Παρά τον διακηρυττόμενο υλισμό μου, συλλαμβάνω όλο και πιο συχνά τον εαυτό μου να ρέπει στον μυστικισμό. Ίσως να είναι το επελαύνον γήρας, η εγγύτητα του θανάτου, με τον οποίο προσποιούμαι πως είμαι θαυμάσια εξοικειωμένος. Ανακαλύπτω μυστικές αναλογίες, λανθάνοντες συμβολισμούς ανάμεσα σε διακριτά κι ασύμβατα εκ πρώτης όψεως πράγματα. Αίφνης, γιατί η νονά Στανίση εισβάλλει με κατακόκκινη σατινέ τουαλέτα στον κήπο της Λαμπρής, στη διαφήμιση του Jumbo; Γιατί όχι πράσινη ή γαλάζια ή έστω σομόν τουαλέτα, να ταιριάζει κάπως με τα χρώματα της συγκυβέρνησης και της υπεσχημένης Ανάστασης; Τι υποδηλώνει το κατακόκκινο; Είναι απλώς «κομποζέ» με το αιμάτινο κόκκινο των πασχαλινών αυγών ή είναι ένας υπαινιγμός για την επερχόμενη επανάσταση; Η Στανίση το ξέρει αυτό;
Αν υπάρχει αυτός ο υπαινιγμός, μου φαίνεται κοινότοπος και φθηνός. Αιώνες τώρα η ευχή «καλή Ανάσταση» συσσωρεύει τις προσδοκίες κάθε πικραμένου να εγερθεί ό,τι είναι πεπτωκός. Τα υπόδουλα έθνη παρακινούνταν μ’ αυτή την ευχή ν’ απαλλαγούν από τους δυνάστες τους, οι υποτελείς τάξεις από τους εκμεταλλευτές τους, οι καταπιεσμένες κοινωνίες από τα αυταρχικά καθεστώτα τους. Αλλά η ευχή είχε πάντα και πιο ιδιοτελείς χρήσεις. Ανάσταση εύχονται οι μέτοχοι για τα χρηματιστήρια, οι ομολογιούχοι για τις αποδόσεις των ομολόγων τους, οι επιχειρήσεις για τους τζίρους και τα κέρδη τους, οι υπουργοί Οικονομικών για το ΑΕΠ τους και τα φορολογικά τους έσοδα, οι απλοί άνθρωποι για τα εισοδήματα και τις περιουσίες τους. Ακόμη και οι μεσήλικες και άνω εύχονται πυκνότερες και συχνότερες αναστάσεις του μυϊκού σωλήνα που βρίσκεται στο μαλακό τους υπογάστριο – αλλά ας μη γίνω περισσότερο γλαφυρός επ’ αυτού.
Το πρόβλημα, όμως, με την ανάσταση είναι ότι προϋποθέτει τον θάνατο. Πάνε πακέτο. Αυτό βρίσκεται στη βάση του μυστικισμού του χριστιανικού και κάθε άλλου παρεμφερούς θρησκευτικού ή κοσμοθεωρητικού μύθου. Αναρωτιέμαι συχνά γιατί ήταν τόσο απαραίτητος ο φρικτός θάνατος του Ναζωραίου ώστε να αποδείξει την αθάνατη φύση του; Δεν μπορούσε απλώς να κυκλοφορεί αθάνατος ανάμεσά μας, να συνεχίζει την ύπαρξή του από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, ως απτό, υλικό, αδιαμφισβήτητο παράδειγμα της πίστης που ήθελε να εδραιώσει; Όχι, γιατί αυτό θα είχε αποτελεσματικότητα μόνο αν καθιστούσε την αθανασία ιδιότητα κάθε ανθρώπινου πλάσματος. Πράγμα που θα είχε ολέθριες παρενέργειες και θα ανάγκαζε τον Θεό σε αλλεπάλληλες αλλαγές του δημιουργικού του σχεδίου – όπως για παράδειγμα η ανακατασκευή του σύμπαντος και η δημιουργία άπειρων πλανητών παρόμοιων με τη Γη, ικανών να θρέψουν την αθάνατη ανθρωπότητα. Πολύ αντιοικονομικό, ακόμη και για τις απεριόριστες δυνατότητες ενός άχωρου και άχρονου Θεού. Ένα ικανοποιητικό υποκατάστατο, λοιπόν, είναι η εναλλαγή δημιουργίας και καταστροφής, πτώσης και ανόδου, θανάτου και ανάστασης. Αυτό το σχέδιο ο Ναζωραίος εφάρμοσε ακόμη και στον εαυτό του – πρόβλεψε ακόμη και την περίπτωση που οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι θα έδειχναν απροθυμία να τον συλλάβουν, εξ ου και μου φαίνεται πειστική η εκδοχή του κατά Ιούδα ευαγγελίου που παρουσιάζει εαυτόν ως εντολοδόχο του δασκάλου του, κι όχι αργυρώνητο προδότη. Ο θάνατος, η καταστροφή, ακόμη και στην πιο βίαιη και μαρτυρική τους εκδοχή, μεγεθύνουν τη σημασία της ανάστασης, τη θαυμαστή μεγαλοπρέπεια της αναδημιουργίας.
Αν υπάρχει αυτός ο υπαινιγμός, μου φαίνεται κοινότοπος και φθηνός. Αιώνες τώρα η ευχή «καλή Ανάσταση» συσσωρεύει τις προσδοκίες κάθε πικραμένου να εγερθεί ό,τι είναι πεπτωκός. Τα υπόδουλα έθνη παρακινούνταν μ’ αυτή την ευχή ν’ απαλλαγούν από τους δυνάστες τους, οι υποτελείς τάξεις από τους εκμεταλλευτές τους, οι καταπιεσμένες κοινωνίες από τα αυταρχικά καθεστώτα τους. Αλλά η ευχή είχε πάντα και πιο ιδιοτελείς χρήσεις. Ανάσταση εύχονται οι μέτοχοι για τα χρηματιστήρια, οι ομολογιούχοι για τις αποδόσεις των ομολόγων τους, οι επιχειρήσεις για τους τζίρους και τα κέρδη τους, οι υπουργοί Οικονομικών για το ΑΕΠ τους και τα φορολογικά τους έσοδα, οι απλοί άνθρωποι για τα εισοδήματα και τις περιουσίες τους. Ακόμη και οι μεσήλικες και άνω εύχονται πυκνότερες και συχνότερες αναστάσεις του μυϊκού σωλήνα που βρίσκεται στο μαλακό τους υπογάστριο – αλλά ας μη γίνω περισσότερο γλαφυρός επ’ αυτού.
Το πρόβλημα, όμως, με την ανάσταση είναι ότι προϋποθέτει τον θάνατο. Πάνε πακέτο. Αυτό βρίσκεται στη βάση του μυστικισμού του χριστιανικού και κάθε άλλου παρεμφερούς θρησκευτικού ή κοσμοθεωρητικού μύθου. Αναρωτιέμαι συχνά γιατί ήταν τόσο απαραίτητος ο φρικτός θάνατος του Ναζωραίου ώστε να αποδείξει την αθάνατη φύση του; Δεν μπορούσε απλώς να κυκλοφορεί αθάνατος ανάμεσά μας, να συνεχίζει την ύπαρξή του από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, ως απτό, υλικό, αδιαμφισβήτητο παράδειγμα της πίστης που ήθελε να εδραιώσει; Όχι, γιατί αυτό θα είχε αποτελεσματικότητα μόνο αν καθιστούσε την αθανασία ιδιότητα κάθε ανθρώπινου πλάσματος. Πράγμα που θα είχε ολέθριες παρενέργειες και θα ανάγκαζε τον Θεό σε αλλεπάλληλες αλλαγές του δημιουργικού του σχεδίου – όπως για παράδειγμα η ανακατασκευή του σύμπαντος και η δημιουργία άπειρων πλανητών παρόμοιων με τη Γη, ικανών να θρέψουν την αθάνατη ανθρωπότητα. Πολύ αντιοικονομικό, ακόμη και για τις απεριόριστες δυνατότητες ενός άχωρου και άχρονου Θεού. Ένα ικανοποιητικό υποκατάστατο, λοιπόν, είναι η εναλλαγή δημιουργίας και καταστροφής, πτώσης και ανόδου, θανάτου και ανάστασης. Αυτό το σχέδιο ο Ναζωραίος εφάρμοσε ακόμη και στον εαυτό του – πρόβλεψε ακόμη και την περίπτωση που οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι θα έδειχναν απροθυμία να τον συλλάβουν, εξ ου και μου φαίνεται πειστική η εκδοχή του κατά Ιούδα ευαγγελίου που παρουσιάζει εαυτόν ως εντολοδόχο του δασκάλου του, κι όχι αργυρώνητο προδότη. Ο θάνατος, η καταστροφή, ακόμη και στην πιο βίαιη και μαρτυρική τους εκδοχή, μεγεθύνουν τη σημασία της ανάστασης, τη θαυμαστή μεγαλοπρέπεια της αναδημιουργίας.
