Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σήμερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σήμερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ο Ταξιδιώτης

Ο Ταξιδιώτης
Στο παλιό μου (νοικιασμένο) σπίτι είχα κήπο. Συχνά τις νύχτες του θέρους και του χειμώνα στις σκιές των δένδρων, τραγούδια ανέβαζαν παραστάσεις και ζωγραφιές έλεγαν ιστορίες. Στο σημερινό (νοικιασμένο) σπίτι μου δεν έχω κήπο, έχω πιλοτή. Ορισμένες βραδιές, όμως, έρχονται επίσκεψη τα δένδρα και οι σκιές τους. Κάνουν τους στύλους της πιλοτής κίονες παιγνιώδεις και τ’ αραγμένα αυτοκίνητα ιστορίες απ’ όσα έχουν δει τα μάτια τους στους δρόμους του κόσμου.
Προ ημερών την ώρα που έβαζα το κλειδί στην πόρτα -ήταν και σκοτεινά διότι συνήθως η λάμπα που φωτίζει την είσοδο είναι καμένη- ήρθε να με βρει ένας παλιός Νοέμβρης. Πέρασαν τα χρόνια μου είπε περιπαικτικά, ο ίδιος παρέμενε λεπτός με τα γένια της γενιάς του, μαύρα κι αραιά σαν χνούδι σε εφηβικό εφήβαιο. Βάλαμε τα γέλια, εγώ με το αμερικάνικο στρατιωτικό τζάκετ που φορούσε, εκείνος απλώς από αγάπη. Ανάψαμε τσιγάρο κι αράξαμε ανάμεσα στα δένδρα και στις σκιές τους, οι αναμνήσεις είναι σχετικές ως προς τον χρόνο και συχνά ένα-δύο λεπτά κρατούν μια-δυο ώρες, τρεις μέρες, σαράντα χρόνια – δεν έχει φεγγάρι απόψε, ούτε πυροβολισμούς και σκοτωμούς στο Πεδίον του Αρεως, ήσυχο το Μαρούσι
ανασαίνει τον καπνό απ’ τα ξύλα και τα παλιόξυλα που θερμαίνουν πολλά απ’ τα σπίτια, τον καπνό των τσιγάρων μας ανασαίνουμε κι εμείς. Τότε η Ελλάδα είχε μέλανα ουρανό και τις μέρες και τις νύχτες. Η χούντα μαγάριζε με αίμα και ξύλο, με εξορίες και παρακολουθήσεις την επικράτεια. Χόρευε τσάμικο με καρφωμένα σημαιάκια στη μύτη της, ξεφτιλίζοντας αρχαία τραγούδια, μίλαγε ελληνικά σαν πολυβόλο που τραυλίζει κορακίστικα κι έπνιγε τις γενναίες λέξεις, την Ιστορία και τους βίους των ανθρώπων σε μια γούρνα αμορφωσιάς και επωφελούς (πολύ το χρυσίον) βλακείας. Δεν
ήταν φασίστες της προκοπής οι χουντικοί, ήταν οι καρικατούρες του τέρατος. Εθνικιστές της οκάς, επίγονοι των δωσιλόγων της Κατοχής, δούλοι και πράκτορες των Αμερικανών, τσόκαρα με περικεφαλαίες, τζουτζέδες. Ούτε πραιτωριανοί ήταν, ούτε μελανοχίτωνες, ούτε γενίτσαροι, μια μπόχα ήταν, μια βδέλλα κι ένα εξαμβλωτικό κατάλοιπο μιας χώρας που 150 χρόνια προσπαθούσε να ολοκληρώσει την Επανάσταση του 1821. Οι χουντικοί ήταν ένας κρίκος (κι όχι ο τελευταίος) στη μακρά αλυσίδα των προδοτών που ανέκαθεν δολοφονούσαν σ’ αυτήν τη μαρτυρική χώρα τους ήρωες και τους αγίους της, τα φυλαχτά της και τα όνειρά της.
Ηταν ωραίο το οδόφραγμα εκείνες τις τρεις ημέρες και τις τρεις νύχτες που συγκλόνισαν τις ψυχές μας. Απ’ τη μια μεριά ήταν η Τιτίκα και ο Γαβριάς, όλα τα ωραία μας βιβλία, τα τραγούδια του Μίκη και οι άγγελοι του Χατζιδάκι απ’ την Πύλη του Αδριανού ορμώμενοι, ήταν μια μεραρχία ευχές από μανάδες, οι κονσέρβες, τα φάρμακα και τα τσιγάρα που έφερναν οι Αθηναίοι, ήταν η γαλανόλευκη που μάτωσε και στα επόμενα χρόνια φούντωσε στις καρδιές μας κόκκινη, ήταν

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Η Δυσχερής Οικονομική Θέση της Ελλάδος

Η χώρα μας, δυστυχώς, βιώνει σήμερα την χειρότερη οικονομική περίοδο από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το εθνικό εισόδημα έχει καταρρεύσει πάνω από 30% τα τελευταία πέντε χρόνια, η ανεργία επισήμως ανέρχεται άνω του 28%, και το δημόσιο χρέος - παρά την εις το διηνεκές μετακύληση των δανείων (2057) - συνιστά το 173% του ΑΕΠ στα τέλη του 2013.

Η θλιβερή οικονομική κατάσταση και οι σημερινές μας δυσχέρειες, που επιδεινώθηκαν με την υπογραφή του Α’ και Β’ Μνημονίων- δανειακών συμβάσεων των 240 δις € - της εθνικής υποτέλειας, δεν οφείλονται κατά την γνώμη μου στην έλλειψη κατανόησης των οικονομικών ή στην ανεπάρκεια υλικών μέσων, αλλά στη νοοτροπία και συνήθειες του σύγχρονου Έλληνα που διαμορφώθηκαν, ως επί τω πλείστον, από τη φαυλότητα της ηγεσίας του πολιτικού συστήματος και την εξάρτηση της χώρας από αλλότριες δυνάμεις μέσω επιδοτήσεων, ιδίως δανεισμού.

Συνήθειες, που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και διατηρήθηκαν μετά τη σύσταση του σύγχρονου κράτους, του Βασιλείου της Ελλάδος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830- όπου ορίστηκε από τις εγγυήτριες δυνάμεις ( Αγγλία - Γαλλία- Ρωσία), χωρίς τη βούληση του ελληνικού λαού, άρχων ηγεμών ο 16χρόνος ‘Οθων- Φρειδερίκος- Λουδοβίκος της Βαυαρίας, συνοδευόμενος από πολυμελή βαυαρικό τακτικό στρατό (3.850 στρατιωτών) και τριμελή Αντιβασιλεία Βαυαρών, που θα κυβερνούσε τη χώρα μέχρι ο Όθων να ενηλικιωθεί.

Αυτή υπήρξε η αρχή του σύγχρονου ελληνικού κράτους και η αρχή, που είναι το ήμισυ του παντός, ήταν πολύ κακή. Κι αυτό διότι, πρώτον, την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα την συνόδευε δάνειο 60 εκατ. φράγκων που συνάφθηκε μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων και της Βαυαρίας στο όνομα του «ανεξάρτητου» Βασιλείου της Ελλάδος. Δεύτερον, η διοίκηση του κράτους υπό δεσποτική μοναρχία ήταν αυταρχική με νομοθεσία εισηγμένη χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τις τοπικές ιδιομορφίες και τη δεινή θέση λόγω του επαναστατικού αγώνα. Τρίτον, η επιλογή των μελών της κυβέρνησης γίνονταν με γνώμονα την εύνοια της Βασιλείας του Όθωνα που είχε αναλάβει και την εξυπηρέτηση των «ληστρικών» δανείων της Επανάστασης. 1  

Πόροι για την αποπληρωμή των δανείων δεν υπήρχαν καθώς τα ‘κουρεμένα’ δάνεια2 δεν χρησιμοποιήθηκαν για επενδύσεις υποδομής της κατεστραμμένης ελληνικής οικονομίας. Απλά ένα μεγάλο μέρος σπαταλήθηκε σε πολιτικά ρουσφέτια και στα λούσα του παλατιού και των Βαυαρών συμβούλων του στέμματος. Οι τόκοι που έπρεπε να καταβάλλονται ετησίως στους δανειστές ανέρχονταν στο ήμισυ σχεδόν των εσόδων του κράτους, γι αυτό ο Όθωνας επέβαλλε σκληρά μέτρα λιτότητας 3 προκαλώντας την περαιτέρω δυσαρέσκεια του λαού. Τα μέτρα δεν απέδωσαν και το καλοκαίρι του 1843 η κυβέρνηση ενημερώνει τους δανειστές ότι αδυνατεί να πληρώσει τη δόση του ετήσιου χρέους και ζητά νέο δάνειο. Οι εγγυήτριες δυνάμεις αρνούνται κατηγορηματικά, εκτός και εάν υπογραφεί Μνημόνιο. Έτσι γεννήθηκε η 3η Σεπτεμβρίου 1843.