Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Το αποτελείωμα του Homo Socialis



Λέγαμε πως ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό🔛. Ήρθε ο καιρός να μας αναγκάσουν να αναθεωρήσουμε.🙎

Ο Homo Socialis είχε ήδη δεχτεί σοβαρά πλήγματα.
Η οικονομική κρίση και η ανεργία έφερε αρκετούς ανθρώπους στην απομόνωση της φτώχειας, χωρίς επιλογές στην διασκέδαση και την κοινωνικότητα.
Το διαδίκτυο μας απελευθέρωσε μόνο στην αρχή και έπειτα μας παγίδευσε στον κόσμο του- τον κόσμο μας.
Η πανδημία ήταν η αφορμή για να εφαρμόσουν οι ελίτ καταστάσεις και συνθήκες που μόνο στην φαντασία τους μπορούσαν να υπάρχουν. Μας επέτρεψε όμως να ρίξουμε μια ματιά στο μέλλον μας.

Και είναι φριχτό.

Η ανθρώπινη ζωή παρουσιάζεται ως η απόλυτη αξία, αλλά δεν φέρει καμία αξία και δεν έχει καμία αξία μέσα της.
Το αξιακό μας σύστημα ήταν το χρήμα. Όταν αυτό πεθαίνει, όπως συμβαίνει προς το παρόν, γκρεμίζεται ο κόσμος μας.
Πλέον ο θαυμασμός για την Κίνα και το αυταρχικό μοντέλο της είναι απροσποίητος.
Η ρομποτοποίηση και το ηλεκτρονικό εμπόριο θα καταστρέψουν εκατομμύρια θέσεων εργασίας. Κι εκατομμύρια κοινωνικών ζωών και ψυχών.

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

Ο αχαρτογράφητος κόσμος της ανθρώπινης βλακείας

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη στο λήμμα βλάκας έχουμε τον ορισμό: «πρόσωπο που ενεργεί και συμπεριφέρεται με ανόητο τρόπο, ο ηλίθιος», ενώ στο λεξικό του Τεγόπουλου – Φυτράκη ως βλάκας ορίζεται «ο ανόητος» και προτείνονται τα συνώνυμα «χαζός, κουτός, μωρός». Ερευνώντας τη λέξη ανόητος βλέπουμε ότι κατά το Φυτράκη η ετοιμολογία προέρχεται από το στερητικό α και το νους (νοώ), ενώ κατά τον Μπαμπινιώτη από το στερητικό α και το νοητός (που επίσης προέρχεται από το αρχικό ρήμα νοώ). Ο Μπαμπινιώτης μάλιστα επισημαίνει ότι η αρχική έννοια του ανόητος είναι ακατανόητος. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ανόητος είναι αυτός που στερείται νου, λογικής και που κατ’ επέκταση ενεργεί παράλογα. Κι εδώ ακριβώς αρχίζουν τα εννοιολογικά προβλήματα. Ποια είναι η παράλογη συμπεριφορά; Ποια η λογική; Τι ορίζεται ως λογικό, τι ως παράλογο; Και οτιδήποτε παράλογο πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι βλακώδες; Αναγκαστικά η λογική της καθημερινής συμπεριφοράς δεν μπορεί παρά να ακολουθεί τους νόμους της πεπατημένης, τους νόμους δηλαδή της συμπεριφοράς της πλειοψηφίας.Με δεδομένο ότι η βλακεία είναι αδύνατο να αποδειχθεί πειραματικά κι ότι το βλακόμετρο δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, τα πράγματα κινούνται αναγκαστικά μέσα σε άκρατη υποκειμενικότητα.

Αν θέλεις να θεωρείσαι λογικός, ακολούθα αυτά που κάνουν οι περισσότεροι. Βρισκόμαστε αναγκαστικά μπροστά στον κοινωνικό μηχανισμό της μίμησης, που οριοθετεί την ευπρεπή συμπεριφορά, τη συμπεριφορά που δε θέλει να προκαλέσει και που φυσικά ορίζεται ως λογική, γιατί αλλιώς δε θα επικρατούσε, αφού δεν θα ήταν δυνατό να υιοθετηθεί το παράλογο ως κανόνας συμπεριφοράς. Γιατί το παράλογο πάει με το χάος, ενώ η τάξη με τη λογική. Υπό αυτούς τους όρους γίνεται αντιληπτό ότι είναι η ίδια η κοινή γνώμη που ορίζει τι είναι λογικό και τι παράλογο, άρα, κατ’ επέκταση, και τι είναι βλακώδες. Η βλακεία μπορεί να οριστεί μόνο μέσα στο περιβάλλον που ανήκει η κάθε πράξη. Ως εκ τούτου μπορεί να ανακατευτεί με πολλές άλλες έννοιες κάνοντας τα ίχνη της ακόμη πιο δυσδιάκριτα. Για παράδειγμα μέσα σ’ ένα περιβάλλον κλεφτών, που ελέγχουν όλους τους μηχανισμούς και ξέρουν καλά ότι ποτέ δε θα λογοδοτήσουν, ο τίμιος φαίνεται ανόητος. Είναι ο αγαθιάρης, αυτός που δεν του κόβει, που δεν καταλαβαίνει πως κινούνται τα νήματα, ο αγαθάγγελος, ο ρομαντικός, ο Δον Κιχώτης, δηλαδή ο απροσάρμοστος. Συνήθως είναι και αυτός που την πληρώνει αποδεικνύοντας εμπράκτως τη βλακεία του. Μέσα στον κόσμο της διαφθοράς η τιμιότητα μετατρέπεται σε βλακεία.

Ομοίως, σ’ έναν κόσμο κυνικό, ο συναισθηματισμός εκλαμβάνεται ως βλακεία, σ’ ένα περιβάλλον τεμπελιάς αυτός που δουλεύει είναι το κορόιδο και πάει λέγοντας. Η έννοια της βλακείας – όπως άλλωστε κι όλες οι έννοιες – λειτουργεί καθαρά συγκριτικά, δηλαδή καθορίζεται από τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν. Αν τα κοινωνικά πρότυπα είναι στρεβλά, τότε οι έννοιες αναποδογυρίζουν. Υπό αυτό τον όρο η βλακεία καθίσταται έννοια απολύτως μεταβλητή. Θα λέγαμε, σε μια εξωφρενική υποθετική αντιστροφή, ότι σ’ έναν κόσμο ολοκληρωτικής ηλιθιότητας, βλακεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η ευφυΐα. (Είναι βέβαιο ότι όποιος προσπαθήσει να πείσει αποβλακωμένους τηλεθεατές ότι τα σήριαλ που βλέπουν είναι βλακείες, θα φάει τα μούτρα του). Τελικώς, στην πράξη, δηλαδή στην καθημερινή – τρέχουσα έννοιά της, βλακεία ορίζεται οτιδήποτε παράταιρο, οτιδήποτε αποκλίνον από τα στερεότυπα, που προβάλλονται όχι ως λογική, αλλά ως φυσιολογική συμπεριφορά. Αν υπολογίσουμε όλους αυτούς τους μηχανισμούς που αποδεδειγμένα κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά – ΜΜΕ, διαφήμιση, μόδα κτλ – βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικότητα εξ’ ολοκλήρου αντιφατική, όπου όλοι αναγνωρίζουν το επίπλαστο της κοινώς αποδεκτής ανθρώπινης δράσης και ταυτόχρονα θεωρούν παράλογο οτιδήποτε στρέφεται ενάντια σ’ αυτό. Κι εδώ ακριβώς η έννοια της βλακείας κατοχυρώνει το επίπλαστο ηθικό περιτύλιγμα που τη συνοδεύει και που την καθιστά ακόμα πιο ρευστή κι ευπροσάρμοστη, έτσι που ο καθένας μπορεί να προσφωνήσει τον καθένα βλάκα. Ακόμη και η επιλογή καφενείου μπορεί να φέρει χαρακτηρισμό: «Εκεί μαζεύονται όλοι οι βλάκες». Ακόμα και η ελάχιστη οδηγική αδράνεια μπροστά στο φανάρι που άναψε πράσινο.

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

Αβασιλι είσαι καθίκι…



Γράμματα στον Άι Βασίλη


~~~~~
~~~~~

ΑΒΑΣΙΛΙ ΘΕΛΟ Σ ΚΙΛΟ



~~{}~~

Α Ι ΒΑΣΙΛΙ ΤΟΡΑ ΚΣΕΡΟ ΝΑ ΓΡΑΦΟ

ΖΙΤΙΣΑ ΣΚΙΛΟ ΚΕ ΦΕΡΕ ΚΟΚΛΑΚΙ

ΘΕΛΟ ΦΑΡΜΑ ΠΛΕΠΟΠΙΛ ΚΕ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΖΟΑ

ΠΕΤΡΟΣ



~~{}~~



αι Βασιλη, για σου. Τι κανουν οι ταραδοι; δε θελο σκιλο γιατι θα φερις κουκλακι ουτε πλειμοπιλ γιατι εφερες μονο ενα μικροκουτι.

θελοτιλεχεριζομενο μεγαλο

Πέτρος Αναστόπουλος



~~{}~~



Γεια σου, αι βασίλη. Τωρα παω δευτερα. Περισι μου έφερες ενα αφτοκινιτακι μικρό και εγώ είχα ζητήση μεγάλο. Δε καταλαβες επηδη δεν ηξερα να γραφω καλά. Φετος θελω ένα ποδήλατο, μπιεμεξ, σαν του Νίκου. Μάβρο με κόκινες φλόγες και να χει και κοντρα.

πως προλαβενης να μυραζεις όλα τα δώρα; εχεις εφ16;

Πέτρος Αναστασόπουλος

Οδός Ανθέον, Θεσαλονικη, Ελλάδα, Εβρόπη



~~{}~~



Αι Βασίλη, είμαι ο Πέτρος. Δεν πιστευω πως υπαρχεις αληθεια γιατι όλοι οι φίλοι μου μου λενε οτι δεν υπάρχεις και ότι τα παιχνίδια δεν τα φερνεις εσυ αλλά οι μπαμπάδες και όσες φορές σου ζήτησα κατι μου έφερες κάτι άλλο.

Αν υπαρχεις θέλω να μου φερεις ένα ηλεκτρονικό, αυτό με τον Ντόναλτ που σβήνει φωτιες, το μπλε οχι το ροζ το κοριτσίστικο.
Αν δεν υπαρχεις και τα παιχνίδια τα αγοραζει ο μπαμπάς από το μαγαζί παλι θελω ηλεκτρονικο.



——

——

——

——

——

——

Γεια σου, Bill… Τι χαμπάρια, φιλαράκι; Πως τα πάνε οι πιγκουΐνοι, γεννάνε αυγά; ΧΑΧΑΧΑ. Είμαστε στο σπίτι με την τσακαλοπαρέα και είμαστε λιώωωμα!!!!

Σου στέλνουμε ένα ομαδικό γράμμα. Λοιπόν… Εγώ θέλω να μου φέρεις μια gibson les paul, όπως αυτή που έχει ο Slash (γαμώ τα άτομα και φοβερός κιθαρίστας). Ο Νίκος θέλει να του φέρεις μια κούτα Jack Danielsκαι τσιγάρα. Ο Γιώργος θέλει να του φέρεις τη Σίντι Κρόφορντ (και φέρ’τη γρήγορα γιατί κοντεύει να τυφλωθεί από τη πολλή μαλακία!!!).

Keep on rocking, Billαρα!!!

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Ο άνθρωπος που συρρικνώθηκε σε παιδί

by SaneJoker    

Ακούω τον Αλκίνοο Ιωαννίδη με μια κιθάρα να τραγουδά. Έχει κοντά γκρίζα μαλλιά και μούσι πια, τα μάτια του κουρασμένα, αλλά η φωνή του ξεκούραστη σαν να ‘ναι είκοσι χρονών.

Λένε πως η όσφρηση είναι η αίσθηση που συνδέεται απευθείας με την μνήμη. Ο Προυστ δεν θα διαφωνούσε, αφού η μαντλέν που προκάλεσε το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», θα υπολειπόταν σε γεύση, αν πρώτα δεν τη μύριζε.

Όμως και η μουσική έχει κάποιες φορές τέτοιες ιδιότητες, μνημο-διεγερτικές.


Ακούω το «Δεν μπορώ» και θυμάμαι έναν άλλο εαυτό μου, είκοσι χρόνια πριν. Στραβόγιαννο στη Σούδα, να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει φάλτσα, μαζί μ’ έναν ναύτη-σειρά απ’ το Ζαγκλιβέρι, «ο χειμώνας με πληγώνει».

Κι αναρωτιέμαι: Ποιος ήταν εκείνος ο εικοσάχρονος στη Σούδα; Και τι σχέση έχει ο μεσήλικας Αλκίνοος μ’ εκείνον τον μακρυμάλλη που ακούγαμε στο στρατόπεδο;

«Αλλά έχω γράψει γι’ αυτό», μου ‘ρχεται στο μυαλό. «Για τους κλώνους μας.»

Βρίσκω το κείμενο στα πρόχειρα, δεν το είχα κοινοποιήσει τότε. Όμως ακόμα κι ο εαυτός μου πριν έξι μήνες, μοιάζει να ζούσε τη ζωή κάποιου άλλου.

~~

Το κείμενο κάποιου κλώνου:
Επιστρέφω σπίτι το βράδυ, μετά από εννιάμιση ώρες κυριακάτικης εργασίας. Μπήκε ο Μάρτης, βγήκε ο ήλιος κι όλοι αποφάσισαν να βγουν για καφέ.

Οι μυς στο πίσω μέρος των ποδιών, απ’ τον αστράγαλο ως τον κώλο, έχουν γίνει μια συμπαγή μάζα, λίγο πριν την κράμπα.

Τρώω ό,τι βρίσκω στον πάγκο της κουζίνας, ανάκατα. Κέικ μήλου, ρύζι, λαχανοντολμάδες, σοκολάτα, μια μπανάνα, δυο τυροπιτάκια, μακαρόνια. Αν έβρισκα και χταπόδι με ροδάκινο κομπόστα θα τα καταβρόχθιζα κι αυτά.

Δεν νιώθω κουρασμένος. Έχω τόση ένταση ακόμα που δεν μπορώ να νιώσω και πολλά πράγματα, πέρα από πείνα. Βάζω κρασί για να χαλαρώσω το κεφάλι μου. Να γράψω κάτι είναι αδύνατον. Το μόνο που θέλω είναι να σταματήσω να κάνω. Συγγραφέας μετά από εννιάμιση ώρες δουλειάς υψηλού μόχθου δεν γίνεσαι -ούτε γεννιέσαι.

~~

Στη δουλειά συνάντησα κι έναν διάσημο-επαγγελματία συγγραφέα. Φαινόταν νευρωτικός και αλλοπρόσαλλος, κάπως απροσάρμοστος, έτσι όπως οφείλουν να είναι οι συγγραφείς.

Τον αναγνώρισα μόλις μπήκε στο μαγαζί, κι αυτός μάλλον το κατάλαβε («με αναγνώρισαν!») Έκατσε στο τραπέζι με την παρέα του, πήρε να πιει μια σουρωτή με λεμόνι. Ήταν ντυμένος σαν συγγραφέας, είχε τον σωματότυπο συγγραφέα, το σουλούπι συγγραφέα, το πρόσωπο συγγραφέα, την έκφραση συγγραφέα, σχεδόν γραφικός -αυτό που όλοι έχουν κατά νου όταν σκέφτονται «συγγραφέας».

Αλλά ήθελα να είμαι βέβαιος ότι τον είχα αναγνωρίσει σωστά. Τον πλησίασα και του είπα σιγά, να μην ακούσουν οι γύρω:
«Συγνώμη. Είστε ο Κορτώ;»
«Ναι!» έκανε αυτός δυνατά, και μου ‘δωσε το χέρι. «Ευχαριστώ.»

Δεν κατάλαβα γιατί με ευχαρίστησε.

~~

Καταρρέω στον καναπέ για να δω μια ταινία. Για κάποιο λόγο, που δεν μπορώ να εξηγήσω ούτε κι έχει σημασία να το κάνω, όταν είμαι υπερβολικά κουρασμένος θέλω να βλέπω ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

Βάζω να δω το Moon, μια κλειστοφοβική ταινία του 2009, που έχει σκηνοθετήσει ο Ντάνκαν Τζόουνς (τυχαίνει να είναι γιος του Ντέιβιντ Μπάουι).

Ο Σαμ Μπελ, εργάζεται (μόνος) με τριετές συμβόλαιο στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, όπου κάνει εξόρυξη ηλίου-3. Λίγες μέρες πριν έρθει ο καιρός για να επιστρέψει στη Γη και στην οικογένεια του αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι ο πραγματικός Σαμ Μπελ, αλλά ένας απ’ τους εκατοντάδες (αναλώσιμους) κλώνους του Σαμ Μπελ, που η Εταιρεία χρησιμοποιεί και θανατώνει όταν τελειώσουν τη δουλειά τους.

Η ταινία, παρότι «θεατρική» (παίζει μόνο ένας ηθοποιός κι ένα ρομπότ-σερβιτόρος) είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Όμως τα μάτια μου κλείνουν καθώς προσπαθώ να την παρακολουθήσω.

Κλείνω το δεξί μάτι, κοιτώ με το αριστερό, μετά κλείνω το αριστερό, κοιτώ με το δεξί, σαν πελαργός που στέκεται στα μάτια του εναλλάξ.

Και καθώς βρίσκομαι ανάμεσα στον ύπνο και στο ξύπνιο, δελφίνι του καναπέ που κοιμίζει το ένα ημισφαίριο, μου ‘ρχεται η ανάμνηση, σαν να τη ζω και πάλι.

~~

Ήμουν παιδί, ίσως δέκα χρονών, κι έκανα διακοπές στη Θάλαττα, στο σπίτι της γιαγιάς. Καθώς παίζαμε στα χωράφια και στις ρεματιές με τον αδελφό μου και τ’ άλλα παιδιά, μου μπήκε ένα κλαδί στο μάτι.

Δεν θυμάμαι πολλά. Μόνο ότι βρέθηκα, το βράδυ, με το ‘να μάτι κλεισμένο μ’ επίδεσμους. Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι-καναπέ όπου κοιμόταν η γιαγιά μου. Πάνω απ’ το κεφάλι μου έκαιγε και μύριζε το καντήλι -που ποτέ δεν έσβηνε. Απέναντι, πάνω στο ψυγείο, ήταν η τηλεόραση. Μια ασπρόμαυρη, από ‘κείνες που πατούσες τα κουμπιά της για ν’ αλλάξεις κανάλι -και τα έστριβες για να φτιάξεις την εικόνα ή τον ήχο.

Έπαιζε, σε κάποιο κρατικό, τότε δεν υπήρχαν ιδιωτικά (δορυφορικά, ιντερνετικά), την ταινία «Ο άνθρωπος που συρρικνώθηκε». Ήταν ένα τελείως b-movie επιστημονικής φαντασίας, όπου κάποιος περνούσε μέσα από ένα ραδιενεργό σύννεφο και ξεκινούσε να μικραίνει.

Στην αρχή κόνταινε λιγάκι, μετά γινόταν σαν νάνος, μετά σαν κούκλα, κι όλο μίκραινε, γινόταν σαν έντομο, πολεμούσε με μια αράχνη που προσπαθούσε να τον φάει, μετά μίκραινε κι άλλο, σαν μόριο -και μάλλον θα περνούσε σε κβαντικό επίπεδο κάποια στιγμή.

Περίμενα μέρες να δω αυτή την ταινία. Ο οδηγός της τηλεόρασης ήταν το μόνο περιοδικό που διαβάζαμε, πέρα απ’ τα κόμιξ. Αλλά μ’ ένα μάτι είναι δύσκολο να δεις. Κάθε τόσο κουραζόταν, δάκρυζε, κι αναγκαζόμουν να το κλείνω, ζητώντας απ’ τον αδελφό μου να μου λέει τι γίνεται.

~~

Σαράντα χρονών και κάτι πια, ξαπλωμένος στον καναπέ, με το ένα μάτι ανοιχτό, βλέποντας μια ταινία επιστημονικής φαντασίας και πάλι, θυμάμαι εκείνο το παιδί και προσπαθώ να καταλάβω τι σχέση έχω μαζί του.

Είμαι το ίδιο άτομο;

Αν το δω πραγματιστικά, όνομα-επίθετο-γονείς κλπ, τότε είμαι εκείνος, τριάντα χρόνια μετά.

Αν το δω σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας θα μπορούσε να είναι ένα εμφύτευμα μνήμης. Να μην έχω ζήσει ποτέ μια τέτοια κατάσταση, αλλά αφού τη θυμάμαι να τη θεωρώ πραγματική.

Αν το δω ψυχολογικά, τότε πρέπει να αναρωτηθώ για τη διαφορά ανάμεσα στον παιδικό εαυτό κι αυτό που υπάρχει μετά από τριάντα χρόνια.

Όμως φιλοσοφικά έχει περισσότερο ενδιαφέρον (ως συνήθως). Αυτό το παιδί, εφόσον υπήρξε, είναι το ίδιο πρόσωπο με μένα; Οι εμπειρίες και οι κακουχίες, οι ηδονές και οι καταστάσεις, κι όλα όσα είδα-έκανα-έζησα, δημιούργησαν έναν νέο άνθρωπο, κάτι διαφορετικό;

Το σώμα μου άλλαξε. Το παιδί-εγώ λίγο μοιάζει με τον ενήλικα-εγώ. Όσο μου μοιάζει ο γιος μου.

Κι ο χρόνος που πέρασε; Λέμε ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι σε δύο διαφορετικά μέρη την ίδια στιγμή. Διαφορετικός χώρος, διαφορετικά όντα, αυτό λέει η λογική. Μήπως θα μπορούσε τότε να λέει και: «Διαφορετικός χρόνος-διαφορετικά όντα»;

Υπάρχει ένας σαραντάρης που βλέπει ταινία επιστημονικής φαντασίας, με το ένα μάτι ανοικτό.

Υπάρχει ένας δεκάχρονος που προσπαθεί να δει ταινία επιστημονικής φαντασίας με το ένα μάτι ανοικτό.

Είναι το ίδιο πρόσωπο;
~~

Αύγουστος πλέον και συνεχίζω το κείμενο μετά την αναλαμπή του Αλκίνοου.

Ίσως ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αυταπάτη. Ένα φίλτρο για να κατανοήσουμε την ασύλληπτη πολυπλοκότητα που μας υπερβαίνει.

Αν όλοι μου οι εαυτοί υπήρχαν ταυτόχρονα, απ’ το βρέφος ως τον ετοιμοθάνατο γέρο, πώς θα ένιωθα;

Λένε πως όταν πεθαίνεις βλέπεις όλη σου τη ζωή να περνάει μπρος απ’ τα μάτια σου. Συνήθως το φανταζόμαστε σαν snapshot, ενσταντανέ, στιγμιότυπα.

Όμως πώς θα ήταν αν εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή βλέπαμε-ακούγαμε-νιώθαμε-σκεφτόμασταν-ονειρευόμασταν-παθαίναμε (κλπ) όλα όσα είδαμε-ακούσαμε-μυρίσαμε-υποψιαστήκαμε-σκεφτήκαμε-νιώσαμε (κλπ), σε όλη μας τη ζωή;

Κι αν ακόμα βλέπαμε-ακούγαμε-παθαίναμε (κλπ) κι όλα εκείνα τα παράλληλα σύμπαντα, όσα θα συνέβαιναν αν κάναμε κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που κάναμε, αν ερωτευόμασταν διαφορετικό άνθρωπο, αν περνούσαμε σε διαφορετική σχολή, αν στρίβαμε σε διαφορετικό δρόμο, αν τρώγαμε μανιτάρια κι όχι πατάτες εκείνη τη βραδιά;

Τότε η τελευταία αναλαμπή θα ήταν μεγάλη όσο ολόκληρο το σύμπαν. (Κι ίσως αυτό που γνωρίζουμε ως σύμπαν να μην είναι τίποτα άλλο απ’ την τελευταία αναλαμπή κάποιου θεού).

~~

Ο Μαρκ Τουέην είχε πει ότι δεν τον φοβίζει ο θάνατος. Γιατί ήταν νεκρός δισεκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθεί, και πραγματικά δεν το ‘χε πάρει χαμπάρι.

Όμως, αγαπητέ και νεκρέ Τουέην, κατάλαβες ότι ζεις όσο ζούσες, γι’ αυτό μπόρεσες να γράψεις κι αυτό το ευφυολόγημα.

~~

Τελευταία εικόνα: Βρίσκομαι σ’ ένα γηροκομείο. Βλέπω τους υπέργηρους να κρατιούνται απ’ τη ζωή όσο μπορούν.

Είναι εκεί, απέναντι μου, ένας γέρος, ξαπλωμένος κι ανήμπορος, λιωμένος κι άνοος, μωρό σχεδόν, που απλώνει το χέρι του και πιάνεται απ’ το κάγκελο του κρεβατιού. Το σφίγγει μ’ όλη του τη δύναμη. Δεν θέλει να φύγει.

Όλοι οι εαυτοί μας, από παιδιά ως ετοιμοθάνατοι, απεχθάνονται τον θάνατο. Ίσως γιατί ο θάνατος-πριν κι ο θάνατος-μετά θα διαρκέσει δισεκατομμύρια χρόνια. Ανάμεσα υπάρχει ένα στιγμιότυπο ζωής.

Όπου κουραζόμαστε, ερωτευόμαστε, βλέπουμε ταινίες μ’ ένα μάτι, ακούμε μουσική και κάνουμε φίλους, παίζουμε και γερνάμε.

Ξεκινάμε από μια στιγμή πάθους, μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε, και μετά ξεκινάμε να συρρικνωνόμαστε πάλι, ως που να γίνουμε παιδιά, μωρά, κουκίδες.

Μια στιγμή διαρκεί, αλλά κάποιες φορές φαντάζει αιώνια.

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Αντίο κι ευχαριστώ για τα ψάρια



Σήμερα, καθώς πήγαινα τον γιο μου στο μάθημα Κουνγκ Φου, άκουσα μια γριά να πλησιάζει στο ανοικτό παράθυρο μιας κρεπερί και να ρωτάει τον νεαρό που δούλευε εκεί:
«Πώς πάει;»
«Ε, πώς να πάει, καλά, τι να λέει…»
«Ζεις;» τον ρώτησε η γριά.
«Τι;»
«Ζεις;»
«Ζω. Δεν με βλέπεις, ζω, τι κάνω;» είπε αυτός ειρωνικά.
«Τότε είσαι μια χαρά», του είπε η γριά κι έφυγε.

Είχα κοντοσταθεί για ν’ ακούσω τη συζήτηση. Ο Τηλέμαχος με σκούντηξε να περπατήσουμε.

~~

Η ζωή μας είναι θέμα εστίασης. Γεννιόμαστε με γιγάντιους μεγενθυντικούς φακούς. Ως μωρά βλέπουμε μόνο αυτό που υπάρχει τώρα-εδώ.

Καθώς μεγαλώνουμε ο κόσμος διευρύνεται, χωρικά και χρονικά.

Εμφανίζεται το βυζί της μάνας και μετά το πρόσωπο της. Έπειτα τα πρόσωπα των άλλων συγγενών, το σπίτι, τα παιχνίδια, η μέρα και η νύχτα.
Ανοίγει ο χώρος, ανοίγει και ο χρόνος. Η γειτονιά, το σχολείο, οι φίλοι, η βδομάδα, οι γιορτές κι οι εποχές, το καλοκαίρι, το υπέροχο καλοκαίρι χωρίς σχολείο.

Κι όλο μεγαλώνει το οπτικό πεδίο. Καταλαβαίνουμε πού ζούμε, σε ποια πόλη-χώρα-εποχή, καταλαβαίνουμε ότι ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος, πιστεύουμε ότι μπορούμε να τον γυρίσουμε ολόκληρο, να τον αλλάξουμε ολάκερο.

Νέες εμπειρίες, γνωριμίες, ταξίδια, όνειρα, γνώσεις, υποσχέσεις, επαναστάσεις, το οπτικό πεδίο διαρκώς διευρύνεται, χωρικά, χρονικά, αλλά όχι για πολύ.

Είσαι αθάνατος μέχρι την αρχή της νεότητας. Μετά δοκιμάζεις τα πρώτα δείγματα θανάτου.

Μπορεί να είναι κάποιες αποτυχίες, η συνειδητοποίηση ότι το γαμημένο σύμπαν του Κοέλιο, αυτό που νόμιζες ότι συνωμοτεί για να κάνεις ό,τι θέλεις, δεν δίνει δεκάρα για σένα και τις επιθυμίες σου.

Τα χρόνια περνάνε και κάποιες μέρες αρχίζουν να γίνονται επαναλαμβανόμενες, όχι τόσο seize the fuckin day όσο νόμιζες ότι θα ‘ναι η ζωή σου.

Μπορεί να κάνεις και παιδιά, μπορεί και να μην ήθελες ή να μην έτυχε, αλλά ούτως η άλλως, τότε τα όρια στενεύουν, το οπτικό σου πεδίο παύει να διευρύνεται, αρχίζει η πρεσβυωπία των σαράντα.

Γκρίζα μαλλιά και κυτταρίτιδα, πονεμένες αρθρώσεις και χοληστερίνη, εμμηνόπαυση και συμβαίνει-σε-όλους-τους-άντρες-αγάπη-μου, μια γενική βαρεμάρα και χαμομήλι με σπόρια το βράδυ, και δεν έχεις γίνει τόσο πλούσιος ή διάσημος όσο νόμιζες ότι θα γινόσουν, άσε που χρωστάς και στην εφορία-ΔΕΗ-τράπεζα.

Αλλά συνεχίζεις να προχωράς. Γίνεσαι 60-70-80 κι εστιάζεις περισσότερο. Δεν σε απασχολεί τι θα γίνει σε δέκα-πέντε-δύο χρόνια. Δεν σε απασχολεί τι θα γίνει του χρόνου. Το μόνο που σε νοιάζει είναι το πεζοδρόμιο μπροστά σου και το επόμενο βήμα με το ΠΙ
~~
Μια ώρα αργότερα, καθώς περίμενα να πάρω τον Τηλέμαχο είδα έναν γέρο να βγαίνει απ’ το καφενείο που είναι δίπλα στο κουνγκ φου. Έμοιαζε λίγο με τον Μπίλμπο Μπάγκινς -όταν έδωσε το δαχτυλίδι στον Φρόντο και γέρασε. Περπατούσε με το ΠΙ, ένα βήμα ανά λεπτό, τόσο γρήγορα.

Τον παρακολούθησα να περνάει (αργά, απελπιστικά αργά) και σκεφτόμουν ότι αυτός κάποτε ήταν ένα δεκάχρονο παιδί που ίσως να διάβαζε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας -τον Αόρατο Άνθρωπο, του H.G. Wells σε μετάφραση Παπαδιαμάντη (υπάρχει, δεν είναι δική μου επινόηση, δείτε link Ο αόρατος).

Στάθηκα και τον κοιτούσα να προχωράει, μάλλον λιγάκι αδιάκριτα. Ίσως να φορούσε πάνες, ξανά. Τι όνειρα για το μέλλον να κάνεις αν ζεις έτσι;

Σίγουρα κανείς άνθρωπος δεν θέλει ν’ αφήσει τη ζωή, αλλά τα γηρατειά, όταν σε καταπλακώνουν, όταν γίνονται αμείλικτα, τότε μοιάζουν λίγο καλύτερα απ’ το τίποτα, απ’ τον θάνατο (και την ελπίδα του ποτέ-δεν-ξέρεις-τι-μπορεί-να-υπάρχει-μετά).

~~

Τα παιδιά βγήκαν απ’ το κουνγκ φου και ξεκίνησαν να τρέχουν, μιλώντας για online παιχνίδια. Τους φώναξα να προσέχουν καθώς προσπερνούσαν τον γερο-Μπίλμπο. Εκείνος δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τίποτα απ’ ό,τι συνέβαινε γύρω του, λες κι ήταν ένα απ’ τα αποτυχημένα (γραφιστικά) ανδροειδή της πρώτης τριλογίας του Star Wars.

Ώσπου ξαφνικά και αναπάντεχα, τα μάτια του έλαμψαν! Μια κοπέλα, με πολύ κοντή φούστα, και καλσόν που είχε το σχέδιο ζαρτιέρας-κάλτσας, μας προσπέρασε καλπάζοντας.
Εκείνος σταμάτησε να σέρνει το ΠΙ και την παρακολούθησε με το βλέμμα του μέχρι που έστριψε στη γωνία. Μάλλον θα σκεφτόταν: «Αν ήμουν εξήντα χρόνια νεότερος…»
~~
Ο παράδοξος άνθρωπος. Τη μια στιγμή ο κόσμος δεν υπάρχει. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να φτάσεις στο σπίτι σου όρθιος, στο σπίτι όπου είσαι μόνος, να ξαπλώσεις, να κοιμηθείς και να ξημερωθείς. Άλλος χρόνος δεν υπάρχει, είσαι εδώ. Τώρα.

Όταν πλησιάζει το τέλος, αν είσαι τυχερός, τόσο τυχερός ώστε να το τερματίσεις το μηχάνημα, αποφεύγοντας όλα τ’ αυτοκινητιστικά κι όλα τα πρόωρα εμφράγματα, τ’ ατυχήματα στο μπάνιο και τους βομβαρδισμούς νατοϊκών και τζιχαντιστών, αν είσαι αρκετά τυχερός ώστε να μην πάθεις καρκίνο απ’ τα τριάντα, μ’ όλες τις αηδίες που τρως και αναπνέεις και βάζεις στο δέρμα σου, μ’ όλες τις στιγμές που γεμίζουν άγχος τους πόρους σου, κι αν δεν πνιγείς τρώγοντας καραμέλες βουτύρου, κι αν δεν σε χτυπήσει το ρεύμα ένα πρωί πριν ξεκινήσεις για τη βαρετή δουλειά, αν αποφύγεις όλες τις πιθανότητες πρόωρου θανάτου που σίγουρα δεν είναι και λίγες, και φτάσεις αισίως εκείνα τα μυθικά ενενήντα του Μπάγκινς και του Γιόντα, τότε καταλαβαίνεις πόσο παροδικά κι ασήμαντα ήταν όλα εκείνα που θεωρούσες παντοτινά και σπουδαία.

Όλα σου φαίνονται ασήμαντα. Και τότε σε προσπερνάει καλπάζοντας το κορίτσι με το μίνι.
Τότε κάτι εκρήγνυται μες στο μυαλό σου. Είναι το τελευταίο σήμα που κατεβαίνει την ταλαιπωρημένη σου ραχοκοκαλιά ως τα μαραμένα περβόλια των αρχιδιών σου. Βαράει έναν άκυρο συναγερμό (οι στρατιώτες βγήκαν στη σύνταξη πριν πολλά χρόνια) και γυρνάει τρέχοντας στο ύστατο καταφύγιο, την αμυγδαλή, το κέντρο των αναμνήσεων.

Στέκεσαι και χαμογελάς ανάποδα. Τα πιτσιρίκια με τις στολές σε προσπερνάνε τιτιβίζοντας, οι μανάδες τους πιο πίσω, κι απέναντι άντρες ή αγόρια που παριστάνουν τους άντρες, ένας τύπος με μια γκρίζα τούφα στα μαλλιά που σε κοιτά αδιάκριτα, και δεν υπάρχει χρόνος για τίποτα άλλο.

Σκέφτεσαι και χαμογελάς ανάποδα: «Η Σμαρώ φορούσε τέτοιες κάλτσες… Ο Γιαννάκης όταν γεννήθηκε έκλαιγε πολύ… Πώς το λέγανε το σκυλί μου; Δεν είχα γράψει καλά στα μαθηματικά… Η θάλασσα στο νησί… Σαρδέλες στα κάρβουνα…»

Σ’ ένα λεπτό στοιβάζονται 90 χρόνια μες στο μυαλό σου. Έπειτα κλείνεις τα μάτια, λες ευχαριστώ για τα ψάρια, και σωριάζεσαι.

Κόσμος τρέχει γύρω σου, τους ακούς από μακριά, από ψηλά, να φωνάζουν «έπεσε-φωνάξτε ασθενοφόρο-έπεσε», αλλά δεν σε νοιάζουν πια οι φωνές τους.

Και καθώς σβήνει ο κόσμος φωτίζεται μια άλλη εικόνα, μια παραλία, όπου οι φίλοι ψήνουν ψαράκια στα κάρβουνα, όπου τα κορίτσια δεν φοράνε το πάνω μέρος του μαγιό, κάποιος παίζει κιθάρα, γυρνάνε μπύρες και τσιγάρα, μια γαλανομάτα σε κοιτάει, κι είναι καλοκαίρι.

~~

Ο εγκέφαλος, είπαν οι επιστήμονες πρόσφατα, λειτουργεί μέχρι και δέκα λεπτά μετά τον θάνατο. Αυτά τα δέκα λεπτά μπορεί να είναι ένα αιώνιο καλοκαίρι.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΥΓ προς τον αναγνώστη:
Νομίζεις, αγαπητέ, ότι αυτό το τέλος είναι μακριά. Συγχώρεσε με, που δεν θα γεμίσω την καρδιά σου αισιοδοξία, αλλά το τέλος είναι πάντα πιο κοντά απ’ όσο νομίζεις.
Ακόμα κι αν φτάσεις τα ενενήντα ή τα εκατό, αυτό θα γίνει πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζεις.
Όταν το κοιτάς απ’ την αρχή προς το τέλος μοιάζει σαν παραγωγή του Τζορτζ Λούκας, που πάντα υπάρχει κάτι καινούριο να γίνει.
Όταν το δεις απ’ το τέλος είναι σαν ένα τρέιλερ της ζωής που έζησες.
Αυτή είναι η ζωή σου. Ένα τρέιλερ που τελειώνει πριν προλάβεις να καταλάβεις ότι είσαι (ήσουν) ο πρωταγωνιστής.

Καλό ξημέρωμα, λοιπόν, και να ‘σαι ευγνώμων για την ψαριά της ημέρας.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η φωτογραφία είναι του Alex Webb
Alex Webb, Nuevo Laredo, Tamaulipas, 1996, © Alex Webb / Magnum Photos
Ο τίτλος είναι από το βιβλίο του Ντάγκλας Άνταμς, «So long and thanks for all the fish».


Πηγή: sanejoker

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Αγορές και ηθική

Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορεί να τα αγοράσει το χρήμα, αλλά στις μέρες μας δεν είναι και πολλά. Σήμερα, σχεδόν τα πάντα είναι προς πώληση. Μερικά παραδείγματα:
  • Αναβάθμιση κελιού: 82 δολάρια τη νύχτα. Στη Σάντα Άνα της Καλιφόρνιας, και σε μερικές ακόμη πόλεις, όσοι δεν έχουν καταδικαστεί για βίαια εγκλήματα μπορούν να πληρώσουν για μια καλύτερη διαμονή – ένα καθαρό και ήσυχο κελί, μακριά από τα κελιά των κρατουμένων που δεν πληρώνουν.
  • Πρόσβαση στη λωρίδα που προορίζεται για οχήματα υψηλής πληρότητας, παρόλο που οδηγείτε μόνος: 8 δολάρια τις ώρες αιχμής. Η Μινεάπολη και άλλες πόλεις προσπαθούν να μειώσουν την κυκλοφοριακή συμφόρηση επιτρέποντας σε όσους οδηγούν μόνοι να χρησιμοποιούν τη λωρίδα που προορίζεται για οχήματα υψηλής πληρότητας [car pool]. Το αντίτιμο εξαρτάται από την ώρα.
  • Οι υπηρεσίες μιας ινδής φέρουσας μητέρας: 6.250 δολάρια. Ζευγάρια στη Δύση, που αναζητούν φέρουσες μητέρες, καταφεύγουν όλο και συχνότερα στην Ινδία, όπου αυτή η πρακτική είναι νόμιμη, και η τιμή κάτω από το 1/3 της τρέχουσας τιμής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
  • Το δικαίωμα μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες: 500.000 δολάρια. Ξένοι που επενδύουν 500.000 δολάρια και δημιουργούν τουλάχιστον δέκα θέσεις απασχόλησης σε μια περιοχή με υψηλή ανεργία δικαιούνται πράσινη κάρτα που τους εξασφαλίζει μόνιμη διαμονή.
  • Το δικαίωμα κυνηγιού ενός μαύρου ρινόκερου, που αποτελεί προστατευόμενο είδος: 150.000 δολάρια. Η Νότια Αφρική επιτρέπει στους κτηματίες να πουλούν σε κυνηγούς το δικαίωμα να σκοτώσουν έναν περιορισμένο αριθμό ρινόκερων. Έτσι, οι κτηματίες αποκτούν ένα κίνητρο για να εκτρέφουν και να προστατεύουν τα είδη που κινδυνεύουν να εκλείψουν.
  • Ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του γιατρού σας: τουλάχιστον 1.500 δολάρια τον χρόνο.Όλο και περισσότεροι γιατροί προσφέρουν πρόσβαση στο κινητό τους τηλέφωνο, καθώς και ραντεβού αυθημερόν, σε ασθενείς που είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν από 1.500 έως 25.000 δολάρια τον χρόνο. Η υπηρεσία αυτή αποκαλείται «συνδρομητική ιατρική».
  • Το δικαίωμα εκπομπής ενός τόνου άνθρακα στην ατμόσφαιρα: 13 ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαχειρίζεται μια αγορά εκπομπών άνθρακα που επιτρέπει στις εταιρείες να αγοράζουν και να πωλούν το δικαίωμα στη ρύπανση.
  • Εγγραφή του παιδιού σας σε ένα πανεπιστήμιο κύρους: ; Παρόλο που η τιμή δεν αναφέρεται, διοικητικά στελέχη κορυφαίων πανεπιστημίων είπαν στη Wall Street Journal ότι δέχονται φοιτητές που δεν είναι ακριβώς αστέρια, αρκεί οι γονείς τους να είναι εύποροι και διατεθειμένοι να κάνουν σημαντικές χρηματικές δωρεές.
Σεούλ, 2/6/2012: Ο Μάικλ Σαντέλ δίνει διάλεξη για το «Τι δεν μπορεί να αγοράσει το χρήμα».

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Ο κόλπος των χοίρων

klpow
Υπάρχουν άνθρωποι που συντηρούν με πάθος και αφοσίωση έναν κρυφό φόβο. Είναι ο φόβος μην υπαχθούν στον γενικό κανόνα, μήπως καταντήσουν αντίγραφα του κοινού νου και του κοινώς φέρεσθαι.

Οι άμοιροι, βεβαίως, αγνοούν πως όλοι από μουνί βγήκαμε-εκτός φυσικά απ’ τον κοκό και τον πρίγκηπα Κάρολο που βγήκαν από βασιλικό μουνί-.
Σε πείσμα κάθε λογικής υποστηρίζουν πως το δικό τους πράμα είναι διαφορετικό απ’ των υπολοίπων μόνο και μόνο επειδή είναι δικό τους.

Οι ιδέες και οι απόψεις τους έχουν τη σφραγίδα του Εγώ, που τη βάρεσε στα μούτρα τους ο ανταγωνισμός και το ψώνιο της ιδιαίτερης περίπτωσης.

Ο τρόπος που βγάζεις λεφτά στον καπιταλισμό είναι και ο τρόπος που γαμάς και ο τρόπος που σκέφτεσαι. Ο τρόπος που γράφεις και ο τρόπος που ειρωνεύεσαι.

Μια πραγματικά επαναστατημένη ύπαρξη ενεργεί και ζει μέσα στη πραγματικότητα. Δεν υπολογίζει πελάτες αλλά συντρόφους. Δεν σου παίρνει το μισό σπίτι για να σου κάνει μια επέμβαση και δεν σου πιάνει τον κώλο για να σου μορφώσει το παιδί.

Διάφοροι γαμημένοι τύποι που θέλουν να είναι αφεντικά δεν μπορούν να νιώσουν πόσο ευφρόσυνο είναι το υπαλληλίκι. Το να δουλεύεις δηλαδή για την κοινότητα και όχι για τον μαμωνά.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Χρόνης Μίσσιος: Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται...

Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την... 
 Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.
Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;

Έτσι, μ' αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος.  Γιατί δε ζούμε...  κατάλαβες;

Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ανάγκες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών. 
Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας...

Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ...
Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:
Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.

Όμως, τ' αφήσαμε για αύριο.
Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

32 σκύλοι και το δέντρο του Σίσυφου

dog

«32 σκύλοι, ένας άνθρωπος»
  • Ο σκύλος, μοναχικός, σε προσπερνάει και αδιαφορεί πλήρως για την ύπαρξή σου. Έχει χορτάσει από τα εφήμερα χαμόγελα και τα στιγμιαία χάδια των περαστικών ακόμα όμως συνεχίζει πεινασμένος.
  • Το σκυλί και η γάτα. Αυτοί κατέρριψαν τους φυσικούς νόμους του ανταγωνισμού. Πλέον, ζουν μονιασμένα μέσα στα διαμερίσματα υπό χωροκρατικούς κανόνες και μόνο, αναγνωρίζοντας την μαγεία της διαφορετικότητας.
  • Έχω δύο λέιζερ πίσω στην πλάτη μου καρφιτσωμένα και μία προέκταση ουράς που κουνιέται με τα βήματά μου. Μου δίνει δύναμη να προχωράω μπροστά μα συχνά κρατάει τον νου μου πίσω βαθιά.
  • Φαϊ εγώ, φαϊ ο σκύλος. Νερό εγώ, νερό ο σκύλος. Μπάνιο εγώ μπάνιο και ο σκύλος. Νάνι εγώ, ύπνο ο σκύλος. Χαίρομαι εγώ, καλά ο σκύλος. Πολλές φορές το εγώ μου καταφέρνει να γαυγίζει.
  • Βόλτα ο σκύλος, βόλτα και γω. Παιχνίδι ο σκύλος, παίζω και γω. Χάδια ο σκύλος, χαϊδεύω και γω. Γλείφει ο σκύλος, σαλιώνομαι εγώ. Θλίψη ο σκύλος, κλόουν εγώ. Χωρίς λουρί ο σκύλος, τρέχω εγώ. Την ίδια γλώσσα μιλάμε χωρίς τα σύμφωνα.
  • Οι σκύλοι μας βλέπουν αποχρωματισμένους, σκούρους. Είναι ικανοί να βλέπουν το σκοτάδι μέσα μας.
  • Έχω ένα όνειρο να ζήσω κάποιο βράδυ. Να με βγάλει βόλτα ο σκύλος για λυσσασμένες κραιπάλες στα σκουπίδια και περιπέτειες στα σοκάκια. Στο τέλος θα γλείψουμε τις πληγές μας χορτάτες.
  •    «Είμαστε ήρωες μιας άτολμης πράξης
    Δυο ραγισμένοι αχώριστοι βράχοι
    Καθηλωμένοι στην σκιά μιας αγάπης
    Μ΄αυτό που οι σκύλοι βαφτίσαν αγάπη’’ Γ. Αγγελάκας
  • Έχεις εμμονή να τρως κόπρανα. Ή έχεις οικολογική συνείδηση μέσα στην πόλη ή συμμετέχεις σε κάποιον εξελιγμένο κύκλο ζωής των στοιχείων. Για χρόνια χρέωνα την συνήθειά σου αυτή σε μένα. Το ξεπέρασα.
  • Όταν ο σκύλος θέλει σημασία αφήνει σημείωμα μια κηλίδα ούρα. Όταν οι άνθρωποι θέλουν σημασία τσιρίζουν, κράζουν ή κρύβονται. Εσύ μου απλοποιείς την σκέψη.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Κάποιες φορές να λες: Δε γαμιέται;

de


Δύο άνθρωποι στο δάσος αποφάσισαν να κάνουν ένα διαγωνισμό κοψίματος ξύλων. Πήραν από ένα πριόνι και ξεκίνησαν να κόβουν κορμούς.

Όμως ο ένας από αυτούς κάθε τόσο σταματούσε το κόψιμο, έπαιρνε το πριόνι και έμπαινε στην καλύβα του. Έβγαινε μετά από δέκα λεπτά και συνέχιζε. Ο άλλος δεν σταματούσε να πριονίζει, και χαμογελούσε, βέβαιος για τη νίκη του.

Όταν τελειώσανε δεν χρειαζόταν καν να μετρήσουν τα κομμένα ξύλα. Ο σωρός εκείνου που κάθε τόσο σταματούσε ήταν εμφανώς μεγαλύτερος.

– Πώς έγινε αυτό; τον ρώτησε ο ηττημένος. Εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να πριονίζω, ενώ εσύ κάθε τόσο έμπαινες στην καλύβα σου.

– Ναι, αλλά εγώ, όταν έμπαινα μέσα, ακόνιζα το πριόνι μου, του απάντησε ο νικητής.
~~
Αυτή την ιστορία τη διάβασα πριν πολλά χρόνια σ’ ένα βιβλίο του Στίβεν Κόβεϊ. Αυτός είναι (ήταν, σκοτώθηκε κάνοντας ποδήλατο) σύμβουλος επιχειρήσεων στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού.
Μάθαινε τους διευθυντές πώς θα κάνουν τους εργαζόμενους να αποδίδουν τα μέγιστα. Τι τους έλεγε; (με λίγα λόγια): «Πληρώστε τους καλά, αφήστε τους να ξεκουραστούν, δώστε τους ελευθερία κινήσεων, κάντε τους ν’ αγαπήσουν την εργασία τους, να νιώσουν υπεύθυνοι και περήφανοι για όσα καταφέρνουν».

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ

Ο φόβος λοιπόν είναι κάποια λύπη ή ταραχή πού προκαλείται από την αίσθηση κάποιου κακού πού επαπειλείται, ενός κακού πού μπορεί να μάς καταστρέψει ή να μάς λύπηση. Γιατί οι άνθρωποι δεν φοβούνται όλα τα κακά, όπως π.χ. αν θα γίνουμε άδικοι ή βραδείς στη σκέψη, αλλά όσα μπορούν να μάς φέρουν μεγάλη λύπη ή καταστροφή, και μάλιστα όταν αυτά δεν βρίσκονται μακριά, αλλά φαίνονται πολύ κοντά, ότι επίκεινται. Γιατί τα πολύ μακρινά δεν τα φοβούνται. Γιατί όλοι γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν, αλλά πιστεύουν ότι ο θάνατος δεν είναι κοντά, γι’ αυτό δεν τούς νοιάζει.


Αν λοιπόν αυτός είναι ο φόβος, κατ’ ανάγκη φοβερά είναι όλα αυτά πού φαίνονται πώς έχουν μεγάλη δύναμη να μάς καταστρέψουν ή να μάς προξενήσουν βλάβες πού θα έχουν ως αποτέλεσμα μεγάλη λύπη. Γι’ αυτό και οι ενδείξεις αυτών των δυστυχημάτων προξενούν φόβο. Γιατί φαίνεται κοντά αυτό πού φοβούμαστε. Γιατί αυτό ακριβώς είναι ο κίνδυνος, ο ερχομός του φοβερού. Και τέτοιες ενδείξεις είναι ή έχθρα και ή οργή ανθρώπων πού έχουν τη δύναμη να κάνουν κάποιο κακό. Γιατί είναι φανερό ότι θέλουν να το κάνουν, ώστε βρίσκονται κοντά στο να το κάνουν. Τέτοια ένδειξις είναι και η αδικία πού έχει δύναμη, γιατί ο άδικος είναι άδικος γιατί προκρίνει την αδικία. Ένδειξις είναι και ή αρετή πού την έχουν προσβάλει, όταν αποκτά δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι έχει την προαίρεση πάντοτε να κάνει κακό, όταν προσβάλλεται, αλλά μόνο τώρα έχει τη δύναμη να το πράξει. ’Ένδειξις είναι και ο φόβος αυτών πού μπορούν να κάνουν κάτι. Γιατί κι αυτός κατ’ ανάγκη είναι έτοιμος να μάς βλάψει. Επειδή οι πολλοί είναι κακοί και επιδιώκουν το κέρδος και είναι δειλοί στους κινδύνους, είναι φοβερό να κρέμεσαι από την εξουσία τού άλλου, ώστε ένας πού έχει διαπράξει έγκλημα, έχει λόγους να φοβάται τούς συνενόχους του μήπως τον καταγγείλουν ή τον εγκαταλείπουν.

Και όσοι έχουν τη δύναμη να αδικούν εμπνέουν το φόβο σε αυτούς πού μπορούν να αδικούνται χωρίς εκδίκηση. Γιατί οι άνθρωποι ως επί το πλείστον αδικούν, όταν μπορούν. ’Επίφοβοι είναι και όσοι έχουν αδικηθεί ή νομίζουν ότι αδικούνται. Γιατί πάντα παραφυλάνε την ευκαιρία. Φοβεροί είναι κι αυτοί πού έχουν αδικήσει, αν έχουν δύναμη, γιατί φοβούνται μήπως πάθουν τα ίδια, δεδομένου ότι αυτό, όπως είπαμε, προκαλεί φόβο. Κι όσοι διεκδικούν το ίδιο πράγμα και δεν είναι δυνατό ταυτόχρονα να το έχουν και οι δυο. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους. Και όσοι είναι επίφοβοι στους ισχυρότερους από μάς, είναι και σε μάς επίφοβοι. Γιατί μπορούν περισσότερο να βλάψουν εμάς, αφού μπορούν να βλάψουν τούς ισχυρότερους. Φοβεροί είναι κι αυτοί τούς οποίους φοβούνται οι ισχυρότεροι μας, κι αυτό για τον ίδιο λόγο. Κι όσοι έχουν σκοτώσει τούς ισχυρότερους μας. Κι όσοι επιτίθενται εναντίον των ασθενέστερων τους. Γιατί αυτοί ή είναι ήδη επίφοβοι ή θα γίνουν όταν αυξηθεί ή δύναμη τους.

Και από εκείνους πού έχουν αδικηθεί, είτε εχθροί είναι είτε αντίπαλοι, επίφοβοι δεν είναι οί οξύθυμοι και οί ελευθερόστομοι, αλλά οι πράοι και οι είρωνες και οι πανούργοι. Γιατί είναι αβέβαιο αν θα εκδηλωθεί σύντομα ή εκδίκησις τους, ώστε ποτέ δεν γνωρίζει κανείς αν βρίσκεται μακριά από αυτήν.

Kι όλα τα φοβερά είναι φοβερότερα, αν τα σφάλματά μας δεν είναι δυνατό να τα επανορθώσουμε, αλλά ή είναι εντελώς αδύνατο αυτό το πράγμα ή δεν είναι στο χέρι μας, αλλά στο χέρι των αντιπάλων μας. Επίσης και εκείνα πού δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει ή δεν είναι εύκολο να τα βοηθήσει. Και γενικά, φοβερά είναι όσα γίνονται εις βάρος των άλλων ή μέλλουν να συμβούν και προκαλούν τον οίκτο. Τα φοβερά λοιπόν πράγματα και όσα γενικά φοβούνται οι άνθρωποι, σχεδόν αυτά είναι τα πιο σπουδαία.

Τώρα θα αναπτύξουμε σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι και φοβούνται.

Αν λοιπόν o φόβος προκύπτει από την προσδοκία ότι θα πάθουμε κάποια συμφορά, είναι φανερό ότι κανείς από εκείνους πού νομίζουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν κανένα κακό, δεν φοβάται. Και δεν φοβούνται ούτε αυτά πού δεν νομίζουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν, ούτε εκείνους από τούς οποίους δεν νομίζουν ότι θα τα πάθουν, ούτε τότε φοβούνται, όταν δεν νομίζουν ότι πρόκειται να πάθουν τίποτε. Συνάγεται λοιπόν ότι κατ’ ανάγκη φοβούνται εκείνοι πού νομίζουν ότι κάτι θα πάθουν, και τα πρόσωπα από τα όποια φοβούνται ότι θα το πάθουν, και αυτά πού θα πάθουν, και το χρόνο πού θα το πάθουν. 
Και δεν πιστεύουν ότι θα πάθουν τίποτε εκείνοι πού βρίσκονται σε μεγάλη ευτυχία η νομίζουν ότι βρίσκονται σε μεγάλη ευτυχία, για αυτό είναι και αυθάδεις και αλαζονικοί και θρασείς (και τέτοιους κάνει τούς ανθρώπους ο πλούτος, ή σωματική δύναμις, οι πολλοί φίλοι, ή κοινωνική επιρροή). Επίσης δεν φοβούνται αυτοί πού νομίζουν ότι έχουν πάθει ήδη τα πάνδεινα και βλέπουν με ψυχρή αδιαφορία το μέλλον, σαν αυτούς πού είναι καταδικασμένοι στο θάνατο με αποτυμπανισμό. ’Αλλά πρέπει να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από την αγωνία τού φόβου. Απόδειξις είναι το γεγονός ότι ο φόβος κάνει τούς ανθρώπους να σκέπτονται, γιατί βέβαια κανείς δεν σκέπτεται τα ανέλπιστα.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ..

ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ..
 
Κάθησα στο παγκάκι της μικρής πλατείας και την άραξα. Τέντωσα τα πόδια και κοίταξα ψηλά αυτό τον χειμωνιάτικο ουρανό  και χαμογέλασα. Οι κόποι μιας ζωής που είχαν στόχο να μην φτάσω πουθενα ένοιωθαν επί τέλους δικαιωμένοι.  Δεν με μπορείτε να με εκβιάσετε. Ο πατέρας μου όταν ήμουν παιδί, αυτό μου είχε δώσει σαν συμβουλή κι ευχή. Να φέρεις τη ζωή σου έτσι ώστε να μην μπορεί να σε εκβιάσει κανείς…
 
Ετσι αυθόρμητα λοιπόν, κάτω από τη χειμωνιάτικη νύχτα, σ΄αυτό το απειλητικό τοπίο που έχει μετατρέψει τη χαρά της ζωής σε φόβο.. η απάντηση φθάνει σαν πεφτάστερο.  Από μένα θα πάρετε από τα τρία το μακρύτερο. Ετσι απλά χωρίς εξηγήσεις. Χωρίς περιττές κουβέντες. Πως το είχε πει ο ποιητής? Δεν έχω τίποτα, δεν ελπίζω σε τίποτα, είμαιι ελεύθερος.

Δεν έχω τίποτα που να σας κινεί το ενδιαφέρον, δεν ελπίζω σε τίποτα από τις αηδίες που λέτε, είμαι ελεύθερη να επιλέξω να σας αγνοώ. Ακόμα και να δέσεις έναν άνθρωπο χειροπόδαρα, υπάρχει κάτι που δεν μπορείς να ελέγξεις, πόσο μακριά φτάνει η σκέψη του. Εμενα π.χ. αυτή τη στιγμή έχει περάσει τα σύνεφα, έχει ξεφύγει από το ηλιακό σύστημα, έχει ταξιδέψει κάπου δέκα γαλαξίες πιο πέρα, κι έχει κατασκηνώσει σ΄ενα πλανήτη που δεν τον έχετε βρει ακόμα. Γιατί έτσι γουστάρω…
Μιλάς στο χαζοκούτι και υπάρχεις όσο εγώ το έχω ανοικτό. Αν το κλείσω είσαι ανύπαρκτος. Αισθάνεσαι κυριάρχος του παιχνιδιού όσο εγώ παίζω μαζί σου. Αν γυρίσω από την άλλη και δεν σε βλέπω, δεν υπάρχεις κι αν το ζορίσω περισσότερο, μπορώ να μην γυρίσω καν από την άλλη, μπορείς να είσαι μπροστά μου και να μην υπάρχεις στο δικό μου σύμπαν.

Μπορώ να βάλω στη ζυγαριά τι είναι σημαντικό και να σε πετάξω έξω οποιαδήποτε στιγμή. Μπορώ να κρατήσω πάνω στη ζυγαριά ένα αδέσποτο σκυλί από σένα, τις εντολές σου, τους νόμους σου. Γιατί μπορώ? Γιατί δεν μπορείς να με τρομάξεις. Γιατί δεν μπορείς να με τρομάξεις? Γιατί όλα αυτά που διαλαλείς σαν σημαντικά και ζωτικής σημασίας για την ύπαρξή μου, τα θεωρώ ΓΕΛΟΙΑ και ΑΣΗΜΑΝΤΑ.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Γιατί είμαστε εδώ;

EdwardHopper-Sunday-1926

Χαίρομαι που το νερό είναι βρώμικο. Ξέρετε τι κάνω γι’ αυτό;
Το πίνω. Βλέπετε, δεν είμαι από τους ανθρώπους που ανησυχούν για τα πάντα. Έχετε τέτοιου είδους ανθρώπους γύρω σας; Η χώρα είναι γεμάτη. Άνθρωποι που τριγυρνάνε τριγύρω, και ανησυχούν για τα πάντα.
Ανησυχούν για τον αέρα, το νερό, το έδαφος, τα φυτοφάρμακα, τα πρόσθετα τροφίμων, τις καρκινογόνες ουσίες, τον αμίαντο. Ανησυχούν στο να σώσουν διάφορα είδη προς εξαφάνιση. Θα σας πω κάτι για αυτά τα είδη προς εξαφάνιση. Το να προσπαθείς να σώσεις τα είδη προς εξαφάνιση είναι ακόμα μία αλαζονική ανθρώπινη προσπάθεια να ελέγξουμε την φύση. Αυτό είναι που μας έβαλε σε μπελάδες εξ αρχής. Το να ανακατευόμαστε στις δουλειές της φύσης. Παρεμβαίνοντας. Γιατί δεν το καταλαβαίνει αυτό κανένας; Και όσον αφορά τα είδη προς εξαφάνιση, είναι ένα θέμα πλαστό. Πάνω από το 90% όλων των ειδών που έζησαν ποτέ σε αυτόν τον πλανήτη, έφυγε. Εξαφανίστηκε. Και δεν τα σκοτώσαμε εμείς, απλά εξαφανίστηκαν.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

ιδίως.προπάντων.κυρίως

hopper.nighthawks

by kobarsos

Η ματαιοδοξία κάνει όλους τους ανθρώπους
προβλέψιμους, ακόμα κι αυτούς που σκίζουν
τα ιμάτιά τους πως τους αφήνει αδιάφορους.
Ιδίως αυτούς.
Τα λόγια μας είναι οι πράξεις μας. Δεν έχουμε άλλη φωνή
αλήθειας, ούτε κι άλλη ταυτότητα.
Οι λέξεις μας να σημαίνουν. Τα ναι και τα όχι μας.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Πολεμική ανταπόκριση εκ της υπαίθρου χώρας

makridakis5

Ενώ στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες οι νεοαποικιοκράτες στρατηγοί προελαύνουν αφού έχουν απέναντί τους τσιπράκια και λοιπά αναξιοπρεπή και υπόδουλα καταναλωτάκια της ροχάλας, στην ύπαιθρο χώρα ο στρατός τους τρώει για άλλη μια φορά στην Ιστορία τα μούτρα του, μη μπορώντας να αντιμετωπίσει τους ανθρώπους της γης, αυτούς που είναι ριζωμένοι, που γνωρίζουν τις πραγματικές αξίες, τις έξω και μακριά από τη χυδαιότητα και την ευτέλεια του αγοραίου συστήματος, αυτών που κατέχουν και νιώθουν τον πραγματικό πλούτο και τη ζωή.

Χαμηλόβαθμοι λοιπόν και αξιολύπητοι νεοαποικιοκράτες που έχουν αγοράσει ακίνητα στην πτωχευμένη χώρα, πριν ή μετά την πτώχευση δεν έχει σημασία και προσεγγίζουν τους ντόπιους με ύφος αλαζονικό, εκπλήσσονται όταν ο μάστορας τους απαντά ότι αύριο δεν θα ρθει για δουλειά διότι θα πάει για μπάνιο και του αντιγυρνούν ότι γι αυτό πτωχεύσατε, οι γελοίοι. Γελάει μαζί τους φυσικά κι ο μάστορας, με την ανοησία και την απρονοησία τους, με το έλλειμμα παιδείας και ψυχής που κουβαλούν στα σαρκία τους τα χημικά, τέτοιοι είστε, ρωτάει, ραντεβού από Σεπτέμβρη λοιπόν ή βρείτε άλλον για να σας συνεχίσει τη δουλειά, τον Αύγουστο εγώ πάω για μπάνια, δεν σας γύρεψα να με πληρώσετε τις μέρες που δε θα ρθω για δουλειά, κάγκελο οι φραγκόφλωροι του σεντς.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Η έμφυτη δειλία του μέσου ανθρώπινου μυαλού




Γράφει: Μαριάνθη Πελεβάνη

Μπορούν να αλλάξουν  τα πράγματα; Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος; Μπορούμε να αλλάξουμε; Στο βάθος, αυτά αντιλαμβάνομαι ότι είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν μέσα στον καθένα, αυτές τις παράξενες, πολιτικά, μέρες. Μπορεί να ανατραπεί το μνημόνιο; Μπορούν να σταματήσουν να πληρώνουν οι πολλοί, οι «από κάτω»; Μπορούν να υπάρξουν θέσεις εργασίας, αύξηση μισθών; Μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη, άμεση δημοκρατία; Όχι, πιστεύουν οι περισσότεροι. Είτε ψηφίσουν συντηρητική διακυβέρνηση, ως φανατικοί πιστοί της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων – ακόμη κι αν αυτή είναι άρρωστη και σάπια – φοβούμενοι κάθε αλλαγή, κάθε κίνηση, είτε ψηφίσουν αριστερή διακυβέρνηση, ελπίζοντας σε κάποια ευρώ παραπάνω κι ένα κράτος πιο «ευαίσθητο», βρισκόμαστε πολύ μακριά από το πέρασμα της διακυβέρνησης των ανθρώπων στη διαχείριση των πραγμάτων, όπως οραματίστηκε ο θείος Μαρξ. Η κοινή γνώμη, ο μέσος άνθρωπος, οι πιο πολλοί, τέλος πάντων, δεν επιθυμούν μάλλον την αλλαγή και σίγουρα δεν την πιστεύουν. Γιατί μπορεί βιώνοντας σκληρά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης να μετατοπίζεται προς τα αριστερά η ψήφος τους, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τη συνείδησή τους. Και βέβαια δεν είναι απαραίτητο. Μπορεί να έχει επαναστατήσει η τσέπη μας, αλλά το πνεύμα μας ακόμη όχι.

Η επιθυμία της εξουσίας νικά τον πόθο της αλληλοβοήθειας αιώνες τώρα στην ιστορία της ανθρώπινης φύσης. Έτσι τίποτα δεν αλλάζει. Ακόμη κι όταν υψηλά ιδανικά κι αξίες δεν τις καταπολεμούμε, τις αγνοούμε, αρνούμενοι να τις υλοποιήσουμε, αρνούμενοι να αλλάξουμε, έτσι τις νικούμε.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Το τέλος του κόσμου

Καθόμουν σε ένα παγκάκι στο πάρκο της γειτονιάς, μετά από μία δύσκολη μέρα στη δουλειά, χωρίς να κάνω τίποτα. Απλά κοίταζα ανέκφραστη το δέντρο απέναντι, ή τα παιδιά που έπαιζαν πιο πέρα, ή το νερό που ανεβοκατέβαινε στο βρώμικο σιντριβάνι. Απλά καθόμουν.

Κάποια στιγμή, ήρθε και κάθισε δίπλα μου ένας νεαρός. Πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα. Φορούσε μία χτυπητή κόκκινη μπλούζα, που έμοιαζε σαν να ήθελε να συγκεντρώσει όλα τα βλέμματα πάνω του, και ένα τζιν που ήταν σκισμένο σε κάποια σημεία. Χαμογελούσε με έναν τρόπο που με έκανε να νιώσω άβολα. Ενστικτωδώς, απομακρύνθηκα λίγο από αυτόν, μετακινήθηκα προς την άκρη, κρατώντας μία απόσταση ασφαλείας, απόσταση ευγένειας – όλοι αυτό δεν κάνουμε;

Εκείνος δεν κουνήθηκε. Απλώς με κοίταξε, χωρίς να χάσει εκείνο το μυστηριώδες χαμόγελο. Και μετά μίλησε.

- Πώς φαντάζεσαι το τέλος του κόσμου;

Δεν περίμενα ότι θα μου μιλούσε, και σε κάθε περίπτωση δε θα περίμενα ποτέ από έναν άγνωστο να μου κάνει μια τέτοια ερώτηση. Σάστισα. Γύρισα και τον κοίταξα με το πιο περίεργο βλέμμα που μπορεί να πετύχει άνθρωπος.

- Λέω, πώς φαντάζεσαι το τέλος του κόσμου;

Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι με ρωτούσε σοβαρά και περίμενε μία εξίσου σοβαρή απάντηση, όμως φαινόταν πως δεν αστειευόταν. Αφού συνέχισα να τον κοιτάζω το ίδιο περίεργα για λίγα δευτερόλεπτα, τελικά άνοιξα το στόμα μου.

- Εεεεεε… Ξέρω ‘γω… Όπως τα δείχνουν στις ταινίες. Θα πέσει κανένας μετεωρίτης, ή θα σβήσει ξαφνικά ο ήλιος και θα παγώσουμε… Κάτι τέτοιο.

Δεν έδειχνε ικανοποιημένος από την απάντησή μου. Συνέχισε να έχει την ίδια σχεδόν παρανοϊκή γκριμάτσα στο πρόσωπό του, την ώρα που άρχιζε να στρίβει ένα τσιγάρο.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Κανένα έλεος για τους ηττημένους


«Vae Victis» (Ουαί τοις ηττημένοις)
Ο αρχηγός των Γαλατών, Βρέννος, προς τους ηττημένους Ρωμαίους.
~
Ο Εδουάρδος, πρίγκιπας της Ουαλίας, κάποτε πολιόρκησε και άλωσε το Λιμουζέν, μια γαλλική πόλη. Τα παρακάλια και τα κλάματα των Γάλλων δεν μπορούσαν να τον κάνουν να τους ευσπλαχνιστεί. Ο στρατός λεηλατούσε και έσφαζε.
Ώσπου ο Εδουάρδος βρέθηκε μπροστά σε τρεις Γάλλους στρατιώτες που συνέχιζαν να πολεμούν, χωρίς ελπίδα να νικήσουν, αφού ήταν περικυκλωμένοι από αναρίθμητους αντιπάλους.
Ο Εδουάρδος εντυπωσιάστηκε τόσο με την αρετή αυτών των τριών αντρών που διέταξε να σταματήσουν οι σφαγές.
                                                   ~~{}~~
Οι εξελικτικοί βιολόγοι συχνά αναφέρονται στα Four Fs, στις τέσσερις βασικές λειτουργίες του εγκεφάλου των ζώων: Fighting, Fleeing, Feeding και… Reproduction (αυτό είναι χιούμορ βιολόγων, όπου το fucking γίνεται reproduction, αλλά τα f είναι τέσσερα).
Όταν υπάρχει κάποια σύγκρουση τότε τα ζώα έχουν να επιλέξουν ανάμεσα στη φυγή (fleeing) και στην επίθεση (fighting).
Ίσως να έχετε παρατηρήσει και μόνοι σας, σε ντοκιμαντέρ ή με τα κατοικίδια σας, πως αναμετριούνται δύο ζώα, πως ζυγίζουν τις πιθανότητες, έστω και ασυνείδητα.
Όσο και τα δύο βρίσκονται στο fighting mode υπάρχει μάχη. Μόλις κάποιος αντιληφθεί (ή πιστέψει) ότι είναι πιο αδύναμος προτιμάει τη φυγή.
Εκείνη τη στιγμή είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο νικητής θα κυνηγήσει τον ηττημένο.
                                                                      ~~{}~~
Θυμάμαι ένα πιτσιρίκι στην Νάξο, το οποίο μου έλεγε ότι του άρεσε να κυνηγάει τις γάτες με το ποδήλατο του.
«Γιατί το κάνεις;» τον είχα ρωτήσει.
«Γιατί οι γάτες τρέχουν να γλιτώσουν», μου είπε απαντήσει. «Οι σκύλοι δεν φεύγουν.»
                                                                      ~~{}~~
Ακόμα και οι άνθρωποι (οι οποίοι είναι ζώα, αν δεν το ξέρετε), είναι πιο πιθανό να επιτεθούν και να κυνηγήσουν κάποιον που προσπαθεί να φύγει, παρά κάποιον που αντιστέκεται.
Δεν είναι θέμα λογικής, είναι το ένστικτο των Four Fs που έχουμε γραμμένο στον εγκέφαλο μας.
Όμως τι συμβαίνει με κάποιον που εκλιπαρεί, με κάποιον (ηττημένο) που ζητάει έλεος;
Εκείνη τη στιγμή όλα εξαρτώνται από το ήθος του νικητή, τις διαθέσεις του και τους απώτερους σκοπούς του.
                                                               ~~{}~~
Κάποια στιγμή ο Μέγας Αλέξανδρος, ο οποίος φημιζόταν για τη σπλαχνικότητα στους ηττημένους, μπήκε με μεγάλες δυσκολίες στη Γάζα, της οποίας διοικητής ήταν ο Βήλιος.
Εκείνος συνέχιζε να πολεμάει μόνος, καταματωμένος και με τα όπλα του κομματιασμένα, ανάμεσα σε αναρίθμητους Μακεδόνες που είχαν εντολή να τον πιάσουν ζωντανό.
Ο Αλέξανδρος, εξοργισμένος για τις απώλειες που είχε και για τα δύο φρέσκα τραύματα στο ίδιο του το κορμί, του είπε:
«Δεν θα πεθάνεις όπως το θέλησες, Βήλιε. Ετοιμάσου να υποστείς όλα τα μαρτύρια.»
Και παρότι εκείνος τα δέχτηκε όλα χωρίς καν να βογγήξει ο Αλέξανδρος διέταξε να τον δέσουν πίσω από ένα άρμα και να τον σύρουν ώσπου να διαμελιστεί.

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Κι όμως, έχουμε μεγάλη ρευστότητα…

Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο όρος “έλλειψη ρευστότητας”, ο οποίος οδηγεί σε αποσυντονισμό έως ασφυξία την ζωή των σύγχρονων ανθρώπων, με τραγικά αποτελέσματα ανέχειας και θανάτων, αναφέρεται όχι σε οξυγόνο, νερό ή τροφή αλλά σε χαρτονομίσματα, τότε καταλαβαίνει την μέγιστη πλάνη μέσα στην οποία ζει και εξελίσσεται η ανθρωπότητα εδώ και χρόνια, φτάνοντας ήδη στην έσχατη κατάντια. Κατανοεί το μέγιστο μπέρδεμα μέσα στο οποίο είναι εγκλωβισμένη η ζωή αυτού του “πολιτισμένου” γραναζιού που λέγεται “σύγχρονος άνθρωπος – άτομο – καταναλωτής”. Το ότι έχει αναγάγει σε φυσικό πόρο το χρήμα και έχει απαξιώσει τις αξίες, κυρίως την αξία της ανθρώπινης ζωής (του), την οποίαν θυσιάζει καθημερινά για να αποκτήσει έναν παντελώς ψεύτικο πόρο διαβίωσης.