Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπερδανεισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπερδανεισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Το τελευταίο εξώδικο

«Έλα Αλέξη, ηρέμησε, το ξέρω ότι τον αγαπούσες. Κι ας μη γούσταρες όλους αυτούς της παρέας του. Στο κάτω-κάτω, όσο μπορούσες να τον βοηθήσεις, όταν είχε ανάγκη, τον βοήθησες».

Ήταν τα λόγια παρηγοριάς της γυναίκας μου, για ένα νέο που με είχε συγκλονίσει.

«Αισθάνομαι τύψεις. Για αυτά, που έγραψα» της είπα. «Όχι ότι τον κακολόγησα» συνέχισα, «αλλά να, για τον χλευασμό εκείνης της γελοίας δεξίωσης στο μεγάλο Club των Βορείων Προαστίων, μετά τα βαφτίσια του παιδιού του, του Ιάσονα. Και ήμασταν και εμείς καλεσμένοι. Θυμάσαι;»

«Ναι, Θυμάμαι. Ήταν μια αξέχαστη βραδιά» μου απάντησε. «Και εσύ βρε αθεόφοβε, τι ήθελες να γράψεις, σε αυτόν τον Πιτσιρίκο, για την Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας; Ορίστε, τι κατάλαβες; Πέθανε ο άνθρωπος. Και θα το έχεις βάρος στη συνείδηση σου, έτσι που διακωμώδησες όλη την δεξίωση».

«Είσαι στα καλά σου;» της είπα νευριασμένος. «Εγώ τον πέθανα; Άλλοι είναι οι υπαίτιοι, γυναίκα. Ξύπνα! Τον φάγανε οι καιροί και οι ισχυροί του φίλοι».

«Μα, για ποιόν μιλάς επιτέλους;» θα αναρωτηθεί ο αδαής αναγνώστης, περιμένοντας να διαβάσει άλλη μια ελαφριά ιστορία με ρεμάλια και χαζογκόμενες.

Για ένα φίλο γράφω, παιδιά. Μα την φορά αυτή, η ιστορία έχει τέλος θλιβερό.

Ένας φίλος, λοιπόν, και πελάτης, ο πατέρας του Ιάσονα -τώρα ετοιμάζεται να πάει στο Γυμνάσιο το παιδί- πέθανε πριν λίγες μέρες ξαφνικά, ενώ καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού του.

Στην αγαπημένη του καρέκλα, αυτή που τον ανακούφιζε από τους πόνους της πλάτης. Μία δερμάτινη Le Corbusier.

Στη βεράντα του βρισκόταν, καπνίζοντας το υστερνό του πούρο και πίνοντας το αγαπημένο του cocktail. Ένα Campari soda.

Εκεί, στο υπαίθριο bamboo σαλόνι, δίπλα ακριβώς στην πισίνα μιας μονοκατοικίας στην Εκάλη, τον βρήκε η γυναίκα του, επιστρέφοντας από γνωστό Club της περιοχής. Ήταν νωρίς απόγευμα, μιας περασμένης Κυριακής.

Αν και με την σύζυγο του φίλου και πελάτη μου οι σχέσεις μου δεν ήταν οι καλύτερες, με τον πατέρα του Ιάσoνα, μας είχαν ενώσει τα πρώτα βήματα των διαδρομών μας.

Ίδιες οι γειτονιές που ξεκινήσαμε. Ίδια τα όνειρα και οι φιλοδοξίες μας.

Μα, στην πορεία, οι κοινωνικοί μας δρόμοι χώρισαν.

Γιατί, εκείνος προικισμένος με το χάρισμα της επικοινωνίας και της προσέγγισης ισχυρών οικονομικών παραγόντων, είχε καταφέρει μέχρι τα μέσα του 2000 να δημιουργήσει μια αξιοσέβαστη περιουσία.

Σε αντίθεση με εμένα, που, μια σειρά από επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, δεν είχαν την ανάλογη κατάληξη.