ότι δεν τον γούσταρα, επειδή ήταν βλάχος».
(Αγαπητέ φίλε, από την πολλή ανάπτυξη και την αξιοποίηση έχουν καταστραφεί όλες οι παραλίες και οι περιοχές που αγάπησα σαν παιδί. Και η Ελλάδα γίνεται αγνώριστη και απωθητική αλλά δεν το βλέπουμε. Για το all inclusive σκέφτομαι πως θα προτιμούσα να μην ξανακάνω διακοπές στη ζωή μου, παρά να κάνω αυτό το πράγμα. Ένας φίλος με έβαλε στην κουζίνα ενός ξενοδοχείου all inclusive και μου έδειξε τα τρόφιμα. Οι σκυλοτροφές καλύτερες θα είναι. Να είστε καλά.)


Πηγή: pitsirikos