
Τις τελευταίες μέρες η ελληνική κοινωνία βρίσκεται στον αστερισμό των προαπαιτούμενων. Δημόσιοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι βρίσκονται κρεμασμένοι από τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα τους, περιμένοντας να πληροφορηθούν τον τρόπο με τον οποίο θα καταβάλλονται οι μισθοί και οι συντάξεις τους. Περιορισμοί, κουπόνια, δωρεάν ταξίδια, εκπτώσεις σε εισιτήρια κινηματογράφου και θεάτρου, αντικατάσταση του ψωμιού με παντεσπάνι. Από την άλλη πλευρά, ο Ολάντ και η νεοφιλελευθεροποιημένοι σοσιαλιστές ανά την Ευρώπη αισθάνονται δικαιωμένοι για την ρεαλιστική πολιτική λιτότητας, ευρωπαίοι αξιωματούχοι – από μεγαλογραφειοκράτες, μέχρι θυρωρούς – προειδοποιούν για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων σε νευραλγικούς τομείς – όπως η φορολόγηση του τσίπουρου, το άνοιγμα του επαγγέλματος των φαρμακοποιών και η κατάργηση των περιπτέρων – και κάπου εκεί στο βάθος κάποιοι σιγοψιθυρίζουν τις λέξεις τέταρτο μνημόνιο.
Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει πάλι για κάποια κρίση. Σύμφωνα όμως με την ιπποκράτεια θεωρία η κρίση, είναι ένα σταυροδρόμι, κατά το οποίο θα φανεί αν ο ασθενής θα νικήσει την ασθένεια και θα επιβιώσει, ή θα αφεθεί στην αγκαλιά της ασθένειας με τελικό προορισμό τον θάνατο. Η χώρα λοιπόν έχει αφήσει την κρίση πολύ πίσω της και διάγει τις τελευταίες στιγμές της στον ιστορικό χρόνο. Δεν μιλάμε φυσικά για μέρες, εβδομάδες ή μήνες. Αλλά στην επόμενη περίοδο που έρχεται μπορούμε να μιλήσουμε για τεκτονικές μεταβολές οι οποίες θα φτάσουν σε ένα αποτέλεσμα που ίσως να μην το έχουμε φανταστεί ακόμα. Βέβαια, αν κάποιος βάλει το κοστούμι του «γραφειοκράτη» και δει λίγο τα νούμερα – ενεργειακή πολιτική και αποθέματα, ισοζύγια, δημογραφικό, ασφαλιστικό, κοινωνικό κράτος, γεωπολιτικές ισορροπίες – μπορεί να καταλήξει σε πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για το πώς θα είναι η Ελλάδα σε δέκα χρόνια από τώρα, ίσως και λιγότερα.


