Τούς ξέρω χρόνια, τους παρακολουθῶ, τούς μελετῶ σάν νά ‘τανε πειραματόζωα. Στίς κοινωνικές τους σχέσεις, τις οἰκογενειακές ἀλλά καί τίς ἐπαγγελματικές, συμπεριφέρονται με μιάν εὐθύτητα καί μια ψυχική εὐγένεια πού μαρτυροῦν κοιτάσματα χρυσοῦ στό προγονικό τους ὑπέδαφος.
Ἡ κρίση τους εἶναι καθαρό μαχαίρι. Κόβει τά πράγματα σέ καλά καί κακά, μαῦρα καί ἄσπρα, ὅπως μᾶς τά ‘μαθε ἡ μάνα μας. Ἔτσι ὅμως κι ἐμπλακούν στα συνθήματα πού τους προσφέρουν μέ τόν δικό τους, δόλιο τρόπο οἰ πολιτικές παρατάξεις, ἡ καθαροσύνη αὐτή χάνεται. Καί τά μέν καί τά δε, εἶναι ὅλα καλά ἐάν βρίσκονται ἀπό τό μέρος μας, καί ὅλα κακά ἐάν βρίσκονται από τό ἄλλο. Δέν ὑπάρχει τρόπος νά χωριστοῦν αλλιῶς. Οὔτε κανείς βιοχημικος ἢ ὀφθαλμολόγος θά μποροῦσε νά μᾶς ἐξηγήσει πῶς γίνεται τόσο ἑτερόκλητα πράγματα ν’ ἀποκτοῦν ἔξαφνα τό ἴδιο χρῶμα καί νά θολώνουν τό ἴδιο μυαλό. Καί τό ὡραῖο εἶναι ὅτι σέ τελικήν ἀνάλυση, τή νύφη τήν πληρώνεις ἐσύ, πού βρίσκεσαι ἀπ’ τούς ἀπέξω.
Δέν τολμᾶς νά τραβήξεις μιάν ἀπό τίς ἀξίες πού πιστεύεις ὅτι ικανοποιοῦν τήν ἐθνική σου φιλαυτία, καί βλέπεις νά βγαίνουν μαζί της ἔνα σωρό ἄνθρωποι τῶν χρηματιστηρίων, πού ἀνεβοκατεβαίνουν στήν κόλαση ὅπως στό σπίτι τους. Δέν κοτᾶς ν’ ἀγγίξεις μιάν ἀπό τίς ἀξίες πού ἱκανοποιούν τά αἰσθήματά σου γιά κοινωνική δικαιοσύνη, καί βρίσκεσαι νά «κάνεις πορεία» μ’ ἔναν συρφετό ἀνθρώπων πού δέν ἔχουν δική τους σκέψη ἀλλά τήν περιμένουν ἀπό τόν καθοδηγητή τους.
Ἔτσι ὅμως ἡ ψυχή μας ὑποχρεώνεται νά κυλήσει πάνω σέ δύο γραμμές που ἀδυνατοῦμε να παραλληλίσουμε. Ὁ ἐκτροχιασμός εἶναι ἀναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι ἐγώ πού ὀνειρευόμουν νά παραλληλιστοῦν ἄλλου εἴδους γραμμές, κι ἀπέβλεπα στίς συντεταγμένες τοῦ γυμνοῦ σώματος καί τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀλκῆς καί τῆς ἱερότητας, τοῦ παρθενικοῦ καί τοῦ ἡδυπαθοῦς! Πού ζητοῦσα νά καθαγιασθοῦν πρῶτα μέσα στό ἄδυτον τοῦ κάθε ἰδιώτη τά «κοινά», καί ἔτσι μόνον νά γίνουν κανόνες ζωῆς για ὅλους, μέ τό ἴδιο ἦθος καί τήν ἴδια δύναμη.