Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαριτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαριτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

Ο αχαρτογράφητος κόσμος της ανθρώπινης βλακείας

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη στο λήμμα βλάκας έχουμε τον ορισμό: «πρόσωπο που ενεργεί και συμπεριφέρεται με ανόητο τρόπο, ο ηλίθιος», ενώ στο λεξικό του Τεγόπουλου – Φυτράκη ως βλάκας ορίζεται «ο ανόητος» και προτείνονται τα συνώνυμα «χαζός, κουτός, μωρός». Ερευνώντας τη λέξη ανόητος βλέπουμε ότι κατά το Φυτράκη η ετοιμολογία προέρχεται από το στερητικό α και το νους (νοώ), ενώ κατά τον Μπαμπινιώτη από το στερητικό α και το νοητός (που επίσης προέρχεται από το αρχικό ρήμα νοώ). Ο Μπαμπινιώτης μάλιστα επισημαίνει ότι η αρχική έννοια του ανόητος είναι ακατανόητος. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ανόητος είναι αυτός που στερείται νου, λογικής και που κατ’ επέκταση ενεργεί παράλογα. Κι εδώ ακριβώς αρχίζουν τα εννοιολογικά προβλήματα. Ποια είναι η παράλογη συμπεριφορά; Ποια η λογική; Τι ορίζεται ως λογικό, τι ως παράλογο; Και οτιδήποτε παράλογο πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι βλακώδες; Αναγκαστικά η λογική της καθημερινής συμπεριφοράς δεν μπορεί παρά να ακολουθεί τους νόμους της πεπατημένης, τους νόμους δηλαδή της συμπεριφοράς της πλειοψηφίας.Με δεδομένο ότι η βλακεία είναι αδύνατο να αποδειχθεί πειραματικά κι ότι το βλακόμετρο δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, τα πράγματα κινούνται αναγκαστικά μέσα σε άκρατη υποκειμενικότητα.

Αν θέλεις να θεωρείσαι λογικός, ακολούθα αυτά που κάνουν οι περισσότεροι. Βρισκόμαστε αναγκαστικά μπροστά στον κοινωνικό μηχανισμό της μίμησης, που οριοθετεί την ευπρεπή συμπεριφορά, τη συμπεριφορά που δε θέλει να προκαλέσει και που φυσικά ορίζεται ως λογική, γιατί αλλιώς δε θα επικρατούσε, αφού δεν θα ήταν δυνατό να υιοθετηθεί το παράλογο ως κανόνας συμπεριφοράς. Γιατί το παράλογο πάει με το χάος, ενώ η τάξη με τη λογική. Υπό αυτούς τους όρους γίνεται αντιληπτό ότι είναι η ίδια η κοινή γνώμη που ορίζει τι είναι λογικό και τι παράλογο, άρα, κατ’ επέκταση, και τι είναι βλακώδες. Η βλακεία μπορεί να οριστεί μόνο μέσα στο περιβάλλον που ανήκει η κάθε πράξη. Ως εκ τούτου μπορεί να ανακατευτεί με πολλές άλλες έννοιες κάνοντας τα ίχνη της ακόμη πιο δυσδιάκριτα. Για παράδειγμα μέσα σ’ ένα περιβάλλον κλεφτών, που ελέγχουν όλους τους μηχανισμούς και ξέρουν καλά ότι ποτέ δε θα λογοδοτήσουν, ο τίμιος φαίνεται ανόητος. Είναι ο αγαθιάρης, αυτός που δεν του κόβει, που δεν καταλαβαίνει πως κινούνται τα νήματα, ο αγαθάγγελος, ο ρομαντικός, ο Δον Κιχώτης, δηλαδή ο απροσάρμοστος. Συνήθως είναι και αυτός που την πληρώνει αποδεικνύοντας εμπράκτως τη βλακεία του. Μέσα στον κόσμο της διαφθοράς η τιμιότητα μετατρέπεται σε βλακεία.

Ομοίως, σ’ έναν κόσμο κυνικό, ο συναισθηματισμός εκλαμβάνεται ως βλακεία, σ’ ένα περιβάλλον τεμπελιάς αυτός που δουλεύει είναι το κορόιδο και πάει λέγοντας. Η έννοια της βλακείας – όπως άλλωστε κι όλες οι έννοιες – λειτουργεί καθαρά συγκριτικά, δηλαδή καθορίζεται από τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν. Αν τα κοινωνικά πρότυπα είναι στρεβλά, τότε οι έννοιες αναποδογυρίζουν. Υπό αυτό τον όρο η βλακεία καθίσταται έννοια απολύτως μεταβλητή. Θα λέγαμε, σε μια εξωφρενική υποθετική αντιστροφή, ότι σ’ έναν κόσμο ολοκληρωτικής ηλιθιότητας, βλακεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η ευφυΐα. (Είναι βέβαιο ότι όποιος προσπαθήσει να πείσει αποβλακωμένους τηλεθεατές ότι τα σήριαλ που βλέπουν είναι βλακείες, θα φάει τα μούτρα του). Τελικώς, στην πράξη, δηλαδή στην καθημερινή – τρέχουσα έννοιά της, βλακεία ορίζεται οτιδήποτε παράταιρο, οτιδήποτε αποκλίνον από τα στερεότυπα, που προβάλλονται όχι ως λογική, αλλά ως φυσιολογική συμπεριφορά. Αν υπολογίσουμε όλους αυτούς τους μηχανισμούς που αποδεδειγμένα κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά – ΜΜΕ, διαφήμιση, μόδα κτλ – βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικότητα εξ’ ολοκλήρου αντιφατική, όπου όλοι αναγνωρίζουν το επίπλαστο της κοινώς αποδεκτής ανθρώπινης δράσης και ταυτόχρονα θεωρούν παράλογο οτιδήποτε στρέφεται ενάντια σ’ αυτό. Κι εδώ ακριβώς η έννοια της βλακείας κατοχυρώνει το επίπλαστο ηθικό περιτύλιγμα που τη συνοδεύει και που την καθιστά ακόμα πιο ρευστή κι ευπροσάρμοστη, έτσι που ο καθένας μπορεί να προσφωνήσει τον καθένα βλάκα. Ακόμη και η επιλογή καφενείου μπορεί να φέρει χαρακτηρισμό: «Εκεί μαζεύονται όλοι οι βλάκες». Ακόμα και η ελάχιστη οδηγική αδράνεια μπροστά στο φανάρι που άναψε πράσινο.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Μόνο οι προλετάριοι έχουν πατρίδα…

Η πραγματικότητα διέψευσε τον Κάρολο και τη Ρόζα
     Η πραγματικότητα διέψευσε τον Κάρολο και τη Ρόζα       
Από το 1924 η ιδέα για ένα παγκόσμιο κράτος προλετάριων αποδείχτηκε ανεφάρμοστη. Η Σοβιετική Ενωση αναδιπλώθηκε εντός των συνόρων της και η μαρξιστική πάλη περιορίστηκε εντός των ορίων των εθνικών κρατών. Η πραγματικότητα διέψευσε τον Μαρξ και τη Ρόζα, ότι οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα. Οι εξελίξεις απέδειξαν πως οι προλετάριοι και πατρίδα έχουν και την υπερασπίζονται μέχρι θανάτου.


Αυτό που συνέβη είναι ότι, αντί να διεθνοποιηθεί το εργατικό κίνημα, διεθνοποιήθηκε το κεφάλαιο. Κι αφού πλέον «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα», πατρίδα έχουν μόνο οι προλετάριοι. Αποτελεί τη μόνη καταφυγή τους. Εντός των σαφών και συγκεκριμένων ορίων της, μπορούν να υπερασπιστούν πιο αποτελεσματικά τα ταξικά τους συμφέροντα, αντί σε ένα άξενο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, που εκτός από ανάλγητο είναι απρόσωπο και χαώδες.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Μοντέρνες δουλειές

Διονύσης Χαριτόπουλος


Στις σύγχρονες επιχειρήσεις η εργασιακή σκλαβιά επανήλθε λουστραρισμένη, αλλά εξίσου εξοντωτική. Η μοίρα του σπουδασμένου εργαζόμενου είναι δυσμενέστερη από του αγράμματου εργάτη


Ο πραγματικός πλούτος της χώρας παράγεται στο χωράφι και στο εργοστάσιο· γι' αυτό οι αγρότες και οι εργάτες δεν διανοήθηκαν ποτέ να επικαλεστούν κάποια νεφελώδη ιδεολογήματα για τη δουλειά τους. Η προσφορά τους είναι αυταπόδεικτη.


Αντιθέτως, οι απασχολούμενοι στον τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, δεν αρκούνται στην υψηλότερη αμοιβή που εισπράττουν· αγωνιούν να δώσουν και ανώτερο νόημα σ' αυτό που κάνουν.
Το επάγγελμα έγινε ιδεολογία.


Ο καλώς εννοούμενος επικερδής χαρακτήρας του αποσιωπάται συστηματικά και προβάλλεται κατά κόρον σαν ζωτική ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο. Οι χρηματιστές κόπτονται για την "ανάπτυξη", οι διαφημιστές μοχθούν για την "επικοινωνία", οι ασφαλιστές χτίζουν την "ασφαλιστική συνείδηση" κ.ο.κ.


Εξ ου και το καταγέλαστο ορισμένων ότι ασκούν λειτούργημα.


Η κοινωνία, που διευθύνεται από τους εγγράμματους, έχει περί πολλού αυτά τα επαγγέλματα και περιφρονεί εξόφθαλμα τον αγρότη και τον εργάτη. Απόδειξη, ότι τους αμείβει με τα χαμηλότερα των εισοδημάτων και τους επιφυλάσσει πενιχρές συντάξεις και ανεπαρκέστατη υγειονομική περίθαλψη.
Ουδείς ζηλεύει τη μοίρα τους.


Οι νέοι ονειρεύονται να σπουδάσουν για να κάνουν καριέρα σε κάποια από τις μοντέρνες και αστραφτερές δουλειές. Αυτές έχουν πέραση· προσφέρουν υψηλές αμοιβές και απείρως υψηλότερο κοινωνικό στάτους.


Δεν υποψιάζονται καν πως η καριέρα είναι η δική τους κοιλάδα των δακρύων.


Για να πετύχεις σ' αυτές τις δουλειές, το παν είναι να ξέρεις να πουλάς τον εαυτό σου. Να είσαι αυτό που επιθυμεί ο άλλος να είσαι. Αλλού σε θέλουν τολμηρό και επιθετικό και αλλού μετρημένο και αξιόπιστο. Οι απαιτήσεις αλλάζουν ανάλογα με τον κλάδο· άλλο σέιλς κι άλλο φαϊνάνς. Αυτή την κωμωδία του αγκρέσιβ ή του ριλάιαμπλ δεν θα σταματήσεις ποτέ να την παίζεις· αυτή θα σε κρατάει στη δουλειά.


Επίσης, από τη μέρα που θα εισέλθεις σε κάποιον κλάδο, θα πρέπει να ασπαστείς και τις ιδεοληψίες του· σαν να μυείσαι σε θρησκευτική αίρεση.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Διονύσης Χαριτόπουλος: Το κρατος δεν ειναι η πατριδα.

Image         


 Ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος - ο βιογράφος του Αρη Βελουχιώτη- είπε ορισμένες δικές του αλήθειες !

Εδώ,  αυτή την φορά,  με αφορμή  την επικείμενη έκδοση του βιβλίου του σε λίγες ημέρες, ο Πειραιώτης συγγραφέας μιλάει στο «Βιβλιοδρόμιο» των ΝΕΩΝ-Σαββατοκύριακο για όλα – μεταξύ άλλων, για το σοβαρό θερμό επεισόδιο στα τέλη του 1967 στον Έβρο, για τη ''Χρυσή Αυγή'', την πολιτική κατάσταση σήμερα,όπως την βλέπει ο ίδιος φυσικά.ΤΑ ΝΕΑ έχουν στο κομμάτι τον τίτλο: Διονύσης Χαριτόπουλος: «Χαρίσαμε την πατρίδα στον υπόκοσμο».
Όλη η συνέντευξη του Διονύση Χαριτόπουλου - στην φωτογραφία όταν ήταν Δόκιμος (ΔΕΑ) στον Εβρο το 1967- στον Μανώλη Πιμπλή, μετά του σχετικού προλόγου:


<< Στις 16 Νοεμβρίου του 1967 η τουρκική Εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε την κυβέρνηση Ντεμιρέλ για πόλεμο με την Ελλάδα. Στις 19 Νοεμβρίου ο Ελληνικός Στρατός στον Εβρο πήρε εντολή για ύψιστη ετοιμότητα και προώθηση στις τελικές θέσεις. «Ώς εδώ ήταν το λαδάκι μας. Εδώ πιθανόν θα πεθάνεις» σκέφτεται ο Δόκιμος (σ.σ Δόκιμος Εφεδρος Αξιωματικός -ΔΕΑ). Και λέει: «Πετιέμαι στο πιο κοντινό χωριό για τσιγάρα. Χτυπάω και δυο κονιάκ για το κρύο. Ενας πιτσιρικάς σκάβει με τα χέρια το χιόνι. Τον παρακολουθώ. Στη λακκούβα βάζει ένα μικρό παιχνίδι και το θάβει. Το σκεπάζει καλά. Το πατικώνει. Πάω κοντά του. Τον ρωτάω γιατί το κρύβει. – Θα μ’ το πάρουν οι Τούρκοι, μου κάνει αθώα».

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος ήταν στρατευμένος εκείνη την εποχή και υπηρετούσε στα σύνορα. Ο δόκιμος ήρωάς του, ένα μυθιστορηματικό alter ego του με το οποίο προφανώς δεν ταυτίζεται πάντα, ανασύρει από τη λήθη εκείνα τα περίεργα γεγονότα του τέλους του 1967, λίγους μήνες μετά το απριλιανό πραξικόπημα, τα οποία δεν έπαιξαν ασήμαντο ρόλο στις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν, ιδίως στο Κυπριακό.

Οι πραξικοπηματίες συνταγματάρχες, θέλοντας να αποκτήσουν λαϊκό έρεισμα, προσπάθησαν να προβούν σε άμεσες ενέργειες στην Κύπρο για να πετύχουν την ένωση με την Ελλάδα και τα έκαναν μούσκεμα. Το αποτέλεσμα ήταν ταπεινωτικοί τουρκικοί όροι που το δικτατορικό καθεστώς δέχτηκε αμέσως.

Ο Χαριτόπουλος δίνει πολύ καλά το κλίμα της περιόδου μέσα από το ημερολόγιο που κρατούσε ο Δόκιμος Αξιωματικός - ήρωας του νέου μυθιστορήματός του με τίτλο «Πρόβες πολέμου», το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Τόπος. Εκπαιδευμένος στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Ανορθόδοξου Πολέμου στη Ρεντίνα, ο δόκιμος παίρνει μετάθεση ανατολικά και η αφήγηση των περιπετειών του σε Ορεστιάδα, Διδυμότειχο, Αλεξανδρούπολη και στις όχθες του Εβρου έχει ατμόσφαιρα και αρκετό σασπένς. Ολοι θεωρούν ότι θα πολεμήσουν – σε σημείο που και ο δόκιμος, παρά και τη δική του ετοιμότητα, να αναφωνήσει κάποια στιγμή: «Ρε μανία με τον πόλεμο…». Κρυμμένα στρατόπεδα αλλά και έρωτες, κορίτσια που γνωρίζονται με τους στρατιώτες στις περαντζάδες των μικρών πόλεων, χαρτοπαιξία, οράματα για την Αγια-Σοφιά, προκλητικοί Ελληνες και Τούρκοι κομάντος που περνάνε το ποτάμι («χάνονται ψυχές εκεί» λέει), χαρακτήρες στρατευμένων που αφήνουν αποτύπωμα. Και από δίπλα οι Παπαδόπουλος, Λαδάς και Σπαντιδάκης που συναντιούνται στα σύνορα με τον Ντεμιρέλ, ο οποίος καταλαβαίνει αμέσως την ανεπάρκειά τους. Και ένα βασιλικό κίνημα που πέφτει στο κενό σαν κερασάκι στην τούρτα.

-Στο βιβλίο σας υπάρχουν δύο βαρύνοντα στοιχεία: το κλίμα μιας στρατιωτικής θητείας στην παραμεθόριο στην αρχή της χούντας και το μάλλον ξεχασμένο επεισόδιο με την Τουρκία τον Νοέμβριο του 1967 που μας έφερε στα πρόθυρα πολέμου. Τι ακριβώς σας οδήγησε να γράψετε ένα βιβλίο για τη συγκεκριμένη περίοδο;

Ως συνήθως, οι μεγαλύτεροι ανησυχούν για τους νέους. Ενα ερώτημα που αιωρείται για τη νεολαία είναι αν θα έχει το σθένος να υπερασπιστεί την πατρίδα μας σε μια κρίσιμη στιγμή. Οπως διαβάσατε στο βιβλίο, οι νέοι και τότε συμπεριφέρονταν σαν απροσάρμοστοι και γραψαρχίδηδες, αλλά μπροστά στον εξωτερικό κίνδυνο άλλαξαν αυτομάτως και τον αντιμετώπισαν με εντυπωσιακή αυταπάρνηση. Εύχομαι να μη χρειαστεί ποτέ, αλλά πιστεύω ακράδαντα πως το ίδιο θα κάνουν και τα σημερινά παιδιά. Είναι στο κύτταρό μας. Τα έχει γράψει ο σπουδαίος Νίκος Σβορώνος, αυτό που μας χαρακτηρίζει είναι το έντονα αντιστασιακό και ανυπότακτο στοιχείο του λαού μας.

-Στα πρώτα δείγματα της δικτατορίας, μετά τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας, περιλαμβάνεται και μια επιθετική πολιτική στο Κυπριακό που, όπως εξηγείτε στο βιβλίο, κατέληξε γρήγορα σε φιάσκο. Ποια ήταν τα συναισθήματα των κληρωτών που έπρεπε να ισορροπήσουν ανάμεσα σε μια υγιή φιλοπατρία και στον τυχοδιωκτισμό των συνταγματαρχών;

Το ερώτημα έχει απαντηθεί στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Και τότε δικτατορία είχαμε. Αλλά οι άνθρωποι ήξεραν και τότε, ξέρουν και σήμερα πως το κράτος δεν είναι πατρίδα. Είναι απλώς ένας διαχειριστής της κοινωνίας, καλός ή κακός. Συνήθως άθλιος. Η πατρίδα είναι μέσα μας κάτι πολύ πιο βαθύ, αναλλοίωτο και πανάρχαιο. Και προκειμένου να την υπερασπιστείς, δεν χωράνε διλήμματα, τακιμιάζεις και με τον διάολο.

-Τα στοιχεία της ντομπροσύνης και της γενναιότητας, έτσι όπως τα περιγράφετε στους χαρακτήρες των στρατιωτών και των αξιωματικών, αποτελούν στοιχεία μιας συγκεκριμένης κουλτούρας και, αν ναι, πώς θα την περιγράφατε;

Είναι κώδικες επιβίωσης με βάση την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι απέναντι είναι απειλή υπαρκτή και διαρκής. Η ασθένεια της δύναμης είναι η βία. Οταν νομίζεις ότι μπορείς να επιβάλεις κάτι, μπαίνεις στον πειρασμό να δοκιμάσεις. Ο Χίτλερ διέλυε χώρες γιατί μπορούσε να το κάνει. Αν ήξερε πως δεν τον παίρνει, δεν θα το αποτολμούσε. Αντίστοιχα η Τουρκία νομίζει ότι μπορεί να μας επιβληθεί με τον όγκο της. Είναι κοντά 80 εκατομμύρια, αν ήταν 10-15 δεν θα είχαμε αυτά τα προβλήματα στη Θράκη, στο Αιγαίο και στην Κύπρο.

-Στην εποχή μας φαίνεται να υπάρχει μια σύγχυση προτύπων. Κάποιοι φαίνεται να θεωρούν γενναιότητα ή «μαγκιά» την αιφνιδιαστική - και κάποτε φονική - επίθεση πολλών μαζί εναντίον μεμονωμένων ανυπεράσπιστων ανθρώπων απλώς επειδή οι τελευταίοι είναι διαφορετικοί από εκείνους. Τι ακριβώς μπερδεύουν;

Μιλάτε για το τσίρκο της Χρυσής Αυγής; Αυτοί μόνο μάγκες δεν είναι. Ο μάγκας άνδρας δεν τα βάζει με αδύναμους και ανέστιους, δεν χυδαιολογεί, είναι σοβαρός, δωρικός και με μπέσα. Μόνο που φταίμε όλοι για τη ΧΑ και ιδίως η Αριστερά. Από τη Μεταπολίτευση και μετά χαρίσαμε εύκολα την πατρίδα στον υπόκοσμο εν ονόματι μιας δήθεν κοσμοπολίτικης, κοινωνικής αντίληψης. Ψευτίσαμε, ξεφτίσαμε, την πατήσαμε. Καιρός να αναθεωρήσουμε σε ζητήματα που όσο κι αν τα θάβουμε είναι υπαρκτά και τα βρίσκουμε μπροστά μας.