Πέμπτη

Η συρρίκνωση της δημόσιας σφαίρας και οι αναπόφευκτες συνέπειες

 
Του Ευθύμη Τσιλικίδη
Οι χλιαρές αντιδράσεις στην πολυετή επίθεση των ξένων και εγχώριων ελίτ στους δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους των Ελλήνων πολιτών μπορούν σε κάποιο βαθμό να αποδοθούν και στον περιορισμό του ενδιαφέροντος και των συζητήσεων για τα δημόσια ζητήματα, στη συρρίκνωση αυτού που αποκαλούμε δημόσια σφαίρα, που είχε προηγηθεί.  Σε όλο το διάστημα της ύστερης  μεταπολίτευσης  το φαινόμενο αυτό εξαπλώνεται για μια σειρά από λόγους όπως:

-η μετεξέλιξη των δυτικών δημοκρατιών (και της ελληνικής) σε μεταδημοκρατίες, με την επιφανειακή μεν διατήρηση των χαρακτηριστικών του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, αλλά στην πράξη την αποδυνάμωση της λαϊκής βάσης των κομμάτων εξουσίας και την υποταγή-διαπλοκή των ηγεσιών τους με τις επιχειρηματικές ελίτ, που διαμορφώνουν με τη βοήθεια τεχνοκρατών-στελεχών και των ΜΜΕ την πολιτική ατζέντα, ώστε να εξυπηρετούν τους σκοπούς τους. Η πολιτική μετατρέπεται από πεδίο συγκρούσεων σε πεδίο κυριαρχίας των ελίτ και φοβικής συναίνεσης των κυριαρχούμενων. Σε μια τέτοια κατάσταση η δημόσια σφαίρα χάνει το νόημά της για τους πολίτες-υπηκόους αφού η παραγωγή πολιτικής έχει απομακρυνθεί από τους ίδιους.

-η εξασθένηση των παλαιών κοινοτικών χαρακτηριστικών αλληλεγγύης και η ανάδυση-επιβολή από τις καπιταλιστικές δομές του «ορθολογικά σκεπτόμενου οικονομικού υποκειμένου», (homo oeconomicus), του οποίου κύριος προσανατολισμός είναι η εξασφάλιση-συσσώρευση πλούτου και οι υλικές απολαύσεις, σε συνδυασμό με μια αυξανόμενη κοινωνική αναλγησία. Γι’ αυτόν τον -καθόλου σπάνιο πλέον- ατομικιστικό τύπο πολίτη η δημόσια σφαίρα περιορίζεται στην τακτοποίηση των οικονομικών του συμφερόντων. Πολιτισμός, ισότητα, ελευθερία, αξιοπρέπεια είναι ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας -αν όχι παντελώς αδιάφορα.

-ο συγκεντρωτισμός στην τοπική αυτοδιοίκηση σε συνδυασμό με την ισχνή επιρροή των κοινωνικών κινημάτων. Η πολιτική κουλτούρα και η θεσμική λειτουργία στη χώρα (κι αυτό ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση που αγγίζει και τα σχολικά προγράμματα) όπως διαμορφώνεται στις τελευταίες δεκαετίες δεν προάγει πρακτικές που να ενισχύουν τη δημόσια σφαίρα,  ανακόλουθα με το αμεσοδημοκρατικό ιστορικό παρελθόν π.χ., της αρχαίας Αθήνας.

-η αντιπολιτική αντίληψη του «τέλους της ιστορίας» (F. Fucuyama) μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, σύμφωνα με την οποία «αποδείχθηκε» ότι «ο μόνος εφικτός τρόπος κοινωνικής οργάνωσης είναι η φιλελεύθερη δυτική δημοκρατία» και, συνακόλουθα, η οικονομία της αγοράς, αυθαίρετο συμπέρασμα-πρόβλεψη που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τεκμηριωθεί διότι υποτιμά τις καινοτόμες δυνατότητες της ανθρώπινης κοινότητας να δημιουργήσει στο μέλλον μια πιο αλληλέγγυα κοινωνική οργάνωση. Εντούτοις υποστηρίζεται σκόπιμα από τους συστημικούς διανοούμενους για να αμβλύνει τις πολιτικές αντιστάσεις, να περιορίζει τη δημόσια σφαίρα και να δικαιολογεί τις νεοφιλελεύθερες ακρότητες.

-οι εξωτερικές και εσωτερικές πολιτικές πιέσεις για πτώση του βιοτικού επιπέδου με την δραματική μείωση του εισοδήματος, το τεράστιο ποσοστό ανεργίας, την επισφαλή και ελαστική εργασία, την τεχνητή δημιουργία χρέους και την επακόλουθη εξαφάνιση του ποιοτικού ελεύθερου χρόνου που μπορεί να αφιερωθεί στα «κοινά». Τα προηγούμενα έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη στενά επιβιωτικής νοοτροπίας, ενός τρόπου ζωής σε διαρκή άμυνα για τα βασικά αγαθά και συνεχών εκπτώσεων στις ανθρώπινες αξίες, που δεν επιτρέπει μια εποικοδομητική ενασχόληση με τα φλέγοντα ζητήματα της δημόσια σφαίρας.

-η βιομηχανία της κουλτούρας, δηλαδή όλα τα πολιτιστικά παραπροϊόντα που δεν αποτελούν αντικείμενο έκφρασης γνήσιων και αξιόλογων καλλιτεχνικών ανησυχιών, αλλά εξυπηρετούν τα συμφέροντα της μουσικής βιομηχανίας (εγχώριας «λαϊκής» και ξένης χορευτικής), των τηλεοπτικών παραγωγών, όλων αυτών που προσπορίζονται από τις τέχνες αλλά δεν καλλιτεχνούν. Εδώ η δημόσια σφαίρα πλήττεται ακριβώς από το γεγονός ότι η ίδια απουσιάζει παντελώς ως θεματολογία από αυτές τις «δημιουργίες», οι οποίες τελικά μέσα από την μιντιακή προώθηση επικρατούν στις προτιμήσεις του κοινού και συντελούν στη διαμόρφωση ενός χαμηλού ποιοτικά κριτηρίου για την τέχνη, καθώς τα τετριμμένα θέματά τους (σε συντριπτικό ποσοστό ερωτικά) δεν ευνοούν και δεν στοχεύουν στην ανάπτυξη της κοινωνικής ευαισθησίας, συνειδητοποίησης και κριτικής σκέψης. Αντιθέτως αποσιωπούν σκόπιμα οτιδήποτε εκφράζει προβληματισμό και περίσκεψη, προκειμένου να καταστούν εύπεπτα και ευπώλητα.

– ο καταναλωτισμός, ως έξη που επικεντρώνει την ενεργητικότητα και τον αξιακό κόσμο της ύπαρξης στην ατομική απόλαυση.

Για όλους τους παραπάνω λόγους ή και περισσότερους ο περιορισμός της δημόσιας σφαίρας και της ενεργού εμπλοκής στα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα μόνο συμφορές μπορεί να κληρονομήσει στο πλήθος. Η σημαντικότερη και πιο καταστροφική συνέπεια είναι ο εθισμός σε μια κουλτούρα ετερονομίας και πολιτικής αποξένωσης, μια πραγματικότητα όπου ο πολίτης μαθαίνει να μην μετέχει στη λήψη αποφάσεων αφήνοντας τα κοινωνικά ζητήματα στην τύχη τους ή, ακριβέστερα, σ’ αυτούς που όχι απλώς συνεχίζουν να ενδιαφέρονται για την πολιτική στήριξη των συμφερόντων τους, αλλά διατηρούν και τη δυνατότητα ισχυρής επιρροής, δηλαδή τις ελίτ. Το πλήθος αδυνατεί να συγκροτηθεί πολιτικά ως ομάδα με αποτέλεσμα να μη διαμορφώνει αιτήματα. Όταν με τον καιρό αυτή η αδυναμία γίνεται συνήθεια, το πλήθος έχει ουσιαστικά απολέσει την πολιτική του δύναμη, έχει μετατραπεί σε μια άβουλη μάζα που καθυστερεί ή αδυνατεί πλέον να συγκροτηθεί σε σκεπτόμενη ομάδα, να διαμορφώσει και να υποστηρίξει δικές του θέσεις. Η δημόσια σφαίρα συρρικώνενται και ο ετεροκαθορισμός κάνει το πλήθος πολιτικά αδιάφορο, εύπλαστο και πειθήνιο αντικείμενο χειραγώγησης των οικονομικά ισχυρών, των τεχνοκρατών, των ΜΜΕ και των διανοούμενων που υπηρετούν τα συμφέροντα των ελίτ.. Επιπλέον, σε βάθος χρόνου αυτό αποτιμάται ως μια φυσική, αναπόφευκτη πραγματικότητα, ενώ δεν είναι τίποτε άλλο παρά συνέπεια των υπαρκτών θεσμών, των συγκεκριμένων οικονομικοπολιτικών δομών και της λειτουργίας τους.
Θα υποστηρίξω όσα προαναφέρθηκαν με ένα απλό εμπειρικό παράδειγμα από την καθημερινότητα της  τοπικής κοινωνίας. Είναι γνωστό ότι τα δημοτικά σχολεία της μικρής μας πόλης για αρκετά χρόνια πήγαιναν περιπάτους στον χώρο μιας επιχείρησης 5Χ5, η οποία έκλεισε πέρυσι. Στη συνέχεια και εφόσον δεν υπάρχει κάποιος άλλος χώρος που να τηρεί προδιαγραφές ασφαλείας, τα σχολεία επέλεξαν το δημοτικό γήπεδο ποδοσφαίρου, όπου, εντούτοις, δεν μπορεί να τους παραχωρηθεί το πράσινο του γηπέδου γιατί καταστρέφεται. Έτσι τα παιδιά έχουν ως διαθέσιμο χώρο μια κενή έκταση στρωμένη με τσιμέντο, συνήθως κάτω από τον ζεστό ήλιο. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περιοχή όπου το φυσικό τοπίο παρέχει αρκετές τοποθεσίες που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να διαμορφωθούν κατάλληλα, ώστε να φιλοξενούν σχολικές εκδρομές. Το ιδιωτικό κεφάλαιο πιθανόν θα πρόσφερε λύση, αν έβρισκε προσοδοφόρα μια τέτοια επένδυση. Εδώ όμως φαίνεται καθαρά ότι το «αόρατο χέρι της αγοράς» ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει ορατό κέρδος και όχι προκειμένου να επιλυθούν κοινωνικά προβλήματα.

Πού μπορούν  να αποδοθούν ευθύνες; Το κόστος διαμόρφωσης ενός πάρκου αναψυχής δεν είναι μεγάλο. Μια εθελοντική ομάδα με στοιχειώδη υλικοτεχνική υποστήριξη από το Δήμο θα μπορούσε να διαμορφώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα έναν κατάλληλο χώρο. Γιατί δεν βρίσκεται λύση; Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε σοβαρά ότι οι εκπαιδευτικοί, οι σύλλογοι γονέων ή οι δημοτικές υπηρεσίες δεν έχουν την ικανότητα να συνειδητοποιήσουν το πρόβλημα ή αδιαφορούν γι’ αυτό.

Άλλωστε το φαινόμενο είναι γενικότερο: παρόμοια αναποτελεσματικότητα στην επίλυση καθημερινών μικροπολιτικών ζητημάτων παρατηρείται σε πολλές κοινωνικές ομάδες. Στο σημείο αυτό γίνονται εμφανείς οι συνέπειες της συρρίκνωσης της δημόσιας σφαίρας. Αυτό που εμποδίζει τη λύση ενός απλού ζητήματος δεν είναι η ανικανότητα των εμπλεκόμενων ατόμων, αλλά μια συνολική νοοτροπία που έχει διαμορφωθεί, μια συνολική αδυναμία συγκρότησης των κοινωνικών ομάδων σε συ-σκεπτόμενο σώμα. Απουσιάζει η πρακτική της ενεργού πολιτικής στάσης, της δημόσιας, συλλογικής και μαχητικής διατύπωσης και διεκδίκησης αιτημάτων, με αποτέλεσμα ακόμη και πολύ απλά ζητήματα να εγκαταλείπονται στις προθέσεις της εκάστοτε εξουσίας.

Όσο παραμένουμε απρόθυμοι να αναμειχθούμε στα κοινά της καθημερινότητάς μας (μια τραυματική-φοβική στάση που μας κληροδοτήθηκε δυστυχώς από την περίοδο του εμφυλίου και της χούντας) τα πολιτικά προβλήματα που δεν αναδεικνύονται θα συσσωρεύονται και θα γεμίζουν με δυστυχία τη ζωή μας. Λύση υπάρχει και δεν είναι άλλη από την ενίσχυση της δημόσιας σφαίρας με θέματα προς επίλυση σε συνθήκες αλληλοσεβασμού, φιλαλήθειας, πολιτικού θάρρους και δημοκρατικού διαλόγου.

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2015 στην εφημερίδα «Ψίθυροι της Σιντικής»
πηγή – ερανιστής

Από : ΕΛΛΑΣ