Τετάρτη

Εμείς την δουλειά μας κάνουμε

dosilogoi

«Α, να χαθείς παλιοκόρακα. Δευτέρα πρωί, βρήκες να έρθεις; Φύγε από εδώ, ρε @ρχίδι, μη σε πλακώσω στις μπουνιές»

Ήταν οι φωνές του Σταύρου, του γείτονα μου με το μαγαζί, κάπου τριάντα τετραγωνικά, που πουλάει υδραυλικά και ηλεκτρολογικά είδη για οικοδομές. Ακούγονταν μέχρι πάνω, στο γραφείο μου.


Βγήκα στο μπαλκόνι, να δω τι γίνεται.

Οι καταστηματάρχες, από τα διπλανά και τα απέναντι μαγαζιά, βγήκαν και αυτοί από τα δικά τους.
Ήρθαν στην εξώπορτα του Σταύρου. Άλλοι γείτονες, τράβηξαν τις κουρτίνες και άνοιξαν τα παράθυρα τους. Να ακούν καλύτερα.

Και όλος αυτός ο σαματάς, γιατί; Επειδή ένας δικαστικός κλητήρας προσπαθούσε να επιδώσει ένα εξώδικο τραπέζης.

Δεν υπέγραφε με τίποτα ο Σταύρος.
Άνοιξε συζήτηση με τον επιμελητή.

Αγνοώντας, ότι οι διακομιστές των δικαστικών εγγράφων δεν παίζουν κανένα ρόλο στην εξέλιξη η την τροπή μιας υποθέσεως, πάλευε να του εξηγήσει, ότι, κοντά στα εξήντα του, δεν έγινε ξαφνικά μπαταξής. Ήταν ένας ασυνεπής δανειολήπτης, γιατί μειώθηκε ο τζίρος του.
Αρνιότανε να υπογράψει. Και κάθε τόσο, που ο επιμελητής, τον πίεζε- τον απείλησε σε κάποια στιγμή, ότι θα έρθει με αστυνόμο- οι φωνές δυνάμωναν.

Όπως, όμως, στις αρχαίες τραγωδίες ό από μηχανής θεός βρίσκει την κατάλληλη πάντα στιγμή και μπαίνει στο δρώμενο για να δώσει την λύση, έτσι και στο πρωινό αυτό τσαμπουκά, ήρθαν οι γείτονες, που μπήκανε στη μέση.

«Τι φταίει, βρε Σταύρο, το ανθρωπάκι; Οι τράπεζες τον βάλανε, να στο παραδώσει συστημένο» του λέγανε.

Προσπαθούσαν να τον καλμάρουν, μη και ο Σταύρος, που είναι νευρικός και δεν αστειεύεται, έριχνε στον δικαστικό κλητήρα καμία ανάποδη.

Αναθάρρησε, ο επιμελητής ή κλητήρας -δεν έχει σημασία πως θα τον πείτε- όταν είδε, ότι οι απρόσκλητοι θεατές είχαν πάρει μια κάποια θέση στο πρόβλημα.

Οι τράπεζες, αυτές που του ανέθεσαν το έργο της επίδοσης, έφταιγαν.

Δεν δίστασε μάλιστα, να του ζητήσει για μια τελευταία φορά να υπογράψει. Με πιο ευγενικό τρόπο, είναι αλήθεια, αυτή την φορά.

«Σας παρακαλώ, Κύριε. Δίκιο έχετε, σας πιστεύω. Υπογράψτε όμως, να τελειώνουμε. Εντολές της Τράπεζας εκτελούμε. Στο κάτω-κάτω, εμείς, την δουλειά μας κάνουμε».

Να πω την αλήθεια μου, τον λυπήθηκα και τον επιμελητή. Ένας βιοπαλαιστής, φουκαράς στην εμφάνιση, ήταν και αυτός. Και προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, για μια δουλειά, που ίσως δεν του ήταν ευχάριστη.

Περίμενε υπομονετικά να περάσει η μπόρα του θυμού και της αγανάκτησης του δύστροπου καταστηματάρχη.

Μήπως και υπογράψει το ευλογημένο χαρτί της παραλαβής ο Σταύρος, πάρει ο επιμελητής το υπογεγραμμένο αντίγραφο και το επιστρέψει στον εντολέα του.

Δηλαδή στην Τράπεζα η το δικηγορικό γραφείο, που εκπροσωπεί την Τράπεζα.
Για να εισπράξει, ο δύστυχος αυτός κλητήρας, τα είκοσι, τριάντα Ευρώ που δίνουν σαν αμοιβή οι Τράπεζες για κάθε επίδοση.

Το υπέγραψε τελικά το χαρτί, ο Σταύρος.
Το πήρε ο επιμελητής -του ζήτησε κιόλας συγγνώμη για την ενόχληση φεύγοντας- και οι υπόλοιποι επιστρέψαμε στις δουλειές μας. Σαν να μη τρέχει τίποτα.

Στους περισσότερους από εμάς –που έχουμε ήδη πάρει την κρυάδα κάποιου εξώδικου- το συμβάν δεν έκανε καμία εντύπωση.
Πέρασε η Δευτέρα, πέρασε και η Τρίτη, που ο Θρύλος έσκισε στο μπάσκετ τους Ιταλούς από το Μιλάνο.

Και ήταν Τετάρτη βράδυ, όταν χαζεύοντας τα νέα στο διαδίκτυο, έπεσα σε ένα video με έναν άλλον τσαμπουκά.

Από ένα επαρχιακό Ειρηνοδικείο, όπου ακτιβιστές τα είχανε βάλει με μια γυναίκα συμβολαιογράφο.
Μια σοβαρή, αλλά αγέλαστη γυναίκα -εδώ που τα λέμε αν τολμούσε να γελάσει, μπορεί και να της μουντάρανε, αλλά, τέλος πάντων-, μια ξινή, που προσπαθούσε να ξεκινήσει ένα πλειστηριασμό.
Και εκεί, στο video δηλαδή, ακατάληπτες φωνές -σαν και αυτές τις προχθεσινές, που ακούγονταν σε όλη τη γειτονιά- σπρωξίματα και ένα τεράστιο πανό που έπιανε τη μισή αίθουσα του Δικαστηρίου και έγραφε να μην πάει κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη .

Σαν να έβλεπα τα ίδια, που είδα με τα μάτια μου κάτω από το γραφείο.
Μια συμβολαιογράφος-αντί για δικαστικό επιμελητή τώρα – να προσπαθεί απεγνωσμένα να απολογηθεί.

«Τι φταίμε εμείς; Να ζητήσετε προστασία της πρώτης κατοικίας από την Κυβέρνηση. Αυτή είναι υπεύθυνη για τους πλειστηριασμούς. Εμείς, την δουλειά μας κάνουμε»
«Συνηθισμένα πράγματα. Θα δούνε πολλά ακόμη τα μάτια μας» σκέφτηκα και έκλεισα την ανοικτή σελίδα του site.

Μέχρι που έφτασε η παραμονή της 28ης Οκτώβρη. Της εθνικής επετείου του ΟΧΙ, της κατατρόπωσης των Ιταλών στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, της Κορυτσάς και του Τεπελενίου.
Ήταν οι ηρωικές στιγμές του Έθνους, για τις οποίες είμαστε περήφανοι σαν λαός. Μας τα είπαν καλά οι δάσκαλοί μας. Τα διαβάσαμε αναλυτικά και στα σχολικά βιβλία.

Χρόνια αργότερα, μετά την μεταπολίτευση -μεγαλώσαμε πια και οι γονείς μας ξεθαρρέψανε- τα στόματα άνοιξαν.


Δειλά-δειλά μάθαμε για την συνθηκολόγηση και την παράδοση άνευ όρων στους Γερμανούς, για τον στρατηγό Κατσιμήτρο, τους Ράλληδες, τους Χίτες, τους μαυραγορίτες και τους δωσίλογους.
Στην μακαρίτισσα την μητέρα μου -που έζησε την Κατοχή στην Αγιά Σοφιά του Πειραιά, μια συνοικία κάτω από τα Μανιάτικα-, όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει, είχαν μείνει ζωντανές στην μνήμη της οι φωνές απόγνωσης ενός γείτονα τους.

Όχι, δεν ήτανε από το μπλόκο της Κοκκινιάς, τότε που πήρανε όλους τους άντρες στην πλατεία ή από κάποια νυχτερινή έφοδο των Γερμανών στα σπίτια τους.
Ήτανε μια σκηνή που διαδραματίστηκε ένα χρόνο αργότερα, μετά την απελευθέρωση. Στα χρόνια του εμφυλίου.

Την έζησε, η μάνα μου, μέσα από τη μεσοτοιχία, που χώριζε το σπίτι της από το σπίτι ενός δωσίλογου.
Μας την έλεγε συχνά αυτή την ιστορία.
Είχαν, λέει, μπει στο σπίτι του γείτονα τους αντάρτες και τον πήρανε. Για να τον δικάσουν.
«Τα παιδιά του, πέντε είχε, ήτανε και καρπερός θεός σχωρέστον, και η γυναίκα του έκλαιγαν και τους παρακαλούσαν να τον αφήσουν» μας έλεγε.

«Ήταν, όμως, και συνεργάτης των Γερμανών» ήταν ο αυστηρός της επίλογος.
Δεν ήταν κομμουνίστρια η μάνα μου, αλλά τους αντάρτες τους σεβότανε.

« Με ξέρεις εμένα, έτσι;» μου είχε πει μια φορά. «Ξέρεις και τι ψηφίζω. Αλλά, να σου πω την μεγάλη αλήθεια; Στα λαϊκά δικαστήρια έγιναν πολύ λίγες αδικίες. Κυρίως από ρουφιάνους για ασήμαντες προσωπικές διαφορές. Στα άλλα , τα κανονικά δικαστήρια, αθωώσανε όλους τους αλήτες της Κατοχής. Όσους δικάσαν οι λαϊκοί, και μετά τους καθάρισαν οι συντρόφοι τους, να ξέρεις, ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους κατοχικούς συνεργάτες, στη φύση τους κρύβανε ένα κάθαρμα. Τι πάει να πει, η ανάγκη τους έκανε; Εμείς, δεν πεινάγαμε τότε; Οι άλλοι δεν είχαν παιδιά;»

Ήμασταν παιδιά τότε που μας τα ‘λεγε.
Είχανε περάσει πολλά-πολλά χρόνια από την απελευθέρωση και τον εμφύλιο.
Τον μεγάλο πόλεμο και την κατοχή δεν την ζήσαμε, για να γνωρίζουμε τις αθέατες πλευρές του.
Την Ιστορία δεν την είχαμε μάθει σωστά. Δεν δίναμε και πολύ σημασία, σε αυτά που ακούγαμε.
Πιθανόν, βέβαια, όλες αυτές οι αφηγήσεις των ανθρώπων, που έζησαν τα χρόνια αυτά να αφησαν κάτι, μέσα στο υποσυνείδητο μας.

Δεν εξηγείται διαφορετικά.
Να, λίγες μέρες πριν, ένα γνωστό μου παιδί, ο Παναγιώτης, δικηγόρος με καλές σπουδές, έπιασε δουλειά σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο. Αυτό που ετοιμάζεται να εκπροσωπήσει στην Ελλάδα, ένα Vulture fund, δηλαδή ξένο χρηματοπιστωτικό οργανισμό, που αγοράζει απλήρωτα τραπεζικά δάνεια σε τιμές ευκαιρίας.

Και χθες, ανήμερα της 28ης, που έτυχε να έρθει να με δει ο φίλος μου, ο Χάρης, όλα τα γεγονότα, αυτά τα σημερινά της εποχής των μνημονίων και αυτά τα κατοχικά, μπλέξανε μέσα μου σαν μπερδεμένο κουβάρι.

Ε, τι ήθελα και εγώ να πιάσω κουβέντα μαζί του;

Και να του πω, για την γειτονιά των παιδικών μας χρόνων, την μάνα μου και την ιστορία με τον Μανιάτη δωσίλογο -συνεχώς την ίδια έλεγε η μακαρίτισσα, το έχουν αυτό οι μεγάλοι άνθρωποι και να αναπαύεται η ψυχή της- τον δικαστικό επιμελητή, που πλακώθηκε με τον Σταύρο, την συμβολαιογράφο που παρακολούθησα στο video, και τον Παναγιώτη που έπιασε δουλειά στο δικηγορικό γραφείο.

Παλιός Πειραιώτης, ο Χάρης. Μηχανικός και αυτός. Κι ας το έχει ρίξει τελευταία στην ποίηση.
Τον αγαπούσε η μάνα μου, πολύ. Και σ’ αυτόν είχε πει, την ιστορία του Μανιάτη με τα πέντε παιδιά.
Με άκουγε αμίλητος, ο Χάρης. Τον είδα να προβληματίζεται, με αυτά που του έλεγα.
«Τι έπαθες, ρε Καβάφη» τον ρώτησα.

-Τίποτα, μωρέ. Να σκέφτομαι. Το παιδί αυτό. Που έπιασε δουλειά στα κοράκια. Είναι κρίμα!
«Δεν βαριέσαι, ρε Χάρη» του απάντησα. Και εγώ, όταν τον συνάντησα και τον ρώτησα, αν του αρέσει αυτή η δουλειά, να βγάζει σπίτια στο σφυρί, ξέρεις τι μου απάντησε;

«Είχα ανάγκη, Αλέξη. Δεν είμαστε εμείς, οι δικηγόροι, το πρόβλημα. Εμείς την δουλειά μας κάνουμε»

Γ.Κ.

Υ.Γ. Το ίδιο βράδυ, ο φίλος και ποιητής, Χάρης, που του αρέσει να απεικονίζει την βιωματική πραγματικότητα, είχε γράψει στο blog του:
«Τι έφταιγε μωρέ αυτός; Πέντε στόματα είχε να θρέψει. Στην ίδια γειτονιά μέναμε. Λίγες μέρες πριν, πάει να κάνει αυτή την δουλειά, τον είδαν να ψάχνει τα σκουπίδια των Γερμανών, μη και βρει κάτι να δώσει στα παιδιά του»
Έτσι έλεγαν, για εκείνο τον δωσίλογο Μανιάτη, που τον καθάρισαν οι αντάρτες μια νύχτα του Δεκέμβρη.
Και στο μυαλό μου, ήρθε ο Παναγιώτης, αυτό το έξυπνο παιδί που σπούδασε δικηγόρος και μέχρι τα τριάντα του έψαχνε για δουλειά.
Τον είδα να βγαίνει σκεφτικό από εκείνο το μεγάλο δικηγορικό γραφείο που έπαιρνε τις υποθέσεις των πλειστηριασμών.
«Έπιασα δουλειά» μου είπε. «Είχα ανάγκη. Τι να έκανα;»
Τι να ‘κανε μωρέ το παλληκάρι;
Μισή σύνταξη έπαιρνε ο πατέρας του, κι είχε και άλλα δύο αδέλφια μικρότερα.
Φαντάρος ό ένας, σπουδαστής ο άλλος. Όλοι αυτόν περίμεναν.
Να προσέχεις Παναγιώτη! Να προσέχεις παιδί μου!

(Αγαπητέ φίλε, είναι πολύ βολικό το «εμείς την δουλειά μας κάνουμε». Κι αυτοί που έκαιγαν ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτό έλεγαν. «Εμείς την δουλειά μας κάναμε, εμείς εντολές εκτελούσαμε». Άρα, αθώοι. Ξεχνούν όλοι πως δεν είσαι υποχρεωμένος να κάνεις στη ζωή σου πράγματα με τα οποία διαφωνείς. Μπορείς και να αρνηθείς. Αν σου πουν «είσαι στρατιώτης και πρέπει να σκοτώσεις αυτόν τον άνθρωπο», μπορείς να μην τον σκοτώσεις. Στο χέρι σου, κυριολεκτικά, είναι. Κι αν είναι να σκοτώσεις έναν άνθρωπο που δεν σου έχει κάνει κανένα κακό, καλύτερα να σκοτώσεις τον εαυτό σου. Είναι άθλιο να σκοτώνεις. Αυτός είναι ο λόγος που στο εκτελεστικό απόσπασμα, το όπλο ενός στρατιώτη έχει άσφαιρα: για να πιστεύουν όλοι οι στρατιώτες του αποσπάσματος πως το δικό τους όπλο είχε άσφαιρα και πως δεν σκότωσαν άνθρωπο αυτοί. Δεν υπακούουν όλοι οι άνθρωποι στις εντολές. Η Rosa Parks δεν υπάκουσε και δεν σηκώθηκε από την θέση για τους λευκούς στο λεωφορείο. Ο August Landmesser δεν σήκωσε το χέρι του για να χαιρετήσει ναζιστικά τον Χίτλερ. Κανένας δεν μπορεί να σε υποχρεώσει να πας να βγάλεις έναν άνθρωπο από το σπίτι του ή να χτυπάς ανθρώπους στις διαδηλώσεις. Μπορείς να αρνηθείς. Ο απόλυτα φυσιολογικός Άντολφ Άιχμαν, ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, είχε πει στη δίκη του πως δεν είχε τίποτα εναντίον των Εβραίων και πως εκτελούσε εντολές. Αυτό έκανε την Χάνα Αρεντ να μιλήσει για την κοινοτοπία του κακού. Αλλά φτάνει, δεν έχει κανένα νόημα. Κάποιοι άνθρωποι πάντα θα κάνουν την δουλειά τους και θα εκτελούν εντολές. Με τόση ανεργία, οι πρόθυμοι να κάνουν την δουλειά είναι περισσότεροι, και πάντα θα έχουν μια δικαιολογία. Να είστε καλά.)

Πηγή: pitsirikos