Καθώς μας χωρίζουν μόνο λίγες μέρες από την επίσημη συγκρότηση και παρουσίαση της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του ελληνικού δημόσιου χρέους, (η παρουσίαση της επιτροπής λογιστικού ελέγχου θα γίνει την προσεχή Τρίτη 17 Μαρτίου στη Βουλή), νομίζουμε ότι είναι χρήσιμο να προσφύγουμε στις υπηρεσίες του καθηγητή Ερίκ Τουσέν που μαζί με τον Νταμιεν Μιγιέ, υπογράφουν το παρακάτω σημαντικό κείμενο με τον εύγλωττο τίτλο «Ελλάδα: Το απόλυτο σύμβολο του παράνομου χρέους». Ένα κείμενο που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει εισαγωγικό σημείωμα στις εργασίες αυτής της επιτροπής λογιστικού ελέγχου, στην οποία θα μετέχει εξάλλου ο ίδιος ο Ερίκ Τουσέν... [Γιώργος Μητραλιάς]
Των Damien Millet και Eric Toussaint
Το ελληνικό δημόσιο χρέος ήρθε στην επικαιρότητα τη στιγμή που οι ιθύνοντες της χώρας αποδέχτηκαν τη θεραπεία λιτότητας που απαίτησαν το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, πράγμα που πυροδότησε σημαντικούς κοινωνικούς αγώνες καθ’ όλη τη διάρκεια του 2010. debρέους εκδηλώνεται μετά το 2007, όταν η οικονομική βοήθεια που δόθηκε στις τράπεζες από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεμάτων των Η.Π.Α., από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.) χρησιμοποιήθηκε μερικώς από τους τραπεζίτες για χρηματοδότηση προς την Ελλάδα και άλλες χώρες, όπως η Ισπανία ή η Πορτογαλία.
Όσο για το δημόσιο χρέος, η ανάπτυξή του ήταν παλαιότερη. Πέρα από το χρέος που κληρονομήθηκε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, η προσφυγή σε δανεισμό από τη δεκαετία του 1990 και μετά χρησίμευσε στην κάλυψη της τρύπας που είχε ανοίξει στα δημοσιονομικά με τη μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις και στα υψηλά εισοδήματα. Άλλωστε, εδώ και δεκαετίες, πολλαπλά δάνεια είχαν επιτρέψει την χρηματοδότηση αγοράς στρατιωτικού υλικού κυρίως από τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ. Δεν πρέπει ακόμα να ξεχνάμε την εξωπραγματική χρέωση του Δημοσίου για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Τα γρανάζια του δημόσιου χρέους λιπάνθηκαν και από τα λαδώματα των μεγάλων πολυεθνικών εταιριών, με στόχο την αποκόμιση συμβολαίων: η Siemens αποτελεί ένα εμβληματικό παράδειγμα.
Να λοιπόν γιατί η νομιμότητα και η νομιμοποίηση των χρεών πρέπει να τίθενται κάτω από αυστηρό έλεγχο, στα χνάρια της δουλειάς που έγινε από την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους του Ισημερινού κατά τα έτη 2007-2008. Όσα χρέη χαρακτηρίζονται από ανομίες, απέχθεια και παραβάσεις, θα πρέπει να ανακηρυχθούν άκυρα και η Ελλάδα να μπορεί να αρνηθεί την αποπληρωμή τους, απαιτώντας συνάμα την παραπομπή στη δικαιοσύνη εκείνων που τα σύναψαν.
Ενθαρρυντικά σημάδια προερχόμενα από την Ελλάδα καταδεικνύουν πως η αμφισβήτηση του χρέους έχει γίνει κεντρικό θέμα συζήτησης και πως η ανάγκη δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου εξελίσσεται με ένα τρόπο πολύ ενδιαφέροντα.
Στοιχεία που αποδεικνύουν τη Μη Νομιμότητα του Δημόσιου Χρέους
Κατ’ αρχήν υφίσταται το χρέος που δημιουργήθηκε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, και το οποίο τετραπλασιάστηκε ανάμεσα στα έτη 1967 και 1974. Προφανώς ανταποκρίνεται απόλυτα στον χαρακτηρισμό του απεχθούς χρέους(1). Ακολούθως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το σκάνδαλο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Σύμφωνα με τον Dave Zirin, όταν η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε με περηφάνια το 1997 στους Έλληνες πολίτες ότι η Ελλάδα θα είχε την τιμή να υποδεχθεί επτά χρόνια αργότερα τους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι Αρχές της Αθήνας και η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή προέβλεπαν μια δαπάνη 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μερικά χρόνια αργότερα, το κόστος είχε πολλαπλασιαστεί επί τέσσερα και ανερχόταν σε 5,3 δισεκατομμύρια δολάρια. Αμέσως μετά τους Αγώνες, το επίσημο κόστος είχε φθάσει στα 14,2 δισεκατομμύρια δολάρια.(2) Σήμερα, σύμφωνα με διάφορες πηγές, το πραγματικό κόστος θα πρέπει να ξεπέρασε τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια.
Διάφορα συμβόλαια που υπογράφτηκαν ανάμεσα στις ελληνικές αρχές και μεγάλες ξένες ιδιωτικές εταιρίες αποτελούν σκάνδαλο εδώ και κάμποσα χρόνια στην Ελλάδα. Αυτά τα συμβόλαια υπονόμευσαν την αύξηση του χρέους. Ας παραθέσουμε μερικά παραδείγματα τα οποία τροφοδότησαν το ελληνικό χρονικό:
– αρκετά συμβόλαια έγιναν με την γερμανική πολυεθνική Siemens, η οποία κατηγορείται- τόσο από τη γερμανική δικαιοσύνη όσο και από την ελληνική- πως έδινε προμήθειες και λάδωνε το πολιτικό, στρατιωτικό και διοικητικό προσωπικό της Ελλάδας, με ένα ποσό το οποίο πλησίαζε το ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Ο κύριος ιθύνων της εταιρίας Siemens-Hellas,(3) ο οποίος ομολόγησε πως είχε «χρηματοδοτήσει» τα δυο μεγάλα ελληνικά κόμματα, το έσκασε το 2010 στην Γερμανία και η γερμανική δικαιοσύνη απέρριψε την αίτηση έκδοσής του που εξέδωσε η Ελλάδα.
Αυτά τα σκάνδαλα συμπεριλαμβάνουν την πώληση, από τη Siemens και τους διεθνείς συνεταίρους της, του αντιπυραυλικού συστήματος Patriot (1999, 10 εκατομμύρια ευρώ για λάδωμα), της ψηφιοποίησης των τηλεφωνικών κέντρων του ΟΤΕ (λαδώματα 100 εκατομμυρίων ευρώ), του συστήματος ασφαλείας «C41»,το οποίο αγοράστηκε με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και ποτέ δεν τέθηκε σε λειτουργία, την πώληση υλικού στους ελληνικούς σιδηρόδρομους (ΟΣΕ), του συστήματος τηλεπικοινωνιών Ερμής στον Ελληνικό Στρατό, πανάκριβων εξοπλισμών στα ελληνικά νοσοκομεία.
