Παρασκευή

Ετοιμάζεται ο Αλέξης Τσίπρας να αποδράσει από την πρωθυπουργία;

Φωτογραφία: Νίκος Λιμπερτάς / SOOC
Φωτογραφία: Νίκος Λιμπερτάς / SOOC
 




Ένα χρόνο μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας και μερικούς μήνες από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπη με τον δικό της «χειμώνα της δυσαρέσκειας» αλλά και τον ωμό εκβιασμό ΕΕ και ΔΝΤ για την εφαρμογή ουσιαστικά και τέταρτου μνημονίου, με τον Αλέξη Τσίπρα να αναζητά την «ηρωική έξοδο» που θα του επιτρέψει να παραμείνει μέσα στο πολιτικό παιχνίδι.
 
Η εικόνα, κυρίως των λεγόμενων ποιοτικών χαρακτηριστικών για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τον Αλέξη Τσίπρα προσωπικά, είναι πραγματικά αποκαρδιωτική. «Αν δεν καταφέρουμε να αλλάξουμε τη ροή των πραγμάτων, τον Ιούνιο θα είμαστε στο 15%», μετέφερε η ομάδα ανάλυσης που λειτουργεί για το Μαξίμου και στην οποία μετέχουν ο γνωστός Ηλίας Νικολακόπουλος, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών Κώστας Πουλάκης κ.ά.
Η διαπραγμάτευση πέθανε στο Νταβός
Θα έλεγε κανείς πως η συγκεκριμένη πρόβλεψη συμπλήρωσε τον κύκλο των αρνητικών μηνυμάτων για τον Αλέξη Τσίπρα. Λίγες ώρες πριν, στη συνάντηση με την Κριστίν Λαγκάρντ, είχε κατανοήσει ότι η πολιτική διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους δανειστές ουσιαστικά πέθανε στο Νταβός. Η υποτιμητική φράση του Σόιμπλε «είναι η εφαρμογή, ανόητε» προς τον έλληνα πρωθυπουργό και πολύ περισσότερο το τελεσίγραφο της επικεφαλής του ΔΝΤ προς τον Αλ. Τσίπρα για την «ανάγκη» λήψης πρόσθετων μέτρων στο Ασφαλιστικό και νέων δημοσιονομικών παρεμβάσεων δεν άφησαν πολλά περιθώρια για αυταπάτες στους κυβερνώντες. Η εντολή της Καγκελαρίας για ολοκλήρωση της αξιολόγησης αποκλειστικά με τους εκπροσώπους των «θεσμών» και με αυστηρή τήρηση των όρων του μνημονίου υλοποιείται από όλα τα μέρη.
 
Το μήνυμα είχε μεταφερθεί από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, όταν ο υπουργός Οικονομικών επέστρεφε από το Βερολίνο και τη συνάντησή του με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Η συνειδητοποίηση του κυβερνητικού αδιεξόδου (συγ)κλόνισε τον Αλ. Τσίπρα, που κατάλαβε ότι περιθώριο ελιγμών δεν υπάρχει και ότι η κατάσταση που διαμορφώνεται είναι «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».
 
Αν η κυβέρνηση δεν καταφέρει να αποφύγει την αξιολόγηση ως «μακρά διαδικασία» όπως έχει σχεδιάσει, ο Ιούνιος θα τη βρει να υπολείπεται κατά πολύ της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις δημοσκοπήσεις. Αν η αξιολόγηση δεν είναι θετική, η κυβέρνηση δεν θα καταφέρει να πάρει τη δόση των 5,7 δισ. ευρώ και στη σημερινή ζοφερή κατάσταση, που συνθέτουν η  παρατεταμένη λιτότητα, η θηλιά του Ασφαλιστικού στη μεσαία τάξη και τους αγρότες και οι πιέσεις στο Προσφυγικό, θα προστεθεί και η ακόμη εντονότερη οικονομική ασφυξία. Ο Αλέξης Τσίπρας όχι μόνο θα βρεθεί απολογούμενος, καθώς λίγες ημέρες πριν υποσχόταν στους βουλευτές του τέλος της αξιολόγησης και αρχή συζήτησης για το χρέος μέσα στον Φεβρουάριο, αλλά θα υποβληθεί στο μαρτύριο της σταγόνας, σε μία αξιολόγηση που θα θυμίζει έντονα το καλοκαίρι του 2015.
 
Αν αποφασίσει να ικανοποιήσει κάθε αίτημα των δανειστών για να προχωρήσει γρήγορα, δηλαδή να φέρει το Ασφαλιστικό όπως το ζητούν οι δανειστές στη Βουλή, να συναινέσει στα πρόσθετα μέτρα που ζητά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό ή να αποδεχθεί την καθιέρωση των ομαδικών απολύσεων και του αντισυνδικαλιστικού νόμου, όπως αξιώνουν τα «γεράκια» του ΔΝΤ, η κυβέρνηση ενδεχομένως και να μην καταφέρει να φτάσει καν στην αξιολόγηση.
 
Στο Μαξίμου το γνωρίζουν καλά, ανεξάρτητα αν για προφανείς λόγους το διαψεύδουν για να μην καταλάβει και ο τελευταίος έλληνας πολίτης ότι πλέον δεν ελέγχουν τις εξελίξεις και ότι ακόμα και αν ολοκληρωθεί η πρώτη αξιολόγηση, αυτό θα σημαίνει αποδοχή των απαιτήσεων των δανειστών για το Ασφαλιστικό αλλά και αποδοχή πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων για το 2016, την ίδια στιγμή που σημαντικοί παίκτες όπως ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ έχει φροντίσει δημοσίως να «ψαλιδίσει» τις όποιες ελπίδες για ουσιαστική ελάφρυνση χρέους. Μάλιστα ο ίδιος πρόβλεψε και «πρόβλημα ρευστότητας» της Ελλάδας μέσα στον Φεβρουάριο! Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, φαίνεται πια πως η υποταγή της κυβέρνησης στην απαίτηση Σόιμπλε και Λευκού Οίκου να επιστρέψει το ΔΝΤ όχι απλώς ως επόπτης, αλλά ως χρημα-τοδότης στο ελληνικό πρόγραμμα γυρίζει τώρα μπούμερανγκ.
 
Το ΔΝΤ ως πολιορκητικός κριός
 
Το ΔΝΤ ασκεί αφόρητη πίεση για σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο Ασφαλιστικό, στο Συνταξιοδοτικό, αλλά και στο δημοσιονομικό, χωρίς να πιέζει πλέον για αναδιάρθρωση του χρέους. Για να υπάρξει, όμως, ουσιαστική ελάφρυνση χρέους –όπως ποντάριζε ο κ. Τσίπρας πριν από λίγους μήνες– η Αθήνα θα πρέπει να αποδεχτεί νέα μέτρα ύψους 8-10 δισ. ευρώ για την τριετία 2016-2018 και πρόσθετες περικοπές στο Ασφαλιστικό, με το Ταμείο να απαιτεί, μεταξύ άλλων, οριζόντια περικοπή συντάξεων, κατάργηση του ΕΚΑΣ και άλλων επιδομάτων! Οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ εκτιμούν ότι είναι «ανέφικτος» ο μνημονιακός στόχος της κυβέρνησης για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% ΑΕΠ από το 2018 και μετά, ώστε η χώρα να μπορεί να αποπληρώνει τα δάνειά της.
 
Για να συμμετέχει στο νέο ελληνικό πρόγραμμα ως χρηματοδότης, το Ταμείο θέτει ως όρο τη «βιωσιμότητα» του χρέους. Για να επιτευχθεί αυτή, από τη στιγμή που το κούρεμα βγήκε από το τραπέζι έπειτα από απαίτηση της Γερμανίας, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γα το ΔΝΤ πέραν της εφαρμογής μιας ακόμα πιο «αιματηρής» δημοσιονομικής πολιτικής. Ουσιαστικά, ΕΕ και ΔΝΤ παζαρεύουν τους όρους της ρύθμισης του ελληνικού χρέους προκειμένου να βαφτιστεί «βιώσιμο».
 
«Όροι» που θα συμπεριληφθούν σε μια νέα δανειακή συμφωνία που θα συνυπογράψουν το ΔΝΤ και η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου το Ταμείο, που τον περασμένο Αύ-γουστο δεν συμμετείχε χρηματοδοτικά στο τρίτο μνημόνιο, να επιστρέψει… Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση έρχεται ήδη αντιμέτωπη με το τραγικό για την ίδια –αλλά κυρίως για τη χώρα– σενάριο να αναγκαστεί να υπογράψει νέα συμπληρωματική δανειακή σύμβαση, προκειμένου να επιστρέψει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα. Με απλά λόγια, μιλάμε για το τέταρτο μνημόνιο της χώρας ή, αλλιώς, το δεύτερο μνημόνιο της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου.
 
Αυτή ήταν η αιτία που ο Αλ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήθελαν να συμμετέχει χρηματοδοτικά το ΔΝΤ στο τρίτο μνημόνιο. Προσπάθησαν σπασμωδικά και χωρίς κανένα σχεδιασμό να πείσουν την ΕΕ να μην αποδεχτεί το Ταμείο, προσέκρουσαν όμως τόσο στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και τους Γερμανούς, που θέλουν το ΔΝΤ ως «χωροφύλακα» στο πρόγραμμα, όσο και στις ΗΠΑ. Τόσο ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Τζακ Λιου όσο και ο αμερικανός αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν έχουν εγκαίρως γνωστοποιήσει στον έλληνα πρωθυπουργό την απαίτησή τους για παραμονή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.
 
Η εμπλοκή με το Προσφυγικό και η αποπομπή από τη ζώνη Σένγκεν
 
Επίσης, δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι οι πιέσεις του Βερολίνου, των Βρυξελλών, της Ουάσινγκτον και στο μείζον ζήτημα του Προσφυγικού είναι συντονισμένες, εγκλωβίζοντας την κυβέρνηση ανάμεσα στις απειλές και την ανικανότητά της. Το Μέγαρο Μαξίμου και ο αρμόδιος υπουργός Γ. Μουζάλας έχουν ουσιαστικά καταστεί έρμαια των διαθέσεων των δανειστών στο θέμα της διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος. Η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε αποθήκη ανθρώπινων ψυχών, αφού Γερμανία και ΕΕ, προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τα κύματα προσφύγων στα δικά τους εδάφη, σχεδιάζουν τον εγκλωβισμό τους εντός του ελληνικού εδάφους.
 
Αυτό που έχει κλονίσει το Μαξίμου και ιδιαίτερα εκείνους που το περασμένο καλοκαίρι πουλούσαν «φούμαρα» περί οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, προκειμένου να πείσουν για την ψήφιση της νέας δρακόντειας συμφωνίας με τους δανειστές, είναι ότι το σενάριο του νέου μνημονίου παίζει δυνατά παράλληλα με το χαρτί της έμμεσης –διότι άμεση δεν προβλέπεται– εξόδου της Ελλάδας από τη ζώνη Σένγκεν. Ήδη αξιωματούχοι των Βρυξελλών αλλά και χώρες δορυφόροι της Γερμανίας χρησιμοποιούν ως εκβιαστικό όπλο την έξοδο της Ελλάδας συνδυαστικά με την οικονομική ασφυξία που επιχειρούν να της επιβάλλουν μέσω της παράτασης της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης. Το συγκεκριμένο σκηνικό μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για να επιταχυνθούν και οι εγχώριες πολιτικές εξελίξεις. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν θα υπάρξουν μόνο άμεσες πρακτικές επιπτώσεις από μερική άρση της συνθήκης Σένγκεν για την Ελλάδα, αλλά και ο ταπεινωτικός συμβολισμός ότι η αποπέμπεται από μια κομβική θεσμική πλευρά της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».
 
Η ώρα της απόδρασης
 
Μέχρι τώρα, ο βασικός σχεδιασμός της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η με κάθε τρόπο παραμονή στην εξουσία. Να κυβερνά η «Αριστερά» κι ας εφαρμόζει μνημόνια. Είναι αυτή η ομάδα για την οποία ο Μανώλης Γλέζος πρόσφατα δήλωσε ότι τον ξεγέλασαν, καθώς δεν κατάλαβε ότι το μόνο που είχαν στο μυαλό τους ήταν η εξουσία… «Ζητώ συγνώμη από τον ελληνικό λαό», ανέφερε χαρακτηριστικά το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς.
 
Ωστόσο, αυτό ενέχει τον κίνδυνο στο τέλος ο ίδιος ο Τσίπρας να απαξιωθεί, να μπει στο ράφι των απαξιωμένων μνημονιακών πολιτικών μαζί με τον Παπανδρέου, τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο. Για να μπορέσει να μιμηθεί τον Αντρέα Παπανδρέου όχι μόνο στην εκφορά του λόγου, αλλά και στην ικανότητα επιστροφής, θα πρέπει να βρει όρους μιας πολιτικής απόδρασης που θα εγγυάται ότι θα παραμείνει στο πολιτικό παιχνίδι.
 
Μπροστά στις εξελίξεις ο Αλ. Τσίπρας έχει δύο βασικές επιλογές: είτε μια νέα επώδυνη συνθηκολόγηση, είτε να στήσει ένα νέο πολιτικό αφήγημα περί «αφόρητων πιέσεων» των δανειστών, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για «ηρωική έξοδο» από την πρωθυπουργική καρέκλα. Το έπραξε με άλλους όρους τον Ιούλιο του 2015, μέσω της διεξαγωγής δημοψηφίσματος, που χρησιμοποιήθηκε για να υπογράψει αρχικά το μνημόνιο, έπειτα να το ψηφίσει με τη στήριξη της αντιπολίτευσης (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι) και τελικά να οδηγήσει τη χώρα στις κάλπες. Σήμερα, αν επαναλάβει το «πείραμα», έχει μόνο δύο δρόμους. Ο ένας αφορά τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, για τις οποίες κεντρικά κυβερνητικά στελέχη όπως ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Σταθάκης δηλώνουν αλαζονικά ότι θα κερδίσουν. Στο Μαξίμου, όμως, γνωρίζουν ότι πλέον υπάρχουν νέα δεδομένα. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν αποδομηθεί πλήρως στις συνειδήσεις των πολιτών καταρχάς των μεσαίων εισοδημάτων και ολοένα περισσότερο των χαμηλών, αλλά και των αγροτών, εκείνων δηλαδή που τους στήριξαν στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Τα σημάδια για κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και για το «χειμώνα της δυσαρέσκειας» πληθαίνουν.
 
Επιπλέον, η αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης δίνει στη ΝΔ μια νέα δυναμική και ενισχύει την εκλογική συσπείρωσή της, ιδίως από τη στιγμή που διάφορα κέντρα εξουσίας θεωρούν ότι για πρώτη φορά υπάρχει ένα δυνάμει αντίπαλο δέος που μπορεί να κερδίσει εκλογές απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.
 
Η  δημοσκοπική καθίζηση του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και οι έντονες διεργασίες στο εγχώριο πολιτικό σύστημα αποτελούν πλέον τις νέες συνιστώσες που καθορίζουν τη στρατηγική του Μαξίμου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε να ανοίξει θέμα αλλαγής του εκλογικού νόμου. Οι διαρροές της κυβέρνησης για την εφαρμογή ενός «αναλογικότερου» εκλογικού συστήματος που θα μειώνει το μπόνους για το πρώτο κόμμα σε 20 έδρες αλλά και το όριο εισόδου στη Βουλή στο 2%, με ισχύ από τις επόμενες εκλογές, είναι το νέο χαρτί που έπεσε στο τραπέζι.
 
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας προσωπικά ουσιαστικά προετοιμάζουν το έδαφος για εκλογική αναμέτρηση, επιδιώκοντας παράλληλα να προασπίσουν το ρόλο τους ακόμα και αν το κόμμα έρθει δεύτερο. Η αναζήτηση όμως συμμάχων σε αυτό το σχέδιο δεν έχει προχωρήσει.
Το ΚΚΕ δεν συναινεί, ενώ το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι δεν επιθυμούν εκλογές, αφού προσπαθούν να αγοράσουν πολιτικό χρόνο, ώστε να μη συνθλιβούν μέσα στις νέες συμπληγάδες του δικομματισμού που πλέον εκφράζεται από το δίπολο ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ.
 
Την ίδια ώρα, πάντως, παράγοντες με γνώση του παρασκηνίου, με γνώση των δεδομένων της οικονομίας αλλά και πάντα στην υπηρεσία του κυρίαρχου συστήματος συμφερόντων στην Ελλάδα, όπως ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας και η διοικήτρια της Εθνικής Τράπεζας Λούκα Κατσέλη φρόντισαν να δείξουν στην κυβέρνηση πως ο μοναδικός δρόμος που έχει να επιλέξει είναι αυτός της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης. Ο τόνος τους ήταν σαφής και προειδοποιητικός.
Το… τέταρτο μνημόνιο καταλύτης πολιτικών εξελίξεων
Εκλογές όμως, τουλάχιστον άμεσα, δεν θέλουν ούτε η Άνγκελα Μέρκελ, ούτε ο Φρασουά Ολάντ, ούτε η αμερικάνικη πρεσβεία, ούτε τα κονκλάβια των Βρυξελλών. Στα δικά τους σχέδια προέχουν η εφαρμογή των μέτρων του τρίτου μνημονίου και ταυτόχρονα να προχωρήσουν οι διαδικασίες για τη σύναψη του τέταρτου… συμπληρωματικού με τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο νέο πρόγραμμα. Οι δανειστές σχεδιάζουν να ανοίξουν τη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του χρέους μόνο εφόσον εξαναγκάσουν στην ψήφιση του νέου μνημονίου τα περισσότερα κόμματα του Κοινοβουλίου –όπως έγινε τον περασμένο Ιούλιο– ώστε να δεσμευτούν στο νέο πρόγραμμα.
 
Αυτός είναι ο λόγος που το Μαξίμου σκέφτεται σοβαρά τη δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης ή κυβέρνησης συνεργασίας χωρίς να είναι ο Αλέξης Τσίπρας πρωθυπουργός, σενάριο που εύκολα θα μπορέσουν να «πουλήσουν» οι επικοινωνιακοί εγκέφαλοι του Μαξίμου ως αφήγημα ανατροπής του πρωθυπουργού από τους δανειστές. Ειδικά αν συνοδευτεί από την ψήφιση του νέου μνημονίου από μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανοίξει παράλληλα το δρόμο για εκλογές το φθινόπωρο. Έτσι, σύμφωνα με το νέο αφήγημα, ο Αλ. Τσίπρας θα έχει φροντίσει να κρατήσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα ποσοστό που θα του επιτρέψει να συνεχίσει ως κόμμα εξουσίας και ο νεοφιλελεύθερος Κυριάκος Μητσοτάκης –που είναι γνωστό ότι χαίρει της εκτίμησης του Βερολίνου, της Ουάσινγκτον αλλά και των Βρυξελλών– θα έχει τη δυνατότητα να εκλεγεί πρωθυπουργός, έχοντας να υλοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος του τέταρτου μνημονίου!
 
Αυτό είναι το θετικό σενάριο για τον σημερινό πρωθυπουργό. Γιατί σε αυτή την περίπτωση θα φαίνεται ότι θα έχει ανατραπεί, θα έχει αποφύγει να ταυτιστεί με την εφαρμογή των μνημονίων, αλλά και θα παραμείνει ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, προετοιμάζοντας από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης την επάνοδο στην εξουσία.
 
Διότι υπάρχει και ακόμη χειρότερο σενάριο, το οποίο προβλέπει την πτώση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ή την παραίτησή της προτού ψηφιστεί η νέα δανειακή σύμβαση. Μια τέτοια ενέργεια θα έδινε στίγμα αποτυχίας και αδυναμίας διακυβέρνησης και θα σήμαινε και το «τέλος του δρόμου» για τον Τσίπρα. Ωστόσο, αυτή την εξέλιξη δεν την επιθυμεί η ελληνική ολιγαρχία, αφού θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική αποσταθεροποίηση. Στο σενάριο αυτό ακόμα και η αντιπολίτευση δίνει πολύ λίγες πιθανότητες για δύο λόγους: πρώτον, διότι γνωρίζουν –έχουν και εκείνοι πολύ καλή πληροφόρηση από το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων– ότι η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, αντίθετα με τα όσα «ηρωικά» λέει δημοσίως, έχει καταπιεί και υλοποιεί όλες τις απαιτήσεις των δανειστών προσβλέποντας κοντόφθαλμα στην εύνοιά τους και, δεύτερον, επειδή ότι ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να παραμείνει στο πολιτικό προσκήνιο, αφού δεν είναι διατεθειμένος να αυτοκτονήσει πολιτικά στα 42 του χρόνια…
 
Πηγή: unfollow