Παρασκευή

Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν;


«Ναι» είναι η απάντηση στο ποιητικό αυτό ερώτημα.
Και τα στέλνουν στις κιμαδομηχανές για να γίνουν λουκάνικα.
Φτηνά λουκάνικα όμως. Για σκύλους λυσσασμένους.


Τα λυσσασμένα σκυλιά λατρεύουν το κρέας ψόφιων αλόγων.
Τρώγοντάς το, γαυγίζουν περισσότερο. Φορές-φορές τσακώνονται και μεταξύ τους.
Οι πονηροί αλογοτρόφοι τα γδύνουν τα άλογα, πριν τα σκοτώσουν.

Τους βγάζουν τα χαϊμαλιά και τα ακριβά σαμάρια. Τα στέλνουν γυμνά στο σφαγείο.
Καμία σχέση, βέβαια, δεν έχει η παραπάνω εμπορική πραγματικότητα με την ομώνυμη ταινία του Sydney Pollack.

Στην ταινία- που αποτυπώνεται η ανέχεια της δεκαετίας του ’30- ζευγάρια διαγωνίζονταν σε αγώνες χορευτικής διάρκειας, μέχρι τελικής πτώσης.
Με έπαθλο ένα ασήμαντο ποσόν.

Και γίνονταν θέαμα σε πλούσιους Αμερικάνους, που τα έβλεπαν να χορεύουν και πόνταραν στο ποιο ζευγάρι θα αντέξει περισσότερο.
Έχει, όμως, μεταφορική σχέση η πρακτική της θανάτωσης των γέρικων αλόγων και της κατάληξής τους στην διατροφική αλυσίδα, με τα όσα διαδραματίζονται στην Βουλή με την παραπομπή του Γιάννου Παπαντωνίου.

Όχι, ο Γιάννος Παπαντωνίου δεν μεταλλάχτηκε σε γέρικο άλογο.
Ο όμορφος πρώην Υπουργός ήταν ο ιπποκόμος μιας γενιάς αλόγων, που ρίχτηκαν με όρεξη στον Ιππόδρομο της δεκαετίας των εκσυγχρονιστών.
Ήταν άλογα από πολλές ράτσες.


Άλογα για κούρσες Χρηματιστηρίου, γερά ντοπαρισμένα για να κερδίσουν τις πρώτες διαδρομές.
Σε αυτά πόνταραν οι τζογαδόροι της εποχής.

Τραπεζίτες με ξένα χρήματα, επιχειρηματίες με εταιρείες σφραγίδες, εκδότες εφημερίδων με δημοσιογράφους παπαγαλάκια, και κάθε άλλης καρυδιάς καρύδι, κέρδισαν πολλά από αφελείς Ιπποδρομιάκηδες, που δανείζονταν για να παίξουν.

Άλογα για κούρσες δημοσίων και ολυμπιακών έργων. Με αναβάτες εργολάβους και Προμηθευτές. Τα γκανιάν της εποχής.

Μέχρι και άλογα ράτσας αγώνων για στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Ελικόπτερα, φρεγάτες, αντιαρματικά ακόμη και στρατιωτικές στολές για φαντάρους φορτώνονταν πάνω τους.
Και κατάφερναν να τερματίζουν, παίρνοντας όλο το χρήμα από ένα Κράτος, που δανείζονταν για να τους πληρώσει.

Όμορφες εποχές. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι.
Και πιο πολύ ο σταβλάρχης της εποχής, που έριξε το μεγάλο άλογο, τον Έλληνα- πάντα στα άλογα δίνουν ένα όνομα- στην Ευρωπαϊκή αρένα.
Το σενιάραν το ζώο, οι δύο βοηθοί του Ιπποκόμου. Ένας Στουρνάρας και ένας Παπαδήμος.


Το πούσαρε και η Goldman Sachs, εταιρεία που φουσκώνει πουλάρια.
Το στόλισαν, το γυάλισαν και το έριξαν μέσα στο μεγάλο Ιππόδρομο της Ευρώπης.
Μπέρδεψαν την αρένα, όμως.

Και αντί να στείλουν το ζώο να τρέξει με τις βαλκανικές φοράδες, το έριξαν μέσα στα άγρια ζώα του Βορρά.
Με δανεικές, πάντως, ενέσεις και ξένο σανό το άλογο κατάφερνε να τρέχει.
Άντεξε το ζώο μέχρι το 2010.

Κι ας άλλαζαν οι σταβλάρχες, ο ένας πίσω από τον άλλον.
Κι ας άλλαζαν και οι ιπποκόμοι.

Κάποια στιγμή το ζώο πλάνταξε. Ήταν πλέον φανερό. Το ζωντανό-ο Έλληνας- δεν μπορούσε άλλο.
Και, αντί να το αποσύρουν από την αδυσώπητη κούρσα που οδηγούσε το γερμανικό άτι, το άφηναν μέσα να ψυχορραγεί.

Όσα φάρμακα και να το πότισαν και όσες καμτσικιές να του έριξαν, το άλογο δεν τραβούσε.
Και τώρα, τώρα τους φταίει ο παλιός ιπποκόμος του εκσυγχρονισμού.

Όπως στο φινάλε αρχαίας τραγωδίας, ο ένοχος, για να γλυτώσει, παίρνει την μορφή ζώου που θυσιάζεται, έτσι και ο ιπποκόμος του 2000 είναι σήμερα άλλο ένα γέρικο άλογο, που θα πάει στο σφαγείο.

Σκοτώνουν, λοιπόν, τα άλογα όταν γεράσουν;
Ναι, τα σκοτώνουν. Αρκεί από αυτά, να μπορούν να βγάλουν σανό για άλλο ζώα.
Συγγνώμη, τροφή ήθελα να γράψω.

Γ.Κ.

ΥΓ. Ο κόσμος και ο χώρος του Ιπποδρόμου είναι μια μικρογραφία της Ελλάδας. Άλογα βαφτίζονται με ονόματα ηρώων της Ελληνικής επανάστασης. Αν είναι αρσενικά, τα βαφτίζουν Κολοκοτρώνη ή Καραϊσκάκη. Τα θηλυκά, τα γερά όμως, Μπουμπουλίνα ή Μαντώ.

Τα ψοφίμια ή οι «παραστάτες»- κατά την Ιπποδρομιακή αργκό- παίρνουν ονόματα φυσικών φαινομένων ή πολιτικών για να παρασύρουν τους αδαείς και να στοιχηματίζουν πάνω τους.
Αν ακούσετε άλογο να το φωνάζουν Κεραυνό, Αστραπή η Σημίτη, μη βάλετε μία. Θα χάσετε τα λεφτά σας.

(Αγαπητέ φίλε, είστε πάντα απολαυστικός. Το ακόμα πιο απολαυστικό είναι πως ο Σημίτης και ο Παπαντωνίου -ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών της μόνης κυβέρνησης στον κόσμο που διαφήμιζε το Χρηματιστήριο με καταχωρήσεις στις εφημερίδες και έλεγε μάλιστα και στις πόσες μονάδες θα πάει- κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι. Τι πλάκα, όμως, εκείνα τα καλοκαίρια της δεκαετίας του ’90 που κυκλοφορούσες στα νησιά και άκουγες κάτι γελαστούς τύπους με σαγιονάρες να λένε φωναχτά «σήμερα έβγαλα 10 εκατομμύρια». Όχι, δεν ήταν χαζοί, ήταν έξυπνοι. Αναρωτιέμαι τι να κάνουν όλοι αυτοί σήμερα. Να είστε καλά.)

Πηγή: pitsirikos