Δευτέρα

Τα χάπατα πεθαίνουν σιωπώντας

papandreou kastelorizo

Κομπανιέρο Πιτσιρίκο,
Τη φωτογραφία τη θυμάστε;
Είναι τότε που ο Γιωργάκης πήγε Καστελόριζο και γύρισε με το πρώτο μνημονιάκι, αυτό που δεν θα πέρναγε ο κόσμος να χαλάσει.

Τον οποίο Γιωργάκη θα τον κρεμούσαμε στο Γουδί μαζί με τους άλλους προδότες του «Ναι σε όλα».
Καλά, μιλάμε, όποιος ιστορικός πέσει πάνω στα κείμενα και στις συνομιλίες των Ελλήνων κατά την περίοδο των μνημονίων, θα νομίζει ο άνθρωπος ότι οι ‘Ελληνες θα έθαψαν καμιά δεκαριά χιλιάδες.
Πόσοι τιμωρήθηκαν στην πραγματικότητα;
Κανένας.
Και ούτε πρόκειται, μην κοροϊδευόμαστε πια και μεταξύ μας.
Κουράστηκε και η γλώσσα να λέει παπαριές για σκίσιμο των μνημονίων και για κρεμάλες στους προδότες, οπότε τα μνημόνια πέφτουνε βροχή πλέον.
Μέχρι σήμερα, έχουμε καταπιεί 4 -που λέτε- και βγάλαμε και το σκασμό.
Επιβεβαιώθηκε μέχρι και το παχύδερμο -νομίζω ο Πάγκαλος- που έλεγε «Ποιοι αγανακτισμένοι; Αυτοί το Σεπτέμβριο θα είναι όλοι σπίτια τους».
Και έτσι έγινε.
Και δεν άλλαξε και τίποτε από τότε.
Οι υπόλοιποι παρατηρητές ήταν, είναι και μάλλον θα είναι.
Γκρίνιαζε πολύς κόσμος για τις γεμάτες πλατείες, μάλιστα κάποιοι έλεγαν ότι δεν γίνονται έτσι οι επαναστάσεις.
Και όταν έφυγαν οι «αγανακτισμένοι», νόμιζες πως θα πάρουν οι άλλοι, οι πιο ξύπνιοι, την σκυτάλη.
Βέβαια, έφυγε ο κόσμος από τις πλατείες και δεν ξαναγύρισε, ούτε αυτοί που γκρίνιαζαν κατέβηκαν.
Κατά τ’ άλλα, θα έβγαιναν εξοργισμένοι στους δρόμους αν τους πείραζαν τους μισθούς, τις συντάξεις ή τα σπίτια τους.
12 περικοπές στις συντάξεις (11+1), οι μισθοί έπεσαν από 200-1000 ευρώ ανά περίπτωση, άρχισαν και οι πλειστηριασμοί στα σπίτια και ο ‘Ελληνας τουμπεκί.
‘Οχι πως θα άλλαζε κάτι με τις γεμάτες πλατείες -μην ξαναλέμε για την απεργία διαρκείας, τη στάση πληρωμών και την συνεχή συμμετοχή στα κοινά: τα μόνα μέτρα που μπορεί να πάρει μια κοινωνία και που φοβάται το σύστημα.
Οπότε, η συνέχεια ήταν εκατοντάδες κουραστικές και ανούσιες περπατησιές των δρόμων στο κέντρο και το μεσημέρι σπίτι να φάμε τα γιουβαρλάκια της μαμάς/γιαγιάς/συζύγου.
Μόνο οι Ισλανδοί, σαν μαλάκες, διεκδικούν ένα καλύτερο αύριο.
Δεν είναι τυχαίο που η μόνη χώρα στην οποία παραιτήθηκε πρωθυπουργός για τα Panama Papers -εντός 24ωρου παρακαλώ- ήταν η Ισλανδία.
Δεν ξέρω για πόσο θα αντιστέκονται, αλλά μέχρι τώρα το κάνουν χωρίς φανφάρες και μεγαλοστομίες.
Και μιλάμε τώρα για «χλιαρές» αντιδράσεις και ένα τόσο δα πάτημα στο πόδι των αγορών, δηλαδή τίποτα το πρωτοφανές ή πρωτότυπο.
Οι Ισλανδοί ούτε Οκτωβριανή Επανάσταση έκαναν, ούτε «εεε οοοο πάρτε το μνημόνιο και φύγετε από ‘δω», ούτε πήρανε τα όπλα παραμάσχαλα και όποιον πάρει ο χάρος.
Και όμως, προσπαθούν για δημοκρατία και δικαιοσύνη, μέσα στον καπιταλισμό παρακαλώ.
Και όμως, χωρίς να φάνε όλη τους τη ζωή σε θεωρίες, πέτυχαν στην πράξη όσα ήθελαν -και αυτό από μόνο του είναι μια τεράστια νίκη.
Οι Ισλανδοί λοιπόν δεν κάνουν κάτι το τρομερά επαναστατικό.
Απλά είναι τόσο θλιβερός ο υπόλοιπος κόσμος, που η ίδια η έννοια της δημοκρατία είναι επαναστατική ιδέα.
Μάλιστα όταν τους παρατήρησα για πρώτη φορά νόμιζα πως ήταν τίποτα ατενίστας.
Αλλά τουλάχιστον οι Ισλανδοί προσπαθούν και ακόμα και αν σε λίγα χρόνια τους πατήσουν κάτω, θα έχουν να θυμούνται όλα αυτά που κατάφεραν.
Εξάλλου, αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει.
‘Ομως αυτός που δεν αγωνίζεται έχει ήδη χάσει.
Και ποιοι είμαστε άλλωστε εμείς για να κρίνουμε τους Ισλανδούς;
Τι κάναμε εμείς όλα αυτά τα χρόνια μετά την κρίση του 2008 που να μπορεί να ξεπεράσει αυτά που έκαναν οι Ισλανδοί στο ίδιο διάστημα;
Τίποτα.
Οπότε τον τελευταίο μήνα το έριξα στην πλήρη αδιαφορία για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα (και θα το συνεχίσω γιατί είναι ότι πιο υγιεινό).
Δεν είναι τα χιλιάδες μίλια που βρισκόμουν μακριά της από τον Φεβρουάριο.
Τους λόγους τους ξέρετε -ή μπορείτε να τους φανταστείτε- και βαριέμαι να τους επαναλαμβάνω στο ένα και μοναδικό κείμενο που θα γράψω αυτό τον καιρό.
Μάλλον είναι που βρίσκομαι στην Ελλάδα τις τελευταίες μέρες -για οικογενειακούς λόγους- και μέσα σε μόλις 3 μήνες μου φαίνεται σαν να γέρασαν τα πάντα 3 χρόνια.
Τέτοιος είναι πλέον ο ρυθμός της κατάρρευσης.
Τώρα θα φάμε άλλα δυο πολύ ωραία μνημόνια στην τιμή του ενός και λίγο πριν τα χωνέψουμε θα φέρει άλλα τρία ο Μητσοτάκης, μην μας χαλάσει τη δίαιτα και μην μείνει παραπονεμένος μια ζωή που δεν βγήκε έστω μια φορά «υπάλληλος του μήνα».
Μια ολόκληρη κοινωνία στη φορμόλη, ένα καθωσπρέπει προτεκτοράτο με τις ανούσιες κυβερνήσεις να διαδέχονται η μια την άλλη όπως τα βρακιά έναν κώλο.
Το ίδιο χιλιοπαιγμένο έργο.
Οι ίδιοι ηθοποιοί και οι ίδιοι θεατές.
Φουρτουνάτσηδες και Βροντάτσηδες να εναλλάσσονται στην εξουσία και την αντιπολίτευση και τάχα μου να κόπτονται για το καλό της πατρίδας.
Ως κυβέρνηση εγγυητές της σταθερότητας και των επιταγών των αγορών και ως αντιπολίτευση να ωρύονται γι’ αυτά που θα ψήφιζαν εν ριπή οφθαλμού αν ήταν κυβέρνηση.
Αλλά, όχι, καλά να πάθουμε.
Η ελληνική κοινωνία γκρίνια για όλα και ουσία μηδέν.
Περιμένει να αλλάξουν όλα από μόνα τους ή να γίνει έστω κανένα θαύμα.
Να κάνει πάντα κάποιος άλλος την αρχή και να φτάσει μέχρι και το τέλος, μην κουραστεί πολύ η χρυσή μου.
Λίγοι οι καθαροί που το μόνο που κάνουν είναι να προσπαθούν να παραμείνουν καθαροί σε έναν ατέλειωτο στάβλο.
Από ‘κει και πέρα οι υπόλοιποι δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα και απλά τσαμπουνάνε σοφιστείες από «σεβασμό» προς τα θύματα της κρίσης και των πολιτικών που εφαρμόζονται.
Από τον καλλιτεχνικό κόσμο μέχρι ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, η αδιαφορία για την πολιτική είναι έκδηλη.
‘Αλλοι έχουν τη δικαιολογία πως δεν φτύνουν εκεί που τρώνε και άλλοι δεν νοιάζονταν ποτέ, οπότε γιατί να νοιαστούν τώρα.
Λες και άμα κλείσεις τα μάτια σου η ζωή σταματάει να τρέχει.
Εν τέλει, μου φαίνεται πιο πιθανό να συγκρουστεί με την ολιγαρχία και τη διαπλοκή ο Αλέξης, παρά οι πολίτες.
‘Ολη αυτή η βουβαμάρα, δεν είναι η σιωπή που προηγείται μιας εξέγερσης δίχως προηγούμενο, αλλά είναι αυτό και μόνο αυτό: η σιωπή της αποχαύνωσης.
Δεν μου πήρε βέβαια έναν ολόκληρο χρόνο για να το συνειδητοποιήσω.
Το ήξερα από το πρόγραμμα-γέφυρα του 2015 ότι η κωλοτούμπα ήταν προ των πυλών και ότι θα ήταν αρκετοί αυτοί που θα την κατάπιναν αμάσητη.
Αυτό που δεν περίμενα ήταν όσα θα επακολουθούσαν μετά το δημοψήφισμα.
Στο δημοψήφισμα δεν υπήρχε η δικαιολογία των κομμάτων ή των παρατάξεων ή των πολιτικών πεποιθήσεων.
Το ερώτημα ήταν ξεκάθαρο.
ΝΑΙ σε περισσότερα χρόνια υποτέλειας ή ΟΧΙ.
ΝΑΙ σε αυτήν την Ευρώπη των αγορών ή ΟΧΙ.
ΝΑΙ σε μνημόνια ή ΟΧΙ.
ΝΑΙ ή ΟΧΙ, πιο απλό δεν γινόταν.
Δεν υπήρχε τρίτος δρόμος και ας τον έψαχνε μάταια το ΚΚΕ.
Η λύσσα των ΜΜΕ και όλων των σάπιων για να βγει το ΝΑΙ ήταν το καλύτερο επιχείρημα για πεις ΟΧΙ.
Δεν υπήρχε το ίσως.
Μπορεί να είμαι ενάντια στα δημοψηφίσματα με ένα συγκεκριμένο ερώτημα και το δικαίωμα σε δυο απαντήσεις (ΝΑΙ/ΟΧΙ) -γιατί πάντα θεωρούσα ότι η δημοκρατία είναι η ανταλλαγή όλων των απόψεων χωρίς πλαίσια και διλήμματα όπου ακόμα και η επιλογή των ερωτήσεων είναι απεριόριστη- αλλά εκείνη τη στιγμή το δημοψήφισμα ήταν μια ευκαιρία για όλους και δεν θέλησα προσωπικά να κρυφτώ πίσω από έννοιες και ιδεατά.
Σε μια χώρα που η δημοκρατία είναι αστείο, ένα τέτοιο δημοψήφισμα για κάτι τόσο σημαντικό ήταν κεραυνός εν αιθρία, μια μοναδική ευκαιρία.
Και μάλλον ήταν και η τελευταία.
Εκείνη τη στιγμή, τελείωσαν τα ψέματα.
‘Επεσαν όλες οι μάσκες και αποκαλύφθηκαν όλα τα πρόσωπα.
Δεν υπήρχε μάλλον ή ίσως ή δεν ξέρω/δεν απαντώ.
Και όταν ο Αλέξης Τσίπρας πήρε το ΟΧΙ και το έκανε ΝΑΙ -γιατί αυτό ήταν το σχέδιο εξαρχής (με μόνη εξαίρεση ότι δεν περίμενε να βγει το ΟΧΙ και μάλιστα με τέτοια διαφορά)- μας κοίταξε στα μάτια η ίδια η ζωή και μας ρώτησε ξεκάθαρα «αντέχετε;».
Μόνο που ο κόσμος, επί της ουσίας, μετέτρεψε και το δικό του ΟΧΙ σε ΝΑΙ.
Μάλιστα επιβράβευσε τον Αλέξη Τσίπρα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Μπορεί μόνο ένα 19% του εκλογικού σώματος να τον ψήφισε -και άλλο ένα 20-30% τα υπόλοιπα μνημονιακά κόμματα και τη Χρυσή Αυγή-, μπορεί οι μισοί να μην πήγαν να ψηφίσουν, αλλά τελικά η περιβόητη Ελλάδα που αντιστέκεται ήταν πανταχού απούσα.
‘Ισως γιατί δεν υπάρχει.
Και έτσι το όνειρο της όποιας αντίστασης σακατεύτηκε.
Τα όνειρα δεν πήραν εκδίκηση ούτε κατά προσέγγιση -και δεν αναφέρομαι στο προεκλογικό σύνθημα του βρωμοΣΥΡΙΖΑ.
Μιλάω για τα δικά μας υποτιθέμενα όνειρα και τις δικές μας υποτιθέμενες υποσχέσεις, το ανάχωμα που θα στήναμε απέναντι σε αυτούς που μας θέλουν να πληρώνουμε για το δικό τους χρέος.
Σακατεύτηκαν όλα.
Και δεν μας απέμειναν ούτε δυο τραγούδια, δυο βιβλία, κάτι ως παρακαταθήκη για το μέλλον.
Αλλά μόνο τα πουλιά, εξάλλου, πεθαίνουν τραγουδώντας.
Τα χάπατα πεθαίνουν σιωπώντας.
Πώς να δημιουργηθεί κάτι και από ποιον;
Οι δε καλλιτέχνες -τους οποίους κριτικάρεις συχνά-πυκνά- μου θυμίζουν μια ταινία του 1981, το Μεφίστο του Κλάους Μανν (που εμπνεύστηκε από τον Φάουστ) και συγγνώμη που αποκαλύπτω την πλοκή.
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας νομίζει πως αν επιβιώσει η τέχνη από τους Ναζί, τότε ο κόσμος θα γίνει καλύτερος.
Οπότε κάνει ακριβώς αυτό, ο κόσμος πεθαίνει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις άθλιες συνθήκες της ναζιστικής Γερμανίας και αυτός κοιτάει να δώσει την τέλεια παράσταση.
Βέβαια, όταν επικρατεί ο σκοταδισμός η τέχνη δεν μπορεί να μείνει ανεξίτηλη.
Χωρίς να το συνειδητοποιεί, κάθε του βήμα είναι ένα βήμα προς το σκοτάδι.
Τον μεθά το χειροκρότημα, ακόμα και η αγάπη των Ναζί για κάποιον που δεν πολέμησε παρά μόνο στα λόγια -και αργότερα ούτε στα λόγια.
Και στο τέλος όλοι οι προβολείς στραμμένοι πάνω του, στην μεγαλύτερη παράσταση της ζωής του, με το πολυβόλο να στοχεύει υπομονετικά όσο εκείνος μάταια προσπαθεί να αποδράσει τυφλωμένος από τα φώτα, λίγο πριν ακουστεί το τελευταίο χειροκρότημα.
Σαν άλλοι Μεφιστοφελήδες, οι καλλιτέχνες τρέφουν την αυταπάτη της δημιουργίας, ότι το φως μπορεί να νικήσει το σκοτάδι αν είναι αρκετά δυνατό.
‘Ισως κάπου-κάπου και οι υπόλοιποι πιστεύουν κάτι αντίστοιχο.
Δεν πειράζει, πολλοί την πάτησαν έτσι και η Ιστορία είναι γεμάτη από χιλιάδες παραδείγματα.
Και έτσι η Ελλάδα πέφτει θύμα των ανόητων εμμονών της.
Και έτσι, τα 6-7 χρόνια κρίσης θα τα διαδεχθούν τα επερχόμενα 20 χρόνια ανάπτυξης τύπου Γκάνας, Γουατεμάλας ή Μεξικού.
Γιατί έτσι μας αρέσει.
Και δεν θα ανοίξει ρουθούνι.
Ρίξε μια καλή ζαριά και για μένα ρε ζωή -όλη η κυρίαρχη νοοτροπία σε μια πρόταση.
Και πόσο γουστάρω που βλέπω τους ραγιάδες να σχολιάζουν ότι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο.

– Αχαχαχαχα, είδες στη Βενεζουέλα τις ουρές στα σουπερμάρκετ;
– Αμ, στη Σουαζιλάνδη σκοτώθηκαν 10 αγροίκοι για μια φέτα ψωμί.
– Και κοίτα στο Δυτικό Χαπατιστάν τι έπαθαν επειδή δεν υπέγραψαν μνημόνια, τους έριξαν τους μισθούς στα επίπεδα του 1960, αχαχαχαχαχα.
– Κοίτα τους μαλάκες στη Βόρεια Κορέα που έχουν φάει τον Κιμ στην μάπα. Ρε πάλι καλά εμείς που πάμε από ΓΑΠ σε Σαμαρά και από Τσίπρα σε Μητσοτάκη.
Αυτό, με τη χαρά που παίρνει κάποιος όταν ισοπεδώνεται μια χώρα, δεν μπορώ να το εξηγήσω ή να το ψυχολογήσω.
Ειδικά, όταν ζεις σε μια ισοπεδωμένη χώρα.
Ερωτική απογοήτευση;
Σκέτη μαλακία που μας δέρνει;
Θα σας γελάσω.
Καλά το είπε μια φίλη ότι όποιος ασχοληθεί με την ιστορία αυτών των χρόνων δεν θα πρέπει να είναι ιστορικός, αλλά ψυχίατρος.
Μάλλον θέλει ψυχολόγο όποιος μπορεί να ευτυχήσει μόνο αν δυστυχεί ο διπλανός του.
Οι ‘Ελληνες περιμένουν να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα και να σώσουν τα δικά τους κεκτημένα, πάση θυσία των άλλων.
Δεν μου άρεσαν ποτέ οι γενικολογίες και οι εξισώσεις, αλλά τώρα πια δεν με ενδιαφέρει.
‘Οπως έλεγε και ο Mr. Freeman -ο Ρώσος-:
«Πως αλλιώς να αντιμετωπίσεις ένα λαό όπου ο καθένας θεωρεί τον διπλανό του ηλίθιο;
Εγώ έξυπνος και όλοι οι άλλοι μαλάκες.
Εγώ καθαρός και όλοι οι άλλοι σκατάδες.
Μέχρι ποιο σημείο πρέπει να μας φτάσουν ώστε να δούμε στους άλλους τον εαυτό μας;
Και το εγώ να γίνει εμείς;»
Πέρασαν 6 χρόνια και δεν έγινε τίποτα, παρά συνεχίζουμε να τρώμε ο ένας τον άλλον, λες και βράζουμε σε διαφορετικά καζάνια ή λες και εμάς δεν θα μας πιάσει η καταστροφή.
Υπάρχει ένα αμερικανικό ρητό που μ’ αρέσει όσο λίγα και που το έχω ξαναγράψει: αν δεν είσαι μέρος της λύσης, τότε είσαι μέρος του προβλήματος.
Οι συντριπτικά περισσότεροι ‘Ελληνες δεν είναι μέρος της λύσης, άρα είναι μέρος του προβλήματος.
Η Ιστορία μας μέτρησε και μας βρήκε τρομαχτικά λίγους.
Πάντως, θέλει ψυχολόγο -και όχι ιστορικό- μια εντελώς απολιτίκ κοινωνία -η ελληνική- όπου τα αριστερόμετρα και τα δεξιόμετρα έχουν βαρέσει κόκκινο.
Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στην Ελλάδα είναι τόσο έντονο, ειδικά όταν μεγάλωσα κυρίως αλλού.
Αντ’ αυτού, επικράτησε το διαίρει και βασίλευε.
Λες και θα κατέβει ένας συστημικός να διαδηλώσει ή ένας φασίστας να τσακίσει την ολιγαρχία.
Σκοτωθήκαμε μεταξύ μας να λύσουμε σε μια νύχτα όλα μας τα ψυχολογικά και την ίδια στιγμή οι μπότες σε ξέφρενο πάρτυ με τα κεφάλια μας.
Το διαίρει και βασίλευε του συστήματος όχι μόνο πέτυχε αλλά κατάφερε να βάλει στο φέρετρο κάθετι επικίνδυνο για εκείνο.
‘Η τουλάχιστον έτσι πίστευα.
Γιατί τώρα πια έχω την εντύπωση πως το μόνο που υπάρχει στην Ελλάδα είναι οι τσέπες.
‘Ολα για τα λεφτά, όσα φάμε και όσα πιούμε.
Και οι μόνοι που αντιστέκονται είναι αυτοί που δεν έχουν μερίδιο στην πίτα.
Μέχρι να αποκτήσουν βέβαια.
Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης -μια και πιάνεις τους καλλιτέχνες- είχε γράψει ένα πολύ ωραίο κείμενο αναφερόμενος στα παιδιά της Κύπρου: «Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. ‘Έχω γάμο’, λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας. Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν; Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ό,τι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος.»
Δεν με νοιάζει με ποιον συντάσσεται ή συντάχθηκε ο Αλκίνοος, αν μίλησε όσο έπρεπε ή όχι, αλλά αυτό του το απόσπασμα ταιριάζει και εδώ στην Ελλάδα, αν όχι παντού.
Λεφτά, λεφτά, λεφτά και τίποτε άλλο.
Το ζούμε σε όλο τον κόσμο πλέον, αλλά στην Ελλάδα δεν υπάρχουν δικαιολογίες.

Το καταλαβαίνω να κυνηγάς τα λεφτά στις ΗΠΑ, τη Σουηδία, την Αυστραλία, τη Γερμανία, το Ντουμπάι.

Στην Ελλάδα τι διάολο θα τα κάνεις;
Τα μισά θα στα φάει το κράτος με ΕΝΦΙΑ, 24% ΦΠΑ, ΙΚΑ, σύκα και χαράτσια και τα άλλα μισά ξανά το κράτος σε λογαριασμούς και όπου σε πετύχει.
Και να ‘λεγα ότι είμαστε ΗΠΑ, που παρά την υψηλότατη φορολογία όλο και κάτι θα γυρίσει σε κάποιο έργο, αλλά όλα αυτά τα χρήματα πακετάρονται με το που εισπραχθούν και καταλήγουν σε ένα βαρέλι δίχως πάτο στη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών και αγορών, αλλά και σε ένα χρέος που όλο διογκώνεται και καταπίνει τα πάντα γύρω του.
‘Ολα αυτά, στην τελική, γίνονται για να σιγοψηθεί καλά η χώρα λίγο πριν την καταβροχθίσουν.
‘Ολη η φασαρία γίνεται για την εκτόξευση των ιδιωτικών κερδών και για να ολοκληρωθεί το ξεπούλημα της χώρας και όλα τ’ άλλα είναι τρίχες και φλυαρία.
Και ο κόσμος αντί να τους περάσει σουβλάκι, κάθεται και ανέχεται αμόρφωτους τύπου ‘Αδωνι, Κούλη, Αλέξη και Μιχελογιαννάκη.
Κάποιοι τους ψηφίζουν κιόλας, εκτός και αν βγαίνουν από μόνοι τους, οπότε πάω πάσο.
Και δεν υπάρχει εναλλακτική γιατί δεν καίγεται πια κανείς για εναλλακτική.
Μέχρι και αυτοί που έφυγαν από το ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι, θα φροντίσουν τον επόμενο καιρό να νερώσουν αρκετά το κρασί τους για να μπορεί να καταπίνεται.
Και ο κόσμος αρκείται να λέει ότι δεν γουστάρει την πολιτική, λες και ο κόσμος αλλάζει ή άλλαξε ποτέ με την αποστασιοποίηση.
«Μαμά, μαμά έδειραν τον Κωστάκη σήμερα στο σχολείο αλλά εγώ δεν τον χτύπησα.»
«Μπράβο παιδί μου και να προσέχεις.»
Σε όλους αυτούς τους καναπεδάκηδες χωροφύλακες που σου την έπεσαν -μετά το κείμενο σου περί αποχώρησης- έχω να τους αφιερώσω αυτό: «Ο χειρότερος αγράμματος είναι ο πολιτικά αγράμματος. Δεν ακούει τίποτα, δεν βλέπει τίποτα, δε μετέχει στην πολιτική ζωή. Δε δείχνει να γνωρίζει ότι το κόστος διαβίωσης, η τιμή των φασολιών, του αλευριού, του ενοικίου, των φαρμάκων, όλα βασίζονται σε πολιτικές αποφάσεις. Νιώθει ακόμη και περήφανος για την πολιτική του αμορφωσιά, φουσκώνει το στήθος και λέει πως μισεί την πολιτική. Δεν γνωρίζει, ο ηλίθιος, πως απ’ την έλλειψη συμμετοχής του στα κοινά προέρχεται η ύπαρξη της πόρνης, το παρατημένο παιδί, ο κλέφτης και, χειρότερα απ’ όλα, οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι, oι λακέδες των εκμεταλλευτριών πολυεθνικών εταιρειών.»
Δεν συζητάμε πια για τις ιδέες μας, αλλά για τις ιδιότητες μας.
Το σύστημα μας φόρεσε προβιές και εμείς τις δεχθήκαμε με ευχαρίστηση.
Σκατά, είμαι πιο νηφάλιος από ποτέ αλλά δεν μπορώ να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά και ελπίζω να έβγαλαν άκρη όλα αυτά που γράφω εδώ και 45 λεπτά.
Κάτι ράγισε μέσα μου γι’ αυτά τα χρόνια που δεν θα γιάνει ποτέ, κομπανιέρο.
Τι κάναμε εξάλλου αυτά τα τελευταία 6 χρόνια;
Τίποτα.
Απολύτως τίποτα.
Ο καθένας από μας δεν έχει να επιδείξει κάτι απτό, έστω κάτι χρήσιμο για τους επόμενους.
‘Ενα αγανακτισμένο καλοκαίρι και 4 μνημόνια στα 4, που ανέδειξαν κοινωνικοπολιτικά μόνο τη Χρυσή Αυγή… α και τον Αλέξη με τον Κούλη που σε άλλες εποχές ούτε κυλικείο δεν θα κρατούσαν.
Αυτή είναι η κληρονομιά των έξι χρόνων.
Και τώρα έρχονται οι τοκογλύφοι να πάρουν το τελευταίο οχυρό που είναι οι μισθοί, οι συντάξεις, τα επιδόματα, τα σπίτια και οτιδήποτε ξεχωρίζει τον πολίτη από έναν δούλο, με πρόσχημα για άλλη μια φορά την αποτυχία των μεταρρυθμίσεων.
Πιο πιθανό είναι να σηκώσει τρεμπλ η Λέστερ του χρόνου, παρά να πιάσει η διαλυμένη ελληνική οικονομία τους δημοσιονομικούς στόχους.
Οπότε έρθουν να μας τα πάρουν.
Και θα τα πάρουν.
‘Ολα.
Επειδή δεν έχουν απέναντι την ελληνική κοινωνία, παρά μόνο στα λόγια -ίσως ούτε και σ’ αυτά πια.
Οι «διαπραγματεύσεις» δεν θα γίνονται για την επιβολή ή μη των μέτρων, αλλά για το χρονοδιάγραμμα μέσα στο οποίο θα επιβληθούν.
Και θα επιβληθούν.
‘Ολα.
Επειδή δεν έχουν απέναντι την ελληνική κοινωνία, παρά μόνο στα λόγια.
Και όταν θα έχει στεγνώσει εντελώς η χώρα, μετά το ολοκληρωτικό ξεπούλημα και την απόλυτη εξόντωση της κοινωνίας, θα μας πουν «we are very sorry for the inconvenience. Please accept our sincere apologies.»
Θα έχουν καταφέρει να μας κάνουν όλα αυτά που δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι μπορεί να μας συμβούν.
Και θα συμβούν.
‘Ολα.
Επειδή δεν έχουν απέναντι την ελληνική κοινωνία, παρά μόνο στα λόγια.
Αλλά το πιθανότερο είναι η ζωή να συνεχιστεί και τότε, όπως συνεχίζεται σήμερα, οπότε τζάμπα σκάω.
Σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
Οι «παλιοί» εξάλλου θα το έχουν συνηθίσει και οι νέοι δεν θα έχουν μέτρο σύγκρισης για να σκεφτούν πως ίσως κάποτε ζούσανε καλύτερα.
Αν και αυτό μάλλον έχει ήδη συμβεί.
Καμία προοπτική αλλά δεν φαίνεται κανείς να νοιάζεται.
Θα νομίζουν άλλωστε ότι μετά από ‘δω θα τα κάνουν όλα διαφορετικά.
Εντελώς λούμπεν η ελληνική κοινωνία.
Λες και υπάρχει άλλη ζωή, μετά από εδώ.
‘Οπως ο ελέφαντας που όταν είναι μικρός τον δένουν με ένα σχοινί σε έναν μικρό πάσσαλο.
Αλλά είναι μικρός και αδύναμος και δεν μπορεί να δραπετεύσει.
Και όταν ο ελέφαντας μεγαλώσει, παραμένει δεμένος στον ίδιο πάσσαλο.
Αλλά παρ’ ότι με μια κίνηση μπορεί να τον ξεριζώσει, τελικά δεν το κάνει.
Ούτε θα το κάνει ποτέ.
‘Εχει εγκαταλείψει πια κάθε προσπάθεια -απ’ όταν μικρός, όταν μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει.
Και έχει συνηθίσει να είναι δεμένος στον πάσσαλο.
‘Εχει αποδεχθεί την σκλαβιά του.
‘Ισως να άρχισε να του αρέσει κιόλας.
Με εκτίμηση
Άρης
ΥΓ1: ‘Ασιμος 1982. ‘Ενα τραγούδι που μου θύμισε ο Παναγιώτης προ μηνών:
‘Βαρέθηκα τη μίζερή μου φύση
κανένας πια δε λέει να ξεκουνήσει
κανένας πια δε λέει να ξεκουνήσει
αναμφιβόλως
δε με χωράει ο τόπος ρε παιδιά.
Βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια,
τα δάκρυα να κάνω μπιχλιμπίδια,
τα λόγια, μοναχά, μας απομείναν κι οι θεωρίες
στην πράξη μας χαλάνε οι θεσμοί.
Βαρέθηκα να λέω πως θα αλλάξει
το σύστημα μας έχει επιτάξει
απόκληρα απομείναμε πουλάκια
κυνηγημένα
με ξεπουπουλιασμένα τα φτερά
Απόκληρα απομείναμε πουλάκια
με ξεπουπουλιασμένα τα φτερά
Βαρέθηκα κι αυτό το μονοπάτι
ακόμα και σαν βρω κάνα κομμάτι
πώς είναι δυνατό να μαστουριάζεις
εξήγησέ μου
άμα σου περιφράξαν την καρδιά.
Για πες μου, πώς μπορείς και μαστουριάζεις
άμα σου περιφράξαν την καρδιά.
Συνέχεια μου έρχεσαι από πίσω
δεν έχω πια το σάλιο να σε φτύσω
πώς γίνεται στον ένα παλαβιάρη
εξήγησέ μου
κουτόχορτο χιλιάδες να βοσκάν.’
ΥΓ2: Τζαβέλλας, 1975. Αυτό το είχε ανεβάσει ένας άλλος φίλος, αλλά δεν θυμάμαι πότε ακριβώς. Τι άλλο να πεις:
‘Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή,
έχεις κατάστημα κάπου στη γη.
Πουλάς εμπόρευμα, βγάζεις λεφτά
πολλά λεφτά, πολλά λεφτά.
Τις Κυριακές πρωί στην εκκλησιά
σταυροκοπιέσαι στην Παναγιά.
Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή,
έχεις και σύζυγο, κόρη, παιδί,
μοντέρνα έπιπλα, έγχρωμη TV,
τρως τροφή πνευματική.
Μακριά από κόμματα μην βρεις μπελά,
«Πατρίς, θρησκεία και φαμελιά».
Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή,
τι κι αν πεθαίνουνε πάνω στη γη
χιλιάδες άνθρωποι χωρίς ψωμί,
μαύροι, λευκοί ή κίτρινοι;
Ο γιος σου μοναχά να ’ναι καλά
ν’ αφήσεις τ’ όνομα και τον παρά.
Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή,
σκεύρωσες, σάπισες στο μαγαζί.
Τη νιότη ξόδεψες και την ορμή
για τη δραχμή, για το πετσί.
Δίπλα σου τ’ όνειρο, η ζωή και το φως
μα εσύ στο κουφάρι σου κλεισμένος εντός.
Ξέρεις πως δώσανε, κυρ Παντελή,
άλλοι τα νιάτα τους και τη ζωή
να γίνει τ’ όνειρο φέτα ψωμί
να φας κι εσύ, κυρ Παντελή;
Κι εσύ τι έδωσες, κυρ Παντελή;
Πες μας τι έκανες σ’ αυτή τη γη.
Πες μας τι άφησες κληρονομιά
που να εμπνέει τη νέα γενιά.
Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή,
έντρομε, άβουλε, συ φασουλή,
βρώμισες τ’ όνειρο και την ψυχή,
άδειο πετσί χωρίς πνοή.
Έντιμοι άνθρωποι, νέα γενιά,
θάψτε τους έντιμους μες στα σπαρτά
κι αυτούς που φτιάξανε τον Παντελή
σκουλήκι άχρηστο σ’ αυτή τη γη.’
ΥΓ3: Συγγνώμη για το πραγματικά τεράστιο κείμενο. Επιστρέφω στην… ιδιωτεία μου και ελπίζω να σας ξαναγράψω κάποια στιγμή. Απορώ, ρε μπαγάσα πιτσιρίκο, που βρίσκεις τα ψυχικά αποθέματα να γράφεις σχεδόν κάθε μέρα. Εντάξει, είναι η δουλειά σου και το βιοποριστικό σου επάγγελμα, αλλά και πάλι. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι που δεν αγαπάς επί 11 χρόνια. Εγώ πάντως χτύπησα ταβάνι.
(Αγαπητέ Άρη, τα έγραψες ΟΛΑ. Άρη, οι Έλληνες δεν μπορούν να σκεφτούν το κοινό καλό. Τους είναι άγνωστο. Και ο καθένας μόνος του θα ηττηθεί. Αυτό, το 2016 θα έπρεπε να το ξέρουμε. Αλλά, όπως φαίνεται, στους Έλληνες υπάρχει παντελής άγνοια της Ιστορίας. Άρη, για τους Ισλανδούς πρέπει να δεις τι μου γράφουν διάφοροι Ελληναράδες. «Έλα μωρέ τους Ισλανδούς, που δεν μετράνε, που είναι μια χούφτα άνθρωποι, που είναι γκάου» και τέτοια. Είναι αξιοσημείωτο πως οι περισσότεροι Έλληνες θέλουν να μειώσουν τον άλλον. Δεν θέλουν να δημιουργήσουν οι ίδιοι αλλά να μειώσουν τον άλλον. Αυτό θέλουν. Αυτό λέει πολλά και δείχνει μικροψυχία και ραγιαδισμό. Ε, δεν πας και πολύ μακριά με τέτοια «εφόδια». Άρη, δεν είναι θέμα ψυχικών αποθεμάτων το γράψιμο γιατί γράφω εύκολα και πολύ γρήγορα. Το τι γράφω είναι μια άλλη ιστορία. Πάντως, έδειξα στην πράξη πως μπορεί ένας παντελώς άγνωστος άνθρωπος, χωρίς διασυνδέσεις, μόνο με το όποιο μυαλό του, από το σπίτι του -ή από οπουδήποτε αλλού- να καταφέρει να ακουστεί η φωνή του. Αυτό μπορούσα, αυτό έκανα· ας το κάνουν κι άλλοι. Πάντως, τώρα δώσαμε, που λένε. Δεν έχω αυταπάτες. Έχω πάρει τις αποστάσεις μου. Μπορώ να γράφω κι έτσι. Να είσαι καλά, Άρη. Και να λυθούν όλα τα προβλήματά σου. Και να γράφεις, να γράφεις.)


Read more: pitsirikos