Τετάρτη

Αλληλέγγυοι Βορείων Προαστίων



Με την λαϊκή παροιμία «παρηγοριά στον άρρωστο», οι γλωσσολόγοι και οι λεξικογράφοι αποδίδουν τα λόγια, τις απατηλές υποσχέσεις ή τις μάταιες ελπίδες που δίνουμε σε κάποιον, προσπαθώντας να του απαλύνουμε τον πόνο, μέχρι να συμβεί η αναπόφευκτη αρνητική εξέλιξη.
Η συνήθης δυσμενής κατάληξη της κατάστασης του παθόντα, ολοκληρώνει την παροιμία με την φράση: «ώσπου να βγει η ψυχή του».

Στο υποσυνείδητο των απλοϊκών ανθρώπων, τα λόγια αυτά της παρηγοριάς, έχουν καταγραφεί σαν λόγια του κώλoυ.

Γι’ αυτό και οι αθυρόστομοι δεν διστάζουν να απαντήσουν στους λογάδες της παρηγοριάς με την ανάλογη παροιμία : «Πήγα να πω τον πόνο μου και μου ‘πιασαν τον κώλo μου».

Γι’ αυτό και οι αθυρόστομοι δεν διστάζουν να απαντήσουν στους λογάδες της παρηγοριάς με την ανάλογη παροιμία : «Πήγα να πω τον πόνο μου και μου ‘πιασαν τον κώλo μου».

Υπάρχουν πολλά πράγματα, για τα οποία κάποιος πονάει.

Άλλος, γιατί υποφέρει από μια αρρώστια.

Άλλος, γιατί μια γυναίκα τον παράτησε και πήγε με ένα τρίτο πρόσωπο.

Ακόμη, άλλος, γιατί μια απρόβλεπτη θεομηνία του γκρέμισε το σπίτι ή το μαγαζί του. Και τώρα είναι στους πέντε δρόμους, χωρίς να του έχει μείνει τίποτα.

Είναι μακρύς ο κατάλογος του πόνου. Και ακόμα μακρύτερη η λίστα με τις συνταγές της παρηγοριάς.

Στον άρρωστο, όταν τον επισκεφτείς στο νοσοκομείο, αν δεν τους πεις ότι κι εσύ υποφέρεις από κάτι, για να τον κάνεις να αισθανθεί ότι δεν πάσχει μόνο αυτός, μπορεί να του πεις:

«Μια χαρά είσαι ρε μ@λάκα. Άντε, βγες από ‘δω μέσα, να πάμε καμιά βόλτα».

Το ακούει ο άρρωστος, μπορεί να είναι και ετοιμοθάνατος, αλλά, αν δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του, θα χαμογελάσει για να μη σε προσβάλλει.

Σε αυτόν που τον παράτησε η γυναίκα του, αφού πρώτα του πεις ότι η πρώην του είναι μια συνηθισμένη κ@ριόλα, θα του υποσχεθείς ότι θα κανονίσεις να βγείτε με μια θεογκόμενα.

Το ακούει ο απατημένος, μπορεί να δεχτεί να βγείτε έξω, αλλά, εάν δεν του αρέσει η νέα γκόμενα που του πάσαρες, θα στενοχωρηθεί ακόμη περισσότερο, που τον άφησε σύξυλο η πρώην του.

Στον σεισμοπαθή, όμως, ή τον πλημμυροπαθή, που έχασε το σπίτι του, τι να του πεις για να τον παρηγορήσεις; Ότι εμφανίστηκαν και στο δικό σου σπίτι ρωγμές ή ότι βούλωσε κανένα σιφόνι και πλημμύρισε η βεράντα;

Θα σου πει -και με το δίκιο του- να πας να γ@μηθείς.

Αν δε, είσαι πολιτικός η δημοτικός σύμβουλος, και του υποσχεθείς ότι η Πολιτεία θα σταθεί αρωγός στο πρόβλημα, τότε μπορεί να κινδυνέψεις να τις αρπάξεις.

Το κράτος της πρόνοιας, αυτό που θα στηρίξει αρρώστους, αναξιοπαθείς -όχι φυσικά χωρισμένους ή απατημένους- ανθρώπους γενικά ανήμπορους να επιβιώσουν, έχουμε όλοι πιά καταλάβει, ότι, λόγω της αυστηρής λιτότητας, έχει κάνει το σκατό του παξιμάδι.

Αδυνατεί να προσφέρει μια στοιχειώδη βοήθεια.

Πολύ δε περισσότερο, δείχνει να μην καταλαβαίνει από πόνο.

Τώρα, αν το κράτος είναι άπονο -και έχουν δίκιο οι φιλεύσπλαχνοι φιλελεύθεροι που θέλουν να το ξηλώσουν τελείως- δεν σημαίνει ότι είναι το ίδιο και οι ιδιώτες.

Στην οικονομική εποχή που ζούμε, την εποχή που τα πάντα ρυθμίζονται από το αόρατο χέρι της αγοράς, και όλα έχουν ποσοτικοποιηθεί, θα ήταν αδιανόητο ακόμη και αυτός ο ανθρώπινος πόνος να είχε μείνει έξω από το συναλλακτικό κύκλωμα της προσφοράς και ζήτησης.

Για κάθε ζήτηση πόνου, στην ελεύθερη οικονομία, υπάρχει η ανάλογη προσφορά αλληλεγγύης και ανθρωπιάς.

Στις κοινωνίες των τραπεζών και του χρηματιστικού κεφαλαίου η προσφορά λειτουργεί αυτόματα, χάρη στον ειδικό μοχλό με την ένδειξη charity, που ενεργοποιεί το γνωστό χέρι της αγοράς, όταν τα πράγματα γίνονται σκούρα.

Η ένδειξη charity, η κοινώς λεγόμενη ελεημοσύνη, αν, πιο παλιά, μας έφερνε στη θύμηση τους ζητιάνους στους οποίους ρίχναμε ότι μας περίσσευε, χωρίς καν να γυρίσουμε να τους κοιτάξουμε, έχει σήμερα μετονομασθεί σε μια πιο political correct λέξη:

Την solidarity, όπως αποδίδεται στην αλλοδαπή, και την αλληλεγγύη, όπως την λένε οι ιθαγενείς.

Στα βαγόνια του ηλεκτρικού, τις προηγούμενες δεκαετίες, οι ζητιάνοι είχαν σαν moto το ξεπερασμένο «Ελεήστε».

«Ελεήστε τον φτωχό» έλεγε ο κουρελής γέρος που έμπαινε στα Άνω Πατήσια και μέχρι τα Πευκάκια είχε μαζέψει καμιά δεκαριά δραχμές.

«Ελεήστε τον τυφλό» άκουγα, για χρόνια πολλά, την βροντερή φωνή εκείνου του ψηλού, με τα μαύρα γιαλιά και το μπαστούνι, που έμπαινε στο βαγόνι αμέσως μετά τον γέρο, που κατέβαινε στα Πευκάκια.

Οι επιβάτες που έκαναν μόνιμες διαδρομές γνώριζαν με ακρίβεια, σε κάθε σταθμό ποιος ζητιάνος θα έμπαινε μέσα.

Ανάπηροι πολέμου, γύφτισσες -συγγνώμη, αθίγγανοι ήθελα να γράψω- με βρώμικα μωρά στην αγκαλιά, κουφοί με ιδιόχειρα σημειώματα, που έγραφαν πόσα παιδιά είχαν, μουγγοί που έβγαζαν άναρθρες κραυγές, επιληπτικοί -μπορεί και να λιποθυμούσαν μπροστά στα μάτια σου- με θεωρημένες ιατρικές γνωματεύσεις, κουτσοί με ξυπόλητο το κομμένο πόδι, και διάφοροι άλλοι, που μπαινόβγαιναν από σταθμό σε σταθμό ή από στάση σε στάση, έβγαζαν ένα καλό μεροκάματο στην πιάτσα.

Ήταν, όμως, σκηνικό που παρέπεμπε σε τριτοκοσμική χώρα.

Ποιον να πρωτομαζέψουν οι ελεήμονες εταιρείες και οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι ή τα σωματεία που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια στην μεταπολεμική Ελλάδα;

Ποιον να πρωτοπεριθάλψουν σε μια φτωχή Ελλάδα, που οι νέοι της, σαν και σήμερα, έφευγαν μετανάστες στην Γερμανία;

Ήταν άγνωστες για την εποχή εκείνη οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και οι δράσεις τηλεοπτικών καναλιών, πολυεθνικών εταιρειών ή πολιτών ενός Δήμου.

Η έλλειψη επαγγελματικής διαχείρισης, από ανθρώπους πού σήμερα δηλώνουν σαν κύρια δραστηριότητα την φιλανθρωπία, είχε στερήσει από αυτούς τους πρώτους συλλόγους τον τίτλο της οργάνωσης.

Ήταν σωματεία, με έδρα το ημιυπόγειο της πολυκατοικίας του Προέδρου.

Μοναδική επίπλωση ένα μεταλλικό γραφείο και πέντε καρέκλες καφενείου.

Θύμιζαν τα αντίστοιχα ποδοσφαιρικά της γειτονιάς, μόνο που, αντί για την φωτογραφία της ομάδας στον τοίχο, είχαν κρεμασμένη την φωτογραφία του Αγίου Παντελεήμονα.

Τα πρώτα σωματεία η σύλλογοι, αν και λειτουργούσαν σαν αφανείς εταιρείες παροχής φιλανθρωπικών υπηρεσιών, τιμής ένεκεν, δεν είχαν ΑΦΜ και ούτε τηρούσαν βιβλία εσόδων-εξόδων.

Μπορεί να μάζευαν λεφτά από τον οποιοδήποτε, αλλά βοήθεια έδιναν όπου γούσταραν.

Βουλευτές της εποχής που κατάλαβαν ότι αυτό το αλισβερίσι μπορεί να φέρει ψήφους ενθάρρυναν φανερά ή και ενίσχυαν προεκλογικά την δραστηριότητά τους.

Το βαρύ φορτίο της συμπόνοιας, τα παλιά αυτά χρόνια, είχε πέσει στις πλάτες ιστορικών ιδρυμάτων και στους ενοριακούς επιτρόπους της Εκκλησίας. Αυτοί έκαναν το κουμάντο η κανόνιζαν τα πάντα.

Δεν θα έκαναν και λάθη; Άνθρωποι ήταν και αυτοί, στο κάτω-κάτω.

Ο συντονισμός, λοιπόν, του ελεήμονος έργου από ερασιτέχνες φιλάνθρωπους ή αυτοανακηρυχθέντες στην πορεία Αγίους -σαν την Αγία Αθανασία του Αιγάλεω- είχε αφήσει ορισμένες σκιές πάνω στην διαχειριστική τους ικανότητα.

Τα πρώτα Ιδρύματα, που τα λέγανε και ευαγή, είχαν ξεκινήσει σαν κληροδοτήματα εθνικών ευεργετών και ευπατριδών.

Οι μεγάλοι ευεργέτες, αριστοκράτες συνήθως, που είχαν την τύχη να μην χάσουν καμία περιουσία στους μεγάλους πολέμους, τους εμφύλιους ή τις εθνικές καταστροφές –αφού είτε ζούσαν μόνιμα στο εξωτερικό είτε την κοπανούσαν για έξω, όταν ψυλλιαζόντουσαν συμφορά – άφηναν μέρος της περιουσίας, που κληρονόμησαν από τους προγόνους τους, σε ιδρύματα που έκτιζαν οι ίδιοι και έφερναν το όνομά τους.

Για να μην μπούμε, στο μικρό αυτό δοκίμιο, στα ξένα χωράφια του τρόπου δημιουργίας πλούτου, σε μια χώρα που ζούσαν ραγιάδες και κλέφτες, οι πρώτοι ευεργέτες, καλώς η κακώς, δεν ήθελαν να μπλεχτούν με την λειτουργιά των ιδρυμάτων τους και δεν γούσταραν τα πολλά πάρε-δώσε με την πλέμπα των αναξιοπαθούντων.

Άφηναν την διαχείριση των πόρων σε ανθρώπους του σιναφιού τους.

Τα σοβαρά ιδρύματα, σαν την Ελεήμονα εταιρεία Αθηνών, έβαζαν κανένα Αρχιεπίσκοπο για Πρόεδρο, ο Αρχιεπίσκοπος έβαζε αμισθί ορισμένους επιφανείς συμπολίτες μας να ελέγχουν την λειτουργία τους, και οι επιφανείς συμπολίτες μας, αφού πρώτα φόρτωναν το ίδρυμα με αργόσχολους υπαλλήλους, έπεφταν με τα μούτρα στο φιλανθρωπικό τους έργο.

Ανέγερση Πτωχοκομείων, νέες πτέρυγες σε Γηροκομεία, επεκτάσεις καθ’ ύψος ορφανοτροφείων, ήταν μερικές από τις εργολαβίες που ανέθεταν σε τρίτους, οι άμισθοι διοικούντες.

Με τι χρήματα, έκαναν όλα αυτά τα έργα, θα αναρωτηθεί πιθανόν κάποιος αναγνώστης. Με λεφτά του μακαρίτη;

Όχι, παιδιά. Ο μακαρίτης, που γνώριζε τι κουμάσια είναι αυτοί που μπλέκονται σε αναθέσεις έργων και σκίζονται, χωρίς να παίρνουν μία, δεν άφηνε τίποτα στην μπάνκα.

Όλες αυτές οι δουλειές γίνονταν με τα λεφτά, που μάζευαν σε εράνους ή τα φραγκοδίφραγκα, που έριχναν οι εύπιστοι πιστοί στους μεταλλικούς κερματοδέκτες των εκκλησιών. Αυτούς που είναι εντοιχισμένοι στα παγκάρια με τα κεριά.



Μια κοινωνία, όμως, δεν είναι αγγελικά πλασμένη. Ανάμεσα στα λουλούδια των ευεργετών φύτρωσαν και τα αγκάθια των απατεώνων.

Σωματεία, σύλλογοι και κάθε άλλης φιλανθρωπικής καρυδιάς το καρύδι, στην πορεία τους έγιναν φυτώρια εκκόλαψης εγκληματιών. Όχι του λευκού, αλλά του θρησκευτικού κολάρου.

Πατριάρχες -σίγουρα εν αγνοία τους- ανακήρυσσαν ευεργέτες υπόδικους επιχειρηματίες.

Εταιρείες συμβούλων, που είχαν ιδρυθεί από παιδιά πολιτικών, ανελάμβαναν, με success fee ή ποσοστά επί των εσόδων, εράνους.

Διαχειριστές ιδρυμάτων, χωρίς κανένα έλεγχο, τζόγαραν τα διαθέσιμα τους σε εισηγμένες μετοχές-σαπάκια της Σοφοκλέους.

Χάθηκαν χρήματα πολλά, έτσι. Ο κόσμος άρχισε να αμφισβητεί την δράση των Διοικήσεών τους.

Η αμφισβήτηση ενισχύθηκε, όταν άνθρωποι των ιδρυμάτων, που δεν είχαν εκτελεστική εξουσία, άρχισαν να κατηγορούν εκείνους που έκαναν το Management.

«Θεωρώ την Εταιρεία όχι Ελεήμονα, αλλά Ανελεήμονα» έλεγε ο Aρχιμανδρίτης Μπούμπας στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ακόμα ήταν εφημέριος του ναού ενός ιδρύματος, για το οποίο είχε ξεσκιστεί να κάνει καταγγελίες.

Αυτά τα έλεγε, μέχρι να παραλάβει ο ίδιος, ο Αρχιμανδρίτης, την διαχείριση με ταμείο δεκατρία εκατομμύρια Ευρώ και μετά από τρία χρόνια να το μετατρέψει σε έλλειμμα τριάντα τριών εκατομμυρίων.

Στα ευνομούμενα κράτη, η Δικαιοσύνη κάτι τέτοια δεν τα αφήνει ανεξέλεγκτα. Εισαγγελείς μπουκάρουν και ψάχνουν βιβλία.

Βιβλία, όμως, δεν υπάρχουν. Μια υπεύθυνη δήλωση του οικονομικά υπεύθυνου για την ύπαρξη των διαθεσίμων -που στην πραγματικότητα έχουν κάνει φτερά- είναι αρκετή για να απαλλαχθεί ένα ολόκληρο ΔΣ.

Αυτός, ο διαχειριστής, δεν είναι κανένας δημοτικός ταμίας, που σούφρωσε δέκα χιλιάρικα και θα τον χώσουν μέσα με δεκαετή κάθειρξη, σύμφωνα με τις επιβαρυντικές από τον Νόμο διατάξεις περί καταχραστών δημοσίου χρήματος.

Με τα χρόνια, η πολιτεία καταλαβαίνει ότι με τα ιδρύματα αυτά δεν μπορεί να βγάλει άκρη.

Τα όποια χρήματα συνεισφέρει, είναι σαν να τα ρίχνει σε έναν τρύπιο κουβά.

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες της αλληλεγγύης σκαρφίζονται μια νέα μορφή οργάνωσης: τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

Προκειμένου να ξεκινήσει το νέο παιγνίδι, η πολιτεία τις προμοτάρει.

Πολύ σωστά ο Μάρξ είπε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα.

Γιατί, μετά την τραγωδία των φιλανθρωπικών συλλόγων ή ιδρυμάτων, ακολούθησε το πανηγύρι των μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.

Και για να πούμε και του απατεώνα το δίκιο, οι Μη Κυβερνητικές Oργανώσεις, αν και είχαν οργανωμένα Λογιστήρια, ΑΦΜ για να εκδίδουν παραστατικά δαπανών και computers με προγράμματα που σου τύπωναν ανά πάσα στιγμή το τρέχον ισοζύγιο της διαχείρισης, βούτηξαν και αυτές μέσα στα ίδια σκατά.

Η εταιρεία της Εκκλησίας, η ΜΚΟ «Αλληλεγγύη», για να καλύψει ταμειακό έλλειμα πολλών εκατομμυρίων, χρειάστηκε να αλλάξει ΑΦΜ, επωνυμία, έδρα και ΔΣ.

Αυτό δηλαδή που κάνει και μια ΕΠΕ, όταν ετοιμάζεται να φουντάρει και να βάλει φέσι στην αγορά.

Μετονομάσθηκε σε ΜΚΟ «Αποστολή» και στο νέο, καθαρό πιά, ΔΣ της διόρισε ένα μετέπειτα υπόδικο επιχειρηματία, που έριξε έξω μια Τράπεζα, και έναν φυγόδικο, που ήταν μπλεγμένος σε βρώμικες δουλειές.

Οι ΜΚΟ, στελεχωμένες με διορισμένους -απευθείας από Υπουργούς- ανθρώπους, και επιδοτούμενες από Κοινοτικά προγράμματα, πήραν εργολαβικά την δουλειά της πρόνοιας από το κράτος.

Οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι στην προσπάθειά τους να ξεφορτωθούν το κράτος, αγκάλιασαν με ενθουσιασμό τα νέα θερμοκήπια της κοινωνικής μέριμνας.

Μεταναστευτικό, περίθαλψη, υποσίτιση, πολιτισμός, παιδεία και ό,τι άλλο παλιότερα έκανε ένα κράτος, ακόμη και αν δεν ήταν σοσιαλιστικό, τα ανέλαβαν αυτοί οι νέας μορφής «παρακυβερνητικοί» φορείς.

Η ανάληψη των τομέων της πρόνοιας από οργανωμένες επιχειρήσεις με βαθιά πίστη στην ελεύθερη οικονομία έφερε με τη σειρά της, πέρα από τις κρατικές ενισχύσεις, και νέες ιδέες, άμεσης η έμμεσης χρηματοδότησης.




Εθελοντισμός, δηλαδή τζάμπα χαμαλοδουλειά από αφελείς νέους, ενισχύσεις από Πολιτιστικά ιδρύματα -που είχαν ήδη αρπάξει χρηματοδοτήσεις από Τράπεζες, ΕΣΠΑ και Υπουργεία- και εταιρικές χορηγίες.

Μεγάλες εταιρείες, που άρχισαν να δημοσιεύσουν κοινωνικούς ισολογισμούς, στο budget προβολής της εταιρικής τους εικόνας, αντί να μοιράζουν ατζέντες και διαφημιστικούς αναπτήρες σε πελάτες, περιλάμβαναν τώρα και μικροποσά για ΜΚΟ.

Οι έρανοι, παλιομοδίτικη μορφή συγκέντρωσης χρημάτων, μετονομάσθηκε σε συνεισφορά ή δωρεά.

Την δεκαετία του ’90 και μετέπειτα, δύσκολα, πια, συναντούσες στους δρόμους την ηλικιωμένη κυρία, τον ενορίτη της τοπικής Εκκλησίας και τον αστυνόμο, που γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, κουβαλώντας το τσίγκινο ταμείο με το λουκέτο.

Στην εποχή της αυτοματοποίησης και του διαδικτύου, κομψά ταμεία από διάφανες Plexiglas, με μια καλοτυπωμένη ταμπελίτσα, που ανέφερε τον σκοπό της δωρεάς και τον Μη Κυβερνητικό Οργανισμό, που θα διαχειρισθεί τα χρήματα, εμφανίστηκαν στο γκισέ των supermarkets η των πολυκαταστημάτων.

Προσκλητήρια γάμου ή βαπτίσεων παιδιών, που στέλνονταν στους καλεσμένους, ζητούσαν, αντί δώρου, την κατάθεση ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό.

Η νέα γενιά των αλληλέγγυων προτιμούσε, αντί να μαζεύει στην εκκλησία, πίσω από τον πάγκο με τα κεριά, ασημικά μικροδώρα και σακούλες από τα Jumbo, να προτρέπει τους συνανθρώπους μας να τα διαθέτουν για ένα σκοπό. Να τα δίνουν, δηλαδή, σε μια ΜΚΟ να τα διαθέσει αυτή, όπως κρίνει καλύτερα.

Η ευγένεια αυτή δεν έμενε ασχολίαστη. Στις δεξιώσεις που ακολουθούσαν την τελετή, όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα για την πρωτοβουλία των νεόνυμφων.

Αυτά τα παιδιά, παιδιά σίγουρα της αριστείας, δεν ήταν τίποτα λιγούρηδες, που ήθελαν να φτιάξουν νοικοκυριό με τις τοστιέρες και τα ηλεκτρικά σκουπάκια, που θα τους χάριζαν οι συγγενείς και οι φίλοι.

Αν καθόμουν και σας απαριθμούσα όλα τα κόλπα που σκαρφίστηκαν οι επαγγελματίες της αλληλεγγύης, θα βαριόσαστε και δεν θα διαβάζατε την συνέχεια.

Γι΄ αυτό, ας τα αφήσουμε στην άκρη.

Το σίγουρο είναι ότι οι ΜΚΟ κατάφεραν να εξοστρακίσουν από την αγορά της φιλανθρωπίας τους παλιούς γραφικούς συναδέλφους τους.

Σωματεία, σύλλογοι και φιλανθρωπικά ιδρύματα άρχισαν να μαραζώνουν. Κατάντησαν προβληματικά. Σαν τις επιχειρήσεις της δεκαετίας του ’80, που έμπαιναν η μία πίσω από την άλλη στον Οργανισμό Ανασυγκρότησης του Αρσένη.

Επειδή, βέβαια, Οργανισμός Ανασυγκρότησης Φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων δεν υπάρχει, το ένα πίσω από το άλλο έβαλαν λουκέτο και άφησαν απλήρωτους εργαζόμενους, προμηθευτές, ΙΚΑ και Εφορίες.

Αυτα που έμειναν, στην ουσία θυγατρικές επιχειρηματιών, οργανώθηκαν σε πιο επαγγελματική βάση.

Στελεχώθηκαν με κυρίες και άρχισαν επιδείξεις μόδας, gala τέχνης, δημοπρασίες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί νους ανθρώπου που θέλει να μαζέψει χρήματα.

Ο δρόμος, όμως, για τις ΜΚΟ είχε για τα καλά ανοίξει. Γιγαντώθηκαν.

Οι προϋπολογισμοί τους εμφάνιζαν ενεργητικό που θα ζήλευαν πολλά Υπουργεία.

Και σε οποίο ισολογισμό υπάρχει μεγάλο ενεργητικό, σύμφωνα με τον θεμελιώδη κανόνα της Λογιστικής επιστήμης περί ισότητας Ενεργητικού και Παθητικού, το Παθητικό είναι εξίσου μεγάλο.

Μόνο που αυτό το Παθητικό, αν δεν υπάρχουν κέρδη -και κέρδη σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις εξ’ ορισμού δεν υπάρχουν- έχει μόνο Δάνεια και Υποχρεώσεις.

Και καλά οι υποχρεώσεις σε προμηθευτές και εργολάβους. Αλλά τα δάνεια;

Οι ΜΚΟ δεν κρατήθηκαν μακριά από τον πειρασμό των δανείων. Δάνεια χωρίς προσωπικές εγγυήσεις, σαν αυτά που οι Τράπεζες χορηγούσαν και στα πολιτικά κόμματα, πήραν πολλές ΜΚΟ.

Δανεικά και αγύριστα, και με την βούλα της απαλλαγής ποινικών ευθυνών για αυτούς που τα χορηγούσαν.

Πώς; Χάρη σε μια τροπολογία της σωτήριας συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, που ψηφίστηκε το 2003 για να γλυτώσει τους τραπεζίτες που έκαναν δουλειές με τα κόμματα. Θα άφηναν τις ΜΚΟ στην απέξω;

Δίνονταν δάνεια σε ΜΚΟ, και με τα χρήματα πληρώνονταν μισθοί και αμοιβές διορισμένων, που δεν μπορούσαν να διοριστούν στην κύρια Κυβέρνηση.

Χρηματοδοτούνταν ύποπτες Κυβερνητικές δραστηριότητες από οργανώσεις που δεν είχαν δικαίωμα Κυβέρνησης. Μπήκαν πάλι στη μέση οι Εισαγγελείς.

«Τι πράγματα είναι αυτά;» έλεγε ο κόσμος που τα μάθαινε.

Οι μεγάλοι ελεήμονες φοβήθηκαν συναλλαγές με τύπους που είχαν αρχίσει τα σούρτα-φέρτα στην Ευελπίδων.

Δίνει κανείς λεφτά σε λαμόγια; Προτιμάει να τα φάει μόνος του ή να τα στείλει σε καμία ελβετική τράπεζα, παρά να του τα σκορπίσει δεξιά και αριστερά ένας απατεώνας διαχειριστής.

Τριάντα χιλιάδες ΜΚΟ -ναι, καλά ακούσατε- είναι καταγεγραμμένες. Οι μισές από αυτές είναι φαντάσματα ή σφραγίδες.

Οι περισσότερες -από αυτές που λειτουργούν, όχι τα φαντάσματα- είναι μπλεγμένες σε ποινικές υποθέσεις διασπάθισης δημοσίου χρήματος ή ταμειακού ελλείμματος.

Εικονικές δωρεές μετοχών offshore εταιρειών γραμματοκιβωτίου για την κάλυψη ελλειμματικού ενεργητικού, τριγωνικές υπερτιμολογήσεις ληγμένων τροφίμων, μεταβιβάσεις ανύπαρκτων παγίων, αποστολές κιβωτίων με διαφορετικό περιεχόμενο από το αναγραφόμενο στα συνοδευτικά δελτία, εμβολιασμοί παιδιών σε καταυλισμούς με αριθμό εμβολιασθέντων όσος ο μισός πληθυσμός του Δήμου Περιστερίου, ανύπαρκτες εκπαιδευτικές αποστολές και άλλα, πολλά άλλα λογιστικά κόλπα, που θα ζήλευαν ακόμη και λαθρέμποροι πετρελαίου με πειραγμένες αντλίες, είναι μερικά από εκείνα που έχουν βρει οι κοινοτικοί επιθεωρητές.

Κρούσματα παιδoφιλίας, εξώθησης σε πορνεία και απειλών κατά τρίτων, συνήθως ελεγκτών ή καταγγελλόντων, δεν είναι αδικήματα που αφορούν μόνο τις μαφιόζικες συμμορίες.

Στελέχη ΜΚΟ είναι μπλεγμένα ακόμη και σε τέτοιου είδους υποθέσεις.

Ευτυχώς για τον κλάδο, δεν έχουν αναφερθεί ακόμη κρούσματα διακίνησης ναρκωτικών ή προστασίας νυχτερινών κέντρων.

Με αυτά και μ’ αυτά, ο κοσμάκης δεν ήθελε και πολύ για να χάσει την εμπιστοσύνη του. Η αλληλεγγύη εμφάνιζε σημάδια κρίσης.

Και όπως σε αρχαία τραγωδία ο από μηχανής Θεός δίνει πάντα μια λύση, στον αγωνιστικό χώρο της ελεημοσύνης εμφανίστηκαν οι δράσεις.

Τι είναι οι δράσεις; Είναι το τελευταίο υβριδικό μοντέλο φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης.

Καίει πολύ λιγότερο από τα προηγούμενα μοντέλα των ΜΚΟ, των σωματείων και των ιδρυμάτων.

Κινείται και αυτό με την αλληλεγγύη, αλλά με βοηθητικό extra κινητήρα τον ανθρωπισμό.

«Τώρα είναι η ώρα της Αλληλεγγύης και της Ανθρωπιάς, απέναντι στους συνανθρώπους μας.
H Κηφισιά, η Νέα Ερυθραία και η Εκάλη, θα δείξουν για ακόμα μια φορά τον ανθρωπισμό τους, σε όσους έχασαν ανθρώπους και βιός από τις καταστροφικές πλημμύρες σε Μάνδρα και Νέα Πέραμο».

Είναι τα λόγια ενός Δημάρχου Βορείων Προαστίων. Που, σαν γνήσιος Έλληνας, δεν αφήνει στην απέξω και τον Θεό.

«Μόνον ο Θεός γνωρίζει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, η τύχη, η φύση. Καθένας και καθεμιά μας, στέκουμε αδύναμοι μπροστά στα παραπάνω. Μόνον ΟΛΟΙ ΕΝΩΜΕΝΟΙ και αλληλέγγυοι μπορούμε να ελπίζουμε!» συμπληρώνει ο Δήμαρχος στην ανακοίνωσή του.

Ενωμένοι, λοιπόν, όλοι μαζί, αδέλφια.

Μπορεί, πιά, να ελπίζει ο κάτοικος της Νέας Περάμου ότι θα στήσει ξανά ένα αυθαίρετο σαράντα τετραγωνικών.

Θα τον βοηθήσει κάποιος κάτοικος Βορείων Προαστίων.

Θα του γεμίσει μια κούτα με σακχαρούχα γάλατα και μακαρόνια από τα Lidl.

Αλληλέγγυα και τα Lidl. Θα μειώσουν και αυτά κατά 20% τις τιμές τους στα μαγαζιά της περιοχής. Αυτής της υποβαθμισμένης, που την τιμώρησε ο Θεός επειδή οι κάτοικοι της ψήφισαν Τσίπρα.

Σε μια χώρα που οι εφοπλιστές μοιράζουν σοκοφρέτες, και οι καναλάρχες παρέα με πρώην αριστερούς καλλιτέχνες δίνουν συναυλίες ή κάνουν μαραθώνιους για ένα πιάτο φαΐ, θα μπορούσαν να απουσιάζουν οι κάτοικοι των καλών Προαστίων;

Όχι, βέβαια. Μπορεί αρκετοί να είναι στην λίστα Lagarde, να έχουν offshore, να έχουν μετακομίσει τις επιχειρήσεις τους στην Βουλγαρία ή την Κύπρο, να μην έχουν πληρώσει ένα ευρώ σε φόρους, αλλά, μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, όλα αυτά ξεχνιούνται.

Ο πόνος στις ελεύθερες κοινωνίες δεν θεραπεύεται με προγράμματα υγείας, στέγασης και περίθαλψης.

Με προσευχή στον Θεό -οι παπάδες καλά κάνουν και μας υπενθυμίζουν την αθεΐα ορισμένων Συριζαίων – με αλληλεγγύη και με ανθρωπισμό γιατρεύεται.

Ολονυχτίες, συσσίτια, συναυλίες και αγώνες δρόμου απαλύνουν τους πόνους των φτωχών.

Φτωχοί και πλούσιοι, μαύροι και λευκοί, τραπεζίτες και εργάτες, το ίδιο άνθρωποι είμαστε όλοι.

Όση χαρά παίρνει ένα πεινασμένο προσφυγόπουλο από την Συρία που δέχεται το αρκουδάκι από ένα εύπορο κορίτσι, την ίδια χαρά αισθάνεται και το εύπορο κορίτσι όταν το δίνει. Θα κοιμηθεί το βράδυ με ήσυχη την συνείδησή του.



Όση γαστριμαργική ευχαρίστηση μπορεί να προσφέρει ένα γεύμα σε άστεγους, μια Κυριακή σε ένα γυμναστήριο -προσφορά κάποιου φιλανθρωπικού συλλόγου- την ίδια ψυχική ευχαρίστηση θα δώσει και σε αυτούς που διοργανώνουν μια επίδειξη μόδας για φιλανθρωπικούς σκοπούς.



Η αλληλεγγύη ενώνει, αδέλφια.

Διαφορές δεν υπάρχουν. Το αποδεικνύει περίτρανα η σημειολογία της αλληλεγγύης.

Οι εικόνες της Βικτωριανής εποχής, που μέσα από τις άμαξες καλοντυμένες σύζυγοι λόρδων πετούσαν τα charity boxes στα πεινασμένα χαμίνια του Κάρολου Ντίκενς, είναι πια ξεπερασμένες.

Οι τουαλέτες των Κυριών του Συλλόγου Φίλων Βασιλίσσης, που πήγαιναν στα Ορφανοτροφεία και μοίραζαν πλαστικές μπάλες ή κούκλες, δεν έχουν καμία σχέση με τα μπλουτζινάκια που φοράνε οι αλληλέγγυοι των Βορείων Προαστίων.

Θα έλεγε κανείς, ότι το ενδυματολογικό τους look δεν διαφέρει και πολύ από αυτό του ελεούμενου.

«Είμαστε ίσοι, αδέλφια» θέλουν να πουν και να δείξουν οι επισκέπτες.

Οι δράσεις εξαφανίζουν την ανισότητα.

«Να δώσουμε ένα πιάτο φαγητό στα παιδιά που πεινάνε. Να βοηθήσουμε τους φτωχούς» μας παροτρύνει μια μεγάλη αλυσίδα τροφίμων.



Φυσικά, και θα δώσουμε. Και θα γίνουμε όλοι, ένα. Και θα ξεχάσουμε το παρελθόν και όλα αυτά που έριξαν την μισή Ελλάδα στην φτώχεια και την ζητιανιά.

Μόνο μίζεροι αριστεροί λένε, πια, ότι τα παιδιά πεινάνε και οι πατεράδες τους κατάντησαν άποροι, όταν έκλειναν τα μικρομάγαζά τους ή τους απέλυαν από τις επιχειρήσεις τους, αυτοί που σήμερα θέλουν να νοιαζόμαστε για τους φτωχούς.

Οι αριστεροί μεγαλώσανε με την καραμέλα της ισότητας, της δικαιοσύνης και της αδελφοσύνης. Θέλανε να σταματήσει ο ανθρώπινος πόνος.

Μα, είναι δυνατόν; Όταν ολόκληρος Κυριάκος λέει ότι η κοινωνική ισότητα είναι αντίθετη στην ανθρώπινη φύση -μπορεί να το είπε και λίγο διαφορετικά, αλλά το παιδί εννοούσε ότι οι ταξικές διαφορές είναι μέσα στην κοινωνική φύση- είναι δυνατόν ο πόνος, που είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, να μην είναι ταξικός;

Οι αριστεροί έπεσαν έξω. Τον ταξικό πόνο δεν κατάφεραν να τον νικήσουν.

Νίκησαν, και πάλι, οι άλλοι.

Έδωσαν στους αριστερούς, ένα ακόμη σκληρό μάθημα.

Το μάθημα της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού.

Γ.Κ.

Υ.Γ. Το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας, δεν είναι οι καλοκάγαθοι άνθρωποι που μοιράζουν -αρκετοί και από το υστέρημά τους- τρόφιμα και εμφιαλωμένα σε αυτούς που έχασαν τις περιουσίες τους. Αυτοί, γαλουχημένοι από τα κανάλια, κάνουν αυτό που νομίζουν ότι είναι καθήκον τους.
Είναι αυτό των ανήμπορων η κατεστραμμένων ανθρώπων, μέσα στους οποίους δεν βρέθηκε ένας να πετάξει κάτω μια χαρτόκουτα ελεημοσύνης και να πει «Όχι, δεν είμαι ζητιάνος». Αυτοί αποδέχονται την κατώτερη μοίρα τους.
Είναι σαν να παραδέχονται ότι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την φτώχεια, την ανεργία και τις αποφάσεις που πήραν στη ζωή τους.
Δεν θα αργήσει, ίσως, και η στιγμή της υπογραφής μιας δήλωσης μετάνοιας.
Όπως στην Μεγάλη Βρετανία. Που για να πάρει κάποιος επίδομα ανεργίας, υπογράφει την παρακάτω δήλωση: «Δηλώνω ότι υπαίτιος για το γεγονός ότι χρειάζομαι βοήθεια είμαι μόνο ο ίδιος. Το μόνο μου εμπόδιο στη βελτίωση των συνθηκών μου είμαι εγώ».

(Αγαπητέ φίλε, στο κέντρο του στόχου το κείμενό σας. Από τη μια οι «φιλάνθρωποι», από την άλλη οι «ζητιάνοι». Αυτή είναι μια κοινωνία που δεν μπορεί να αλλάξει ποτέ. Δεν βρέθηκε ούτε ένας να πει «δεν είμαι ζητιάνος, είμαι πολίτης αυτής της χώρας και έχω και δικαιώματα, εκτός από υποχρεώσεις». Ούτε ένας. Πάντως, εγώ θυμάμαι μόνο μια αναρχική να το λέει αυτό. Ήταν η Κωνσταντίνα Καρακατσάνη που είχε πει «αναρχική είμαι, δεν είμαι ζητιάνα». Επίσης, δεν βρέθηκε ούτε ένας να πει «εγώ δεν είμαι ζητιάνος να πάρω το κοινωνικό μέρισμα». Ζούμε σε μια κοινωνία ζητιάνων που είναι και εθνικά υπερήφανοι αλλά δεν τους πειράζει που και η χώρα τους είναι ζητιάνα. Εμένα μου έχουν τελειώσει οι λέξεις, για να περιγράψω τους σημερινούς Έλληνες. Χώρια που θυμώνουν, όταν δεν τους αναγνωρίζεις το μεγαλείο του απλωμένου χεριού που ζητιανεύει. Να είστε καλά.)

Πηγή: pitsirikos