Πέμπτη

Πώς βίωσα τα πέντε χρόνια Μνημόνιο

ezisa ta mnimonia
 
Ήμουν 20 ετών όταν μπήκαμε στο Μνημόνιο, πλέον είμαι 25 και τα 30 φαντάζουν ένα βήμα. Η πρώτη φορά που ένιωσα την αίσθηση του χρόνου ήταν η περίοδος των 20 με 25. Βιώνω μία «κούφια κρίση» στα πιο παραγωγικά μου χρόνια και κάνοντας τον απολογισμό αισθάνομαι πως οι «εκπτώσεις» που έχω κάνει αυτά τα χρόνια δεν συγχωρούνται ποτέ.
 
Θα ήθελα να βγω έξω και να ουρλιάξω για την αδικία που αισθάνομαι να μου τρώει τα σωθικά. Δεν θα το κάνω όμως. Θα προσπαθήσω να συγκεντρώσω τις σκέψεις και τις αναμνήσεις μου για όσα βίωσα αυτά τα χρόνια.
 
Ως οικογένεια ανήκαμε πάντοτε στην μικρομεσαία τάξη. Μεγάλωσα με ανέσεις και πρόσβαση σε υπηρεσίες και αγαθά που δικαιούμουν ως Άνθρωπος. Τα πράγματα όμως ήδη φαίνονταν ότι δεν κυλούσαν καλά στη χώρα μας και έτσι υπογράφηκε το πρώτο Μνημόνιο υπό την «Αιγίδα» του ΓΑΠ, ο οποίος ακόμα και σήμερα έχει το θράσος να δηλώνει ότι «έσωσε την χώρα».

Η οικογένειά μου ήταν από τους πρώτους που «έπληξε» η οικονομική κρίση, καθώς όλα τα κατασκευαστικά έργα «πάγωσαν». Ήταν Οκτώβριος του 2010 θυμάμαι όταν ανακοινώθηκε η απόλυση του πατέρα μου. Έξι μήνες μετά την απόλυσή του η οικογένειά μου αναγκάστηκε να μετακομίσει σε άλλη πόλη καθώς διαθέταμε δικό μας σπίτι σε εκείνη.
 
Γεγονός που πρόσφερε την ασφάλεια της στέγασης χωρίς τον βραχνά των ενοικίων. Όλα τα πράγματά μας στοιβάχτηκαν σε κούτες, κλείστηκαν καλά με ταινία και μεταφέρθηκαν στην άλλη πόλη. Παρόλο που ήμασταν συνηθισμένοι στις συχνές μετακομίσεις, αυτή ήταν «αλλιώτικη» μετακόμιση, στην ατμόσφαιρα διαχαιόταν ένα «βαρύ συναίσθημα» χωρίς να μπορεί κανείς να το προσδιορίσει με ακρίβεια τότε.
 
Τον πρώτο ενάμιση χρόνο τα πράγματα ήταν πιο εύκολα σε σύγκριση με τα επόμενα, μιας και με την αποζημίωση από την απόλυση σε συνδυασμό με κάποια χρήματα που διαθέταμε στην «άκρη» καταφέραμε να επιβιώσουμε πρακτικά. Συναισθηματικά όμως η αβεβαιότητα και η πορεία της χώρας διέγραφε ένα «δύσκολο μέλλον» και τα αποτελέσματα που εικάζαμε (και δεν πέσαμε έξω) έμοιαζαν ιδιαίτερα άσχημα.
 
Για καλή μου τύχη διαθέτουμε και ένα σπίτι στην Αθήνα. Έτσι, μετακόμισα με τον αδερφό μου και την αδερφή μου σε αυτό παρότι ήταν μικρό για τρία άτομα, ώστε να καταφέρουμε να συνεχίσουμε τις σπουδές μας.
 
Το 2012 πήρα το πτυχίο μου και σχεδόν αμέσως βρήκα μία δουλειά, όχι στο αντικείμενό μου, για να μπορώ να συντηρώ το σπίτι μας και τις καθημερινές ανάγκες. Αυτά τα δύο χρόνια που έπονται (2012-2014) είναι τα πιο δύσκολα χρόνια που έχω ζήσει ως τώρα λόγω της αβεβαιότητας που κυριαρχούσε. Τα χρήματα που είχαμε αποταμιεύσει εξανεμίστηκαν και οι στόχοι μας (οικογενειακώς) συρρικνώθηκαν τόσο πολύ που απλωνόταν ο σχεδιασμός τους μέχρι την επόμενη εβδομάδα και για τα απολύτως απαραίτητα.
 
Οι γονείς μου στο τηλέφωνο μας έστελναν μηνύματα αισιοδοξίας ( «Είστε νέοι άνθρωποι και οφείλετε να ζήσετε αυτά που σας αναλογούν. Παλέψτε για τα όνειρά σας.») Όμως, ξέρω ότι όταν έκλειναν το τηλέφωνο ίσως έκλαιγαν από την απελπισία. Ξέρω ότι έπαθαν κατάθλιψη και ο ένας προσπαθούσε να στηρίξει τον άλλο. Ξέρω ότι για βδομάδες (ειδικά τον τρίτο χρόνο) είχαν ένα πενηντάευρω που προσπαθούσαν να το ξοδέψουν «έξυπνα» και να μην κάνουν κάποια περιττή αγορά. Δεν έπαψαν ποτέ οι γονείς μου να αγωνίζονται για τα δικαιώματα των ανθρώπων, ούτε τις «καλές εποχές» της Ελλάδας. Πάντα διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες και πάντα υπερασπίζονταν εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Δεν έπαψαν ούτε στην κρίση να αγωνίζονται και να προσπαθούν να βρουν εναλλακτικές λύσεις.
 
Πειραματίστηκαν με την καλλιέργεια κάποιους μήνες. Ξέρετε, ανέβηκαν στο χωριό, «καθάρισαν» τα κτήματα του παππού από τα τα χόρτα και τα βάτα και καλλιέργησαν τομάτες και φασολάκια προς πώληση στην λαϊκή αγορά. Δεν το έβαλαν κάτω παρά τα ελάχιστα ψυχικά αποθέματα που μοίρασε απλόχερα η αβεβαιότητα, η αδικία και οι επιπτώσεις της ανεργίας. Ήταν 4 μήνες το 2012 και άλλους 4 το 2013· τόσο διαρκεί στο ορεινό χωριό μας η δυνατότητα καλλιέργειας. Στη συνέχεια ξαναπήγαιναν στην πόλη.
 
Πήγαμε και εμείς στο χωριό για να βοηθήσουμε όλοι μας αυτή την συλλογική-οικογενειακή προσπάθεια. Ήταν δύσκολη εμπειρία, καθώς απαιτούνται πολλές ώρες εργασίας και ποτέ δεν είσαι βέβαιος αν θα έχεις «σοδειά». Αυτό συμβαίνει διότι δεν μπορείς να ελέγξεις κάποιους παράγοντες, όπως τις καιρικές συνθήκες και τις «αρρώστιες» των φυτών. Πράγματι την πρώτη χρονιά και ενώ όλα έδειχναν ότι θα είχαμε αρκετά έσοδα λίγο μετά την έναρξη της συγκομιδής το χαλάζι κατέστρεψε τους κόπους 4 μηνών. Η απογοήτευση ήταν ιδιαίτερα έντονη και το «γαμώτο» σχεδόν έπαιρνε μορφή.
 
Πολύ θετική με κυρίαρχο ρόλο στην έκβαση θεωρώ την επαφή της οικογένειας, τις συζητήσεις, τις αξίες μας και το ότι πάντα λειτουργούσαμε ως ομάδα. Γενικότερα, οι ανθρώπινες σχέσεις (οικογένεια, φίλοι, σύντροφοι) στην περίοδο της κρίσης είναι το μόνο πράγμα που σου δίνει ώθηση.
Επειδή λοιπόν έχω όνομα και δεν είμαι γενικά και αόριστα «ο λαός» και «η κοινωνία» που λένε στα τηλεοπτικά παράθυρα και στα συνέδρια δεν ανέχομαι εκπτώσεις στη ζωή μου, ούτε ανέχομαι ατάκες κλισέ πια «καλά είστε υπάρχουν και χειρότερα». Σαφώς και υπάρχουν και χειρότερα αυτό όμως δεν ακυρώνει το δικό μου πρόβλημα, ούτε το ελαχιστοποιεί. Είναι άσχημο όταν αισθάνεσαι τόσο ευάλωτος και όταν χάνεται η αξιοπρέπειά σου σαν οντότητα, να σου δημιουργούν ενοχές για αυτά που βιώνεις επειδή υπάρχουν και χειρότερα.
 
Οι κοινωνίες είναι εξελιγμένες. Η τεχνολογία, τα αγαθά και οι υπηρεσίες είναι σε αφθονία. Είναι άδικο να σου στερούν την πρόσβαση σε αυτές.
 
4 χρόνια δεν έχω θέρμανση στο σπίτι μου. «Καλά είσαι, μένεις στην Αθήνα δεν έχετε κρύο εκεί», λένε κάποιοι και θυμώνω. Θυμώνω γιατί το πρόβημα δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η θέρμανση (πράγματι δεν έχει ιδιαίτερο κρύο), όσο το γεγονός ότι την δικαιούμαι.
 
Δεν μπορούσα να βγάλω εισιτήριο για τα ΜΜΜ, πρακτικά αν έκανες τον «προϋπολογισμό» του μήνα δεν «έβγαινε». Με έπιασαν χωρίς εισιτήριο για να μου πούνε ότι «αυτό καίει πετρέλαιο και με το να μην πληρώνεις εισιτήριο βάζεις το κράτος μέσα». Έτσι μου είπαν. Απάντησα κατάλληλα, δεν θα σταθώ σε αυτό. Όμως, όσα κότσια και να έχεις ή όσο και να έχεις επίγνωση των δικαιωμάτων σου, θεωρώντας τα αυτονόητα, όταν σε κοιτάζει ένα ολόκληρο λεωφορείο δεν υπάρχει περίπτωση να μην αισθανθείς έστω και λίγο άσχημα.
 
Αυτά τα χρόνια και πριν την κρίση πάντα κατέβαινα στο δρόμο για να διεκδικήσω όσα θεωρούσα ότι οφείλουμε να διαθέτουμε ή για όσα καταπατώνται. Τα χρόνια της κρίσης, συμμετείχα με μεγάλο πάθος και όρεξη. Πίστευα ότι θα καταφέρω να αλλάξω τον κόσμο. Χημικά, τραμπουκισμοί, χτυπήματα και κυνηγητό από τα όργανα καταστολής γιατί διεκδικούσαμε τα αυτονόητα. Πίστεψα ότι θα τα καταφέρουμε μέχρι που άρχισα να χάνω τον εαυτό μου όταν όλα έσκασαν σαν μπαλόνι. Οι κινητοποιήσεις ήταν τεράστιες και αυτά τα χρόνια «άφησαν» αναμφισβήτητα κάποια σημαντικά πράγματα. Χαίρομαι που δεν κάθισα ποτέ στον καναπέ μου. Όμως από την άλλη κάποιες φορές που τα σκέφτομαι όλα αυτά μου μένουν στο νου η καταστολή, τα ψυχοπιεστικά γεγονότα από τους μπάτσους και η απογοήτευση.
 
Όταν ένα κίνημα ή μία προσπάθεια που μοιάζει «δυνατή» τελικά καταρρέει όπως και να έχει αισθάνεσαι ευάλωτος, αισθάνεσαι ότι «δεν έκανες τίποτα τελικά» και αυτά είναι ανθρώπινα συναισθήματα. Αν κάποιος ισχυριστεί ότι δεν τα ένιωσε θα λέει ψέμματα.
 
Τα Μνημόνια ψηφίστηκαν όλα τελικά. Οι αγωνίες μας, οι φόβοι μας, τα νοσοκομεία με τραυματισμένους φίλους ή με αναπνευστικά προβλήματα περνάνε από το μυαλό μου και η αδικία που αισθάνομαι διογκώνεται. Μοιάζουν ρομαντικά όσα λέω αλλά αν τα δεις με μία πρώτη ματιά διαπιστώνεις ότι όλα γίνονται για το τίποτα. Συμφέροντα τραπεζών, χωρών που ηγούνται και της ελίτ πληρώνουμε. Οι φτωχοί φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι.
 
Βρήκα δουλειά και στο αντικείμενό μου για έξι μήνες. Δεν συνέχισα όμως, οι όροι τους ήταν τουλάχιστον απαράδεκτοι. Το πτυχίο πλέον μοιάζει κωλόχαρτο και εσύ υποχρεούσαι να κάνεις οτιδήποτε άσχετο πέρα από αυτό για το οποίο σε προσέλαβαν. Καψώνια και ειρωνίες, ελάχιστα χρήματα, καθυστέρηση πληρωμών γιατί πια το αφεντικό κάνει ό,τι γουστάρει. Εσύ ως εργαζόμενος είσαι ανύπαρκτος. Να την χέσω τέτοια δουλειά και τέτοιες συνθήκες. Όχι, δεν θα το κάνω αυτό στον εαυτό μου.
 
Ο πατέρας μου ξαναβρήκε δουλειά στις αρχές του 2014 και τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν ξανά κάποιους φυσιολογικούς ρυθμούς για τα δεδομένα πάντοτε της εποχής αλλά και για την ψυχική τους υγεία και την ισορροπία αυτής.
 
Πέρασαν πέντε χρόνια και δεν κατάφεραν να ταξιδέψω στο εξωτερικό. Δεν κατάφερα να πάω εράσμους. «Μα γιατί;» έλεγαν κάποιοι. «Δεν κοστίζει πολλά». Προσπαθούσα να εξηγήσω ότι τίθεται θέμα για την επιβίωσή μου οτιδήποτε κοστίζει έστω και λίγο μου ξετινάζει την οικονομία που κάνω.
 
 Πέντε χρόνια και έκοψα το θέατρο (περιορισμένο αρκετά πια), έκοψα τις συναυλίες (περιορισμένες στο ελάχιστο). Πέντε χρόνια και έκοψα τα φτερά μου.
 
Πάλι καλά που υπάρχουν τα φεστιβαλ με το συμβολικό ποσό ή τα βράχια απέναντι από τους συναυλιακούς χώρους που τ’ ανεβαίνουμε για να απολαύσουμε ένα Live που δεν μπορούμε να κόψουμε εισιτήριο. Ίσως κάποια να μοιάζουν «χαζά» όμως όταν πρόκειται για εκπτώσεις στην ζωή κάποιου τίποτα δεν είναι χαζό. Όλοι ξέρουμε πια ότι ο άνθρωπος προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι τις αποδέχεσαι. Πάλι καλά που έχουμε φίλους από νησιά και ίσως πάμε για διακοπές. Πάλι καλά που μας αρέσει το κάμπινγκ και μπορούμε να καταφέρουμε τα πάμε κάπου λίγες μέρες.
 
Πάλι καλά το ένα, πάλι καλά το άλλο και τα χρόνια περνούν μάγκες μου.
 
Θα φτάσω στα 30 μου και πάλι δεν ξέρω αν θα καταφέρω να κάνω όσα επιθυμώ. Γιατί; Και ξέρω περί καπιταλισμού, συστήματος, συμφερόντων και οικονομικών, αλλά θέλω και λύση απτή πια.
 
Βαρέθηκα τις Θεωρίες και τις αόριστες προτάσεις. Κουράστηκα! Ζούμε μία φορά και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κλέβει αδίστακτα ζωές ανθρώπων. Και όμως τις κλέβει. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να παίζει με τις ζωές των ανθρώπων. Και όπως παίζει με αυτές σαν να έπαιζε ηλεκτρονικό παιχνίδι με δυνατότητα restart. Μόνο που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει το restart.
 
Ούτε να τα μαζέψω και να σηκωθώ να φύγω στο εξωτερικό επιθυμώ. Δεν θέλω να φύγω, πού να πάω; Εδώ φεύγουν οι φίλοι σου διακοπές το καλοκαίρι και ο περίγυρος και αισθάνεσαι «μία ξένη» στην Αθήνα. Δεν θέλω να φύγω κυνηγημένη, θα ήθελα να φύγω από επιλογή.
 
Πέντε χρόνια Μνημόνιο και παρατηρώ τον εαυτό μου πέρα από τις εκπτώσεις που κάνει να αφήνει στην άκρη μέχρι νεοτέρας και όνειρα που είχε και ήταν αδιαπραγμάτευτα μέχρι πρότινος. Φοβάμαι να συμβαίνει, όμως έχει ήδη ξεκινήσει. Και δικαιολογώ την κούρασή μου και το αδιέξοδο. Έχω δικαίωμα να το περάσω μέχρι να ξανασηκωθώ. Όμως είναι βάρβαρο να σου κλέβουν τα παραγωγικά σου χρόνια και τα δικαιώματά σου όπως και να το κάνουμε.
 
Και η Μέρκελ (και η κάθε Μέρκελ, δεν προσωποποιώ γιατί όλο αυτό το σύστημα είναι πολύ πιο βαθύ. Όλοι τα γνωρίζουμε, δεν θα σταθώ σε αυτά.) λέει, η πολιτική είναι σκληρή κάποιες φορές.
 
Παίζουν με την νοημοσύνη μας και την ζωή μας τόσο εύκολα.
 
Είμαι 25 ετών και «περιμένω την πρώτη δίκαιη ευκαιρία στην ζωή μου».
 
Κλείνω χωρίς όνομα. Όχι γιατί ντρέπομαι, αλλά γιατί η «κατάθεση της ψυχής» δεν μπορεί να γίνει ποτέ επώνυμα. Αν γίνει παύει να αποκαλείται «κατάθεση ψυχής». Αυτό γιατί κάποια πράγματα είναι σκέψεις, αντιπαραθέσεις, ιδεολογικές συγκρούσεις με τον εαυτό και αντιφάσεις που πέφτεις κατά καιρούς και που επεξεργάζεσαι σαν άτομο με το άτομό σου.
 
 
Από: ΕΛΛΑΣ