Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελπίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελπίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

«Τίποτα δεν πάει χαμένο»

«Τίποτα δεν πάει χαμένο»

Προ πολλών ημερών μιλώντας ο κ. Γιώργος Κιμούλης, καλεσμένος από τον Νίκο Μπογιόπουλο στον Real FΜ, είπε ότι για πολλούς από τους ανθρώπους που πέρασαν από διάφορες συλλογικότητες της Αριστεράς το αποτέλεσμα ήταν -ανάμεσα σε άλλα- και τραυματικό. Ή μάλλον, για να αποδώσω καλύτερα όσα είπε, μίλησε για «τραύμα». Συνδύασε τη «συλλογικότητα» με το «τραύμα». Και είπε την αλήθεια.


Χρειάσθηκε να μεγαλώσουμε για να διαπιστώσουμε ή για να παραδεχθούμε ότι λογική και συλλογικότητα δεν συμβαδίζουν πάντα (παρά τα αντίθετα που μαρτυρά η γλώσσα). Οπως δεν συμβαδίζουν επίσης πάντα η συντροφικότητα με την ηθική καθώς και άλλες έννοιες που στα νιάτα μας, καθώς αλλάζαμε κόσμο (για να αλλάξουμε τον κόσμο), θεωρούσαμε αλληλένδετες, παράλληλες και αλληλοτεμνόμενες.


Ποτέ δεν ήταν έτσι. Ή ίσως να ήταν για κάποιους, καλύτερους από μας, αλλά όχι για τους περισσότερους από μας. Το αποτέλεσμα αποδεικνύει το θεώρημα. Από όσους μπήκαν στα κόμματα και τις οργανώσεις της Αριστεράς μετά τη Μεταπολίτευση, οι περισσότεροι εξήλθαν, νωρίτερα ή αργότερα, συμποσούμενοι σε δύο κυρίως κατηγορίες. Η πρώτη συναπαρτίζεται από εκείνους που έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους και άλλαξαν μυαλά. Αλλοι στελέχωσαν άλλα κόμματα, άλλοι βγήκαν στην αγορά, άλλοι στον Τύπο, άλλοι ιδιώτευσαν, άλλοι έγιναν ακόμα και αντικομμουνιστές – δεν κρίνω κανέναν. Η δεύτερη κατηγορία συναπαρτίζεται από εκείνους που παρέμειναν αριστεροί και συνέχισαν μέσα από άλλες συλλογικότητες ή κατά μόνας την αναζήτηση του Αγίου Δισκοπότηρου.


Ομως, γιατί το «τραύμα» στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Κιμούλης; Για δύο λόγους, νομίζω. Ο πρώτος αφορά στον υπέρμετρο συναισθηματισμό πολλών από μας που ήθελαν να πιστεύουν ότι ο κόσμος της Αριστεράς ήταν εξ ορισμού αγγελικά πλασμένος. Ο δεύτερος αφορά στην ίδια την πολιτική, τη σχέση της θεωρίας με την πράξη, τη διαμόρφωση των χαρακτήρων, την αίσθηση και την αισθητική, αλλά κυρίως


στο κατά πόσον μια αριστερή συλλογικότητα επιτρέπει και, επιπλέον, ευνοεί την απελευθέρωση του προσώπου ή αν αντιθέτως το ωθεί σε μια εξίσωση προς τα κάτω διανθισμένη με φιοριτούρες περί ισότητας – στην πραγματικότητα ισοπέδωσης.


Κι έτσι, στην πορεία μας μέσα από τις κολεκτίβες της Αριστεράς συναντήσαμε και βαθιά φιλοσοφημένους κομμουνιστές ή άλλων πεποιθήσεων αριστερούς, αλλά και μισανθρώπους μιας αλαζονικής ελίτ, όπως και σταλινώδεις πολποτικούς που συνήθως (πότε οι μεν, πότε οι δε) κατάφερναν να κάνουν τις σημαίες μας σαν τη γυναίκα του Λωτ. Από τη μία ένας αστικός αριστερισμός και από την άλλη ένας χυδαίος εργατισμός και ιδού το «τραύμα» που λέει ο κ. Κιμούλης.


Η γενιά που τα πέρασε όλα αυτά και άλλα πολλά βρίσκεται τώρα στο μετά της μέσης ηλικίας. Τα προσωπικά τραύματα του καθενός μας ή και τα μη τραύματα εκείνων που έζησαν όλην αυτήν την Οδύσσεια διαφορετικά από τους τραυματισθέντες, συνδυάζονται με τα συλλογικά τραύματα από την πορεία της Αριστεράς στην Ευρώπη και τον κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες. Μια Αριστερά που είτε ως υπαρκτός σοσιαλισμός, είτε ως ευρωκομμουνισμός, είτε ως εθνικοαπελευθερωτικό-αντιαποικιακό κίνημα, υπέκυψε στα τραύματα που προκάλεσε στον εαυτόν της και σε όσους την ενστερνίσθηκαν, αφήνοντας πίσω της επίσης ένα τραύμα. Υπό μορφήν μαύρης τρύπας.


Ισως λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ να βρέθηκε στην οπισθοφυλακή αυτής της πορείας. Εκλήθη από την Ιστορία σε μια ύστερη για την Αριστερά εποχή και αντί να γίνει το πρελούδιο μιας νέας προσπάθειας, έγινε ο επίλογος ενός τετελεσμένου παρελθόντος.


Δυο χρόνια τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και ο μόνος στην ελληνική επικράτεια που πιστεύει ακόμα ότι αυτό το πράμα είναι Αριστερά, είναι ο κ. Αρης Πορτοσάλτε.