Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Έθνος και ιστορική αφήγηση

Της Σώτης Τριανταφύλλου


Αφορμή γι’ αυτό το αρθρίδιο είναι οι δηλώσεις του κ. Νάσου Θεοδωρίδη περί Ιμίων. Υπάρχει όμως ένα γενικότερο πρόβλημα ιστορικής αφήγησης, αποτέλεσμα του δεξιού και αριστερού φανατισμού και της διελκυστίνδας μεταξύ τους.

Από τη μία πλευρά, οι εθνικιστές κατασκευάζουν μια ιστορική αφήγηση ηρωισμού και εξαίρεσης –το επιλεγόμενο «ιστορικό έπος» που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά– ενώ, από την άλλη, οι αριστεροί προσπαθούν να ανατρέψουν όλους τους εθνικούς μύθους με υποτιθέμενο στόχο την ιστορική αλήθεια που θα συμβάλει στη λαϊκή εξέγερση. Πλην όμως, «ιστορική αλήθεια» δεν υπάρχει: κάθε έθνος δημιουργεί τη δική του ιστορική αφήγηση για να επιζήσει και να πλοηγηθεί μέσα σ’ έναν ανταγωνιστικό κόσμο, σε μια ισορροπία τρόμου.

Η διδακτική της ιστορίας διέπεται από μια φιλοσοφία που έχει στόχο τη δημιουργία κοινής ταυτότητας και την εξασφάλιση συλλογικού πνεύματος. Χωρίς κοινή ταυτότητα (σύνορα, γλώσσα, «υπηκοότητα») και χωρίς συλλογικό πνεύμα («εμείς» δίπλα ή απέναντι στους «άλλους») δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη και πολιτισμός. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά στο σχολείο πρέπει να διδάσκονται «ψέματα» –υπερβολές και διαστρεβλώσεις– ώστε να εξασφαλιστεί η εθνική συνοχή. Χρειάζεται όμως μέτρο και σύνεση: ο ρόλος του σχολείου και της οικογένειας δεν είναι η κατάρριψη των εθνικών μύθων αλλά η έκθεση και η εξήγησή τους. Τι συνέβη; Γιατί συνέβη; Πώς συνέβη; Ποιοι είμαστε; Ποιοι είναι οι άλλοι; Τα παιδιά καλούνται να αναρωτηθούν και να μάθουν διατρέχοντας τους αιώνες της ιστορίας που συντίθεται, έτσι κι αλλιώς, από βήματα μπρος, βήματα πίσω, εγκλήματα και μεγαλειώδεις πράξεις. Γενικά μιλώντας, ο ρόλος του σχολείου δεν είναι απομυθοποιητικός, αλλά μυθοποιητικός: οι άνθρωποι πρέπει να αρχίζουν τη ζωή τους με θέσεις, όχι με αντιθέσεις. Οι αντιθέσεις αναφύονται στο πέρασμα του χρόνου κι ο καθένας τις διαχειρίζεται όπως μπορεί, με τα εργαλεία που αποκτά σιγά-σιγά.


Υπό αυτή την έννοια, πριν από λίγα χρόνια θεώρησα αποτυχημένο το βιβλίο της ιστορίας της κ. Ρεπούση στο οποίο γινόταν προσπάθεια ιστορικού ρεβιζιονισμού. Οι επιθέσεις που δέχτηκε προέρχονταν κυρίως από αμαθείς εθνικιστές – δηλαδή από μια πλευρά που συνήθως έχει άδικο εφόσον εμφορείται από στενομυαλιά και μίσος. Εξάλλου, οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν διαβάσει το βιβλίο. Παρ’ όλ’ αυτά, ο ρεβιζιονισμός, η ανάλυση του διφορούμενου, η απόδοση εθνικών ευθυνών δεν έχουν θέση στο σχολείο: είναι μια διαδικασία που χρειάζεται στέρεη πολιτική ταυτότητα, ευρεία ενημέρωση και ωριμότητα. Όταν είμαστε μικροί έχουμε ανάγκη από απλές, συγκεκριμένες και σίγουρες αρχές, όχι από την αβεβαιότητα και την αμφισημία της πραγματικής ιστορίας. Με αυτές τις αρχές συναρμολογείται η πολιτική ταυτότητα: η ταυτότητα του Έλληνα πολίτη, του Ευρωπαίου και, στην καλύτερη περίπτωση, του διεθνιστή. Με αυτή τη σειρά – αυτή η σειρά δεν μπορεί και δεν πρέπει να καταργείται.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Εθνικό ή διεθνικό;

Αρκετοί αριστεροί σήμερα συγχέουν το διεθνισμό με την κατηγορηματική άρνηση του εθνικού ζητήματος. Με μια θεοκρατική προσήλωση υποκλίνονται στη λέξη «διεθνισμός» αφορίζοντας το «σκιάχτρο» του «εθνικού». Αν είναι να αποφασίσουμε πάνω σε μια τυπική αντιπαράθεση φράσεων, όλοι οι αριστεροί είναι με το διεθνισμό. Για έναν που ασφαλώς γνωρίζει ότι ο Σοσιαλισμός έχει διεθνή διάσταση και όχι εθνική, η τυπική αντιπαράθεση των ζητημάτων είναι μέγα πολιτικό λάθος. Οι διεθνιστές γνωρίζουν ότι ο διεθνισμός προϋποθέτει τη σχέση ανάμεσα σε διάφορα έθνη και όχι την άρνηση της εθνικής ταυτότητας.


Ο Νίκος Πουλαντζάς ήδη από πολύ παλιά ειρωνευόταν τους κατ’ επίφαση μαρξιστές όταν αγνοούσαν την εθνική πραγματικότητα στις αναλύσεις τους. Και ο Μαρξ στο κομμουνιστικό μανιφέστο διακηρύσσει: «Η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, αν όχι στο περιεχόμενο, στη μορφή είναι καταρχήν εθνική. Φυσικά, το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει να ξεμπερδέψει πριν απ’ όλα με τη δική του αστική τάξη». Το σπάσιμο της σχέσης μεταξύ ταξικής πάλης και εθνικού αγώνα καμία σχέση δεν έχει με τη διαλεκτική. Και όσοι πέφτουν σε αυτό το σφάλμα λειτουργούν αντι-μαρξιστικά, γιατί εμπνέονται από μια φιλελεύθερη παράδοση ξένη προς τον μαρξισμό. Τη σχέση μεταξύ εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης την εξέφρασε ο Μάο με το θαυμάσιο σύνθημά του: «Τα κράτη θέλουν ανεξαρτησία, τα έθνη απελευθέρωση και οι λαοί επανάσταση».

Αν δέχεσαι το δικαίωμα τον Παλαιστινίων για τη δημιουργία δικού τους ανεξάρτητου κράτους, δε μπορεί να το αρνείσαι για την περίπτωση της Κύπρου που βρίσκεται υπό κατοχή. Όταν συμπαραστέκεσαι στη Σερβία τη περίοδο των βομβαρδισμών από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και του ευρωπαίους συμμάχους του, πρέπει να κάνεις το ίδιο και για τη περίπτωση της δικιάς σου χώρας όταν αυτή πλήττεται σε όλα τα επίπεδα - οικονομικό, πολιτιστικό, πολιτικό. Δε μπορείς να βλέπεις τα τσιράκια της αστικής τάξης (Χριστόδουλος, Καρατζαφέρης κ.ά.) να μάχονται για να υπερασπισθούν τη πολιτική και πολιτιστική αυτοτέλεια της πατρίδας σου. Ειδικά στην Ελλάδα, χώρα του περιφερειακού καπιταλισμού που υπήρξε θύμα του ιμπεριαλισμού σε όλες του τις μορφές.