Παρασκευή

Βομβαρδισμένοι


Το πολιτικό θέμα των ημερών είναι αν ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, θα ακυρώσει την εξαγγελία του πρωθυπουργού της Ελλάδας, Αλέξη Τσίπρα, για την παροχή βοηθήματος -για μια φορά- στους χαμηλοσυνταξιούχους.


Ακριβώς αυτό είναι το θέμα αυτή τη στιγμή.
Μπορώ να πω ότι ντρέπομαι ή θα θεωρηθώ λαϊκιστής;
Επιτρέπεται να επιθυμώ να ζήσουν με ένα μίνιμουμ ανθρώπινης αξιοπρέπειας οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι, οι χαμηλά αμειβόμενοι, όλοι οι Έλληνες, τέλος πάντων;
Πείτε μου, επιτρέπεται;


Δεν απαντάει κανείς, οπότε συνεχίζω.
Έχω ένα φίλο από τη Συρία που μένει στην Ελλάδα. Παντρεμένος με Ελληνίδα, έχουν δυο παιδιά. Ουσιαστικά, είναι Έλληνας πια.
Αυτός ο φίλος μου είναι από το Χαλέπι. Το ξακουστό Χαλέπι που αυτές τις ημέρες είναι μια πόλη-φάντασμα.


Τα αδέρφια του ζουν εκεί. Ζουν, σκοτώθηκαν, δεν έχει ιδέα. Δεν μπορεί να μάθει.
Όταν πέθανε η μητέρα του, δεν υπήρχε τρόπος να πάει στη Συρία. Άλλωστε, η «κηδεία» της δεν έγινε σε νεκροταφείο αλλά σε ένα πάρκο, γιατί στα νεκροταφεία τους πυροβολούσαν. Δηλαδή, έσκαψαν στο πάρκο, την έβαλαν στο χώμα και έφυγαν τρέχοντας.


Αυτός ο φίλος μου από τη Συρία παρακολουθεί από μακριά αυτά που συμβαίνουν στην πατρίδα του.
Θεατής του δράματος της χώρας του, των ανθρώπων του, του λαού του.
Θεατές είμαστε κι εμείς. Όχι μόνο της ανθρώπινης τραγωδίας στη Συρία αλλά και της κατάστασης στην Ελλάδα.
Άλλοι Έλληνες παρακολουθούν την κατάσταση στην Ελλάδα από το εξωτερικό, άλλοι από την Ελλάδα.

Όλοι, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, με την επιθυμία να βγει η χώρα μας από τον δρόμο της ταπείνωσης, του εξευτελισμού και της υποδούλωσης.
Θεατές, όμως. Κάπως ανήμποροι.
Η Ελλάδα δεν είναι Συρία, γιατί δεν βομβαρδίζεται, ούτε ζει σε μια διαρκή θηριωδία, αλλά εγώ, πολύ συχνά, έχω ένα αίσθημα βομβαρδισμένου.


Σκέφτομαι κάποιες φορές πως θα ήθελα να ήμουν στο εξωτερικό και να βλέπω όσα γίνονται στην Ελλάδα από μακριά.
Ίσως, στο εξωτερικό, κάποιες φορές, να μπορείς να ξεχνάς τη χώρα σου.
Ίσως, να μπορείς να προσποιείσαι κάποιες φορές πως δεν σε αφορά και απόλυτα αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα.


Ίσως, μέσα στο πλήθος, με τις παραδόσεις, τις συνήθειες και την καθημερινότητα στην ξένη χώρα, να μπορείς να το παίζεις ή να νιώθεις «ξένος». Δηλαδή, ντόπιος.
Ίσως, αν ζούσα σε μια ξένη χώρα, να μην ντρεπόμουν που μπορεί να ακυρώσει ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας την εξαγγελία του πρωθυπουργού της Ελλάδας για την παροχή ενός μικρού βοηθήματος στους χαμηλοσυνταξιούχους.


Ίσως, αν ζούσα σε μια ξένη χώρα, να μη με ένοιαζε που η Ελλάδα είναι πια μια αποικία.
Ίσως, δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως αυτό μπορούν να το κάνουν όλοι.
Σκέφτομαι τον Σύρο φίλο μου.
Δουλεύει, χαμογελάει, παίζει με τα παιδιά του, την ίδια ώρα που μπορεί τα αδέρφια του και τα παιδιά τους να σκοτώνονται.

Τι να κάνει, όμως;
Μπορεί να θέλει να ουρλιάξει αλλά, και να ουρλιάξει, θα τον ακούσει κανείς;
Θα αλλάξει κάτι;
Θα φύγουν όλοι τρέχοντας ή θα πάρουν τηλέφωνο να έρθουν να τον δέσουν.


Είναι φοβερό που εσύ μπορεί να θέλεις να ουρλιάξεις και, αντί να ουρλιάξεις, χαμογελάς και είσαι ψύχραιμος και ευγενικός.
«Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;» μου είπε ένας άλλος φίλος που δοκιμάζεται αυτές τις ημέρες, «Θέλω να κλάψω και δεν μπορώ».


Είναι υπό τέτοιο διωγμό το συναίσθημα, που έχει αρχίσει να δίνει λάθος εντολές ο εγκέφαλος.
Θα θέλεις να κλάψεις και θα ξεσπάς σε τρανταχτά γέλια.
Θα θέλεις να χαιδέψεις τον έρωτά σου και θα του χώνεις σφαλιάρα.


Με τόσο φόβο, τόση ενοχή, τόση καταπίεση του συναισθήματος, είναι εντυπωσιακό ότι οι άνθρωποι κάνουν σχέσεις ακόμα.
Μάλλον, η μοναξιά είναι πιο τρομακτική. Για την ώρα.


Πάντως, για να το φέρω στα ελληνικά δεδομένα, οι Έλληνες πέρασαν από τη συναισθηματική ακράτεια στη συναισθηματική αναπηρία.
Από το «όξω καρδιά» σε καρδιά κοτρόνα.


Βέβαια, τα δάκρυα των Ελλήνων και των μεσογειακών λαών πρέπει να έχουν ακόμα γλυκιά γεύση.
Τα δάκρυα των βόρειων λαών -εκεί είναι το μεγάλο δράμα- πρέπει να είναι σκέτο δηλητήριο.
Βάλλονται οι άνθρωποι από παντού. Βάλλεται ο πυρήνας της ανθρώπινης ύπαρξης.


Είμαστε βομβαρδισμένοι.
Το πιο φοβερό είναι που εσύ πρέπει να συνεχίσεις να ζεις σαν να είναι όλα κανονικά.
Σαν να μην τρέχει τίποτα.


Έχει ωραία μέρα σήμερα.
Πάω να περπατήσω στον ήλιο και να χαμογελάσω σε ανθρώπους που θα μου χαμογελάνε κι αυτοί.
Εντάξει, τώρα ξέρω πως όλοι θέλουμε να ουρλιάξουμε.

Πηγή: pitsirikos