Όταν είσαι 40 χρονών, σχεδόν ο μισός ανήκεις στο παρελθόν. Και όταν είσαι 70, σχεδόν όλος.
Jean Anouilh
Jean Anouilh
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η γυναίκα που μπαίνει στο καφέ είναι γύρω στα εξήντα πέντε. Καλοντυμένη και μακιγιαρισμένη, χαμογελαστή.
«Περιμένω παρέα», μας λέει. Κι όλο κοιτάει προς την πόρτα.
Λίγο μετά βλέπουμε έναν άντρα να στέκεται στις σκάλες. Τον βλέπει κι εκείνη, του κάνει νόημα. Αυτός είναι μεγαλύτερος, ίσως εβδομήντα, και πολύ καταπονημένος. Χλωμός και λιπόσαρκος, τα ρούχα του περισσεύουν. Κατεβαίνει τις σκάλες με δυσκολία, κρατώντας την κουπαστή.
Η γυναίκα χάνει τον ενθουσιασμό της, σαν τον βλέπει να πλησιάζει. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται, μετά κοιτιούνται με το ανάποδο χαμόγελο στο πρόσωπο.
Εκείνη παίρνει ένα ντεκαφεϊνέ, αυτός κρύο τσάι. Απ’ όσα ακούω (κατά λάθος) είναι παλιοί φίλοι -θα μπορούσε να ήταν και περιστασιακοί εραστές. Είχαν πολλά χρόνια να βρεθούν, πάνω από τριάντα -η γυναίκα ζούσε στο εξωτερικό.
Ο άντρας μοιάζει να έχει αποδεχτεί την κατάσταση. Όμως η γυναίκα, που τόσο καιρό δεν είχε δει τους παλιούς φίλους (εραστές;), μοιάζει μόλις να συνειδητοποιεί πόσα χρόνια πέρασαν, ότι είναι 65 χρονών, όχι τριάντα πέντε -τότε που έφευγε για Αυστραλία.
Τότε που όλοι οι άντρες γυρνούσαν να την κοιτάξουν όταν περνούσε. Τότε που οι άλλες γυναίκες τη ζήλευαν και τη σχολίαζαν. Τότε που κατακτούσε την τέχνη της. Τότε που κι ο Κώστας ήταν σαράντα, πριν την αρρώστια, πριν τα χειρουργεία, πριν τριάντα χρόνια, πριν γίνει αυτός που κάθεται απέναντι της και την κοιτάει με το ανάποδο χαμόγελο και με μασέλα.
Ο τρόπος που κάθονται, η γλώσσα του σώματος, ακούγεται πιο δυνατά απ’ τη μουσική. Λένε: «Τι έγινε; Πώς έγινα έτσι; Πώς έγινες έτσι; Πώς πέρασαν τα χρόνια;»
~~{}~~

