Τρίτη

Ιταλικό δημοψήφισμα: ρήγμα, όχι κατεδάφιση

Προχτές, λοιπόν, οι ιταλοί πήγαν σε δημοψήφισμα, στο οποίο οι τρεις στους πέντε ψήφισαν "Όχι" και οι άλλοι δύο ψήφισαν "Ναι". Αυτό το μάθαμε. Εκείνο που, κατά την γνώμη μου, δεν μάθαμε επειδή δεν μας ανέλυσαν σωστά, είναι τι ακριβώς απέρριψαν μ' αυτό το "Όχι". Πρόκειται πράγματι για άλλο ένα χαστούκι στην Ευρωπαϊκή Ένωση (γενικώτερα) και στην Ευρωζώνη (ειδικώτερα); Είναι σωστό να γίνεται λόγος για Itexit; Ας δούμε με ψυχραιμία τα πράγματα.

Κατ' αρχήν, να ξεκαθαρίσουμε ότι το προχτεσινό ιταλικό δημοψήφισμα δεν είχε καμμιά σχέση με το περυσινό δικό μας, αφού το θέμα του ήταν άσχετο με την Ε.Ε., τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Οι ιταλοί κλήθηκαν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν μια σειρά δομικών πολιτειακών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες είχαν μεν εγκριθεί από το κοινοβούλιο αλλά με μικρή πλειοψηφία, κάτι που, με βάση την νομοθεσία τής χώρας, απαιτεί την διεξαγωγή δημοψηφίσματος ώστε να πουν απ' ευθείας την γνώμη τους και οι πολίτες. Τί σόι μεταρρυθμίσεις ήσαν αυτές; Για να καταλάβουμε, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας τού κοινοβουλευτισμού στην γείτονα χώρα.

La Stampa, 5/12/2016: "Η Ιταλία είναι μια σύγχρονη χώρα. Νίκησε το ΟΧΙ, το διαζύγιο παραμένει".
Υπότιτλος: "Και τώρα, δουλειά". Αξιοσημείωτο το σχεδόν 80% του ΟΧΙ στο -βιομηχανικό- Τορίνο.

Το ιταλικό κοινοβούλιο είναι διθάλαμο, δηλαδή συνίσταται από δυο σώματα: την Βουλή των Αντιπροσώπων με 630 βουλευτές και την Γερουσία με 315 γερουσιαστές. Ο τρόπος εκλογής των βουλευτών διαφέρει από εκείνον της εκλογής των γερουσιαστών. Για να εισαχθεί κάποιο νομοσχέδιο προς συζήτηση, πρέπει να εγκριθεί η εισαγωγή του και από τα δυο σώματα. Ομοίως, για να ισχύσει κάποιος νόμος, πρέπει να υπερψηφιστεί και από τα δύο σώματα, τα οποία συνεδριάζουν πάντοτε χώρια (πλην ελαχίστων περιπτώσεων, οι οποίες προβλέπονται από το σύνταγμα).

Λένε πολλοί πως αυτό το σύστημα είναι δυσλειτουργικό και ίσως έχουν δίκιο. Ξεχνούν, όμως, ότι σκοπός αυτού του διθάλαμου συστήματος είναι η δυνατότητα ελέγχου τού ενός σώματος από το άλλο και η αποτροπή τής συγκέντρωσης εξουσίας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο καθιερώθηκε μεταπολεμικά (το 1948) στην Ιταλία, η οποία είχε πικρό προηγούμενο με την ανεξέλεγκτη εξουσία που -με δημοκρατικές διαδικασίες, μη το ξεχνάμε- συγκέντρωσε στα χέρια του ο Μουσσολίνι.

Οι μεταρρυθμίσεις που πρότεινε η υπό τον Ματτέο Ρέντσι κυβέρνηση -υποτίθεται πως- είχαν ως στόχο να εξαλείψουν τις δυσλειτουργίες τού διθάλαμου συστήματος. Σύμφωνα με αυτές, οι αρμοδιότητες της Γερουσίας θα αποψιλώνονταν και κυρίαρχο νομοθετικό σώμα θα γινόταν η Βουλή των Αντιπροσώπων. Παράλληλα, οι γερουσιαστές θα μειώνονταν από 315 σε 100, οι οποίοι δεν θα εκλέγονταν πλέον απ' ευθείας από τον λαό αλλά θα ορίζονταν από τα περιφερειακά συμβούλια. Μια άλλη μεταρρύθμιση που ήθελε ο Ρέντσι, είχε να κάνει με την μεταφορά πολλών αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης στην κεντρική κυβέρνηση. Στην Ιταλία, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει μεγάλη ισχύ και, κατά συνέπεια, αποφασιστικό λόγο σε καίρια ζητήματα όπως οι στρατηγικές επενδύσεις, η διαχείριση της ενέργειας κλπ.

Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Ρέντσι επιδίωκε την συγκέντρωση των εξουσιών στην κυβέρνηση, ώστε να γίνει ευκολώτερη η προώθηση νόμων, μέτρων και αποφάσεων που θα υλοποιούσαν τις επιθυμίες τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γι' αυτό είπαμε πρωτύτερα ότι το δημοψήφισμα ήταν μεν άσχετο με την Ε.Ε. αλλά μόνο εκ πρώτης όψεως. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ιταλοί βιομήχανοι και όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις τής χώρας τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ του "Ναι". Όπως και να το κάνουμε, είναι ευκολώτερο να επιβάλλεις τις επιθυμίες σου (π.χ. για μειώσεις στην φορολογία, για αλλαγές στα εργασιακά κλπ) ασκώντας πίεση μόνο στην κυβέρνηση από το να προσπαθείς να χειραγωγήσεις δυο νομοθετικά σώματα και καμμιά τριανταριά περιφερειακά συμβούλια. Απ' αυτή την άποψη, θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει το ιταλικό "Όχι" ως ένα ακόμη ρήγμα στο -έτσι κι αλλιώς- σαθρό ευρωενωσιακό καπιταλιστικό οικοδόμημα. Μόνο που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ρήγμα δεν σημαίνει αυτομάτως και κατεδάφιση.


Πάμε παρακάτω. Ως κατηγορία, το ακούσαμε πέρυσι εδώ για τους υποστηρικτές τού "Όχι", το ακούσαμε νωρίτερα εφέτος για τους υποστηρικτές τού Brexit, το ακούσαμε και τώρα για τους αρνητές των προτάσεων Ρέντσι: Λαϊκισμός! Κατά παράδοξο (;) τρόπο, όσοι έχουν άποψη αντίθετη προς εκείνη των Βρυξελλών, λαϊκίζουν. Στην πυρά!

Κατ' αρχήν, τί θα πει "λαϊκίζω"; Σύμφωνα με τα λεξικά, ο λαϊκισμός συνιστά πολιτική ιδέα και δράση που στοχεύει στην αντιπροσώπευση των επιθυμιών και των αναγκών του απλού λαού. Στην πράξη, όμως, έχει καταντήσει συνώνυμο της δημαγωγίας, της κολακείας των ελαττωμάτων του λαού και της υιοθέτησης θέσεων που ευχαριστούν τον λαό είτε χωρίς να τον ωφελούν είτε ακόμη κι αν τον βλάπτουν μακροπρόθεσμα, με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση της εύνοιάς του. Άρα, λοιπόν, αφού όσοι αντιτίθενται στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι λαϊκιστές, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η Ε.Ε. γίνεται δυσάρεστη επειδή, μόνη αυτή, νοιάζεται πραγματικά για το καλό των λαών της. Τόσο απλό.

Φυσικά, αυτό το συμπέρασμα-μπουρδολόγημα έχει σοβαρό πρόβλημα τεκμηρίωσης, η λύση τού οποίου γεννάει μεγαλύτερες ανοησίες. Για παράδειγμα, οι πάσης λογής μενουμευρωπαϊστές στοιβάζουν πίσω από την ταμπέλλα "λαϊκιστές" έναν σωρό ετερόκλητα στοιχεία, από το ΚΚΕ μέχρι την φασιστική Χρυσή Αυγή, από τον Μπερλουσκόνι ως τον Μπέππε Γκρίλλο κι από τον Φαράντζ και την Λεπέν ως τους γερμανούς ευρωσκεπτικιστές και τους ισπανούς Ποδέμος. Παράγωγο αυτής της ανοησίας είναι και το φαιδρό φαινόμενο αλληλοεκτόξευσης κατηγοριών περί λαϊκισμού μεταξύ κομμάτων που έχουν σαφή ευρωκεντρικό προσανατολισμό. Για παράδειγμα, έχει βγάλει πολύ γέλιο η προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να καταδείξει ως λαϊκιστή τον Αλέξη Τσίπρα, την ώρα που ο πρωθυπουργός μαζεύει εύσημα, για την δουλειά που κάνει, από τους ευρωπαίους αξιωματούχους.


Ο Ματτέο Ρέντσι υπέβαλλε ήδη την παραίτησή του από πρωθυπουργός.
Τί θα συμβεί τώρα στην Ιταλία, μετά το προχτεσινό "Όχι"; Θα ήθελα να γίνω κυνικός αλλά θα το αποφύγω. Προτιμώ να απαντήσω με την παράθεση μιας παραγράφου από ένα παλιότερο κείμενο αυτού του ιστολογίου (Ένας "έξυπνος άνθρωπος"), το οποίο εκτιμώ πως είναι ιδιαίτερα εύγλωττο, αφήνοντας τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα:
Στις 29 Μαΐου 2005, οι γάλλοι πήγαν στις κάλπες για να εγκρίνουν ή να απορρίψουν το ευρωπαϊκό σύνταγμα, το οποίο προωθούσε τότε ο ίδιος ο Ζακ Σιράκ. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τις δημοσκοπήσεις και το Όχι κέρδισε με σχεδόν 55%. Πριν κλείσουν οι κάλπες, οι δημοσιογράφοι ζήτησαν μια δήλωση από τον κ. Γιούνκερ (τότε πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου). Ο κ. Γιούνκερ απάντησε ότι ήταν απαραίτητο για την ηγεσία της Ε.Ε. να δείξει ενιαίο μέτωπο και να "διατηρήσει την τάξη στην διαδικασία που θα ξεδιπλωθεί το επόμενο πρωί", για να προσθέσει το αμίμητο: Αν βγει Ναι, θα πούμε "προχωρούμε" κι αν βγει Όχι θα πούμε "συνεχίζουμε".
Πηγή: teddygr