Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

H Αλγεβρα της ανάγκης

Του Θεόδωρου Μαριόλη*

1. Η Κατάσταση
Έπειτα από τέσσερα χρόνια εφαρμογής ενός μείγματος οικονομικής πολιτικής, το οποίο συνίσταται σε δημοσιονομική συστολή, εσωτερική υποτίμηση και απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, η «επίσημη» ανεργία στην Ελλάδα έχει υπερβεί το 27% και η αθροιστική μείωση του ΑΕΠ το 20%, ενώ εκτιμάται ότι η ύφεση θα είναι πάνω από 5% κατά το 2013.
Πρόκειται για τη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ και των μισθών, σε ποσοστά διπλάσια από αυτήν που την ακολουθεί, δηλαδή την Πορτογαλία, η οποία επίσης ανήκει, γεγονός καθόλου συμπτωματικό, στην «περιφέρεια» της Ζώνης του Ευρώ (ΖΕ). Τέλος, όσον αφορά στον πίνακα των ρυθμών μεταβολής του ΑΕΠ σε παγκόσμια κλίμακα, για το έτος 2011, η χώρα μας βρισκόταν στη θέση 214 (με μείωση του ΑΕΠ κατά 6.9%), δηλαδή μπροστά μόνον από την Ανγκουίλα (μείωση κατά 8.5%) και την Υεμένη (μείωση κατά 10.5%).

Η ανάλυση των δεδομένων της ελληνικής οικονομίας δείχνει ότι ακόμα και εάν αυξάνεται, εφεξής, το ΑΕΠ με μέσο ετήσιο ρυθμό 1%, τότε μετά από μία δεκαετία η ανεργία θα είναι στο 30%. Δείχνει, επίσης, ότι για να αρχίζει να μειώνεται η ανεργία πρέπει, από αύριο κιόλας, το ΑΕΠ να αρχίζει να αυξάνεται με ρυθμό πάνω από 2%. Έτσι, για να σημειωθεί μία συμπίεση της ανεργίας στο π.χ. 10% μέσα σε 5 έτη, απαιτείται αύξηση του ΑΕΠ με μέσο ετήσιο ρυθμό 5.4%, ο οποίος ενέχει αύξηση της απασχόλησης με μέσο ετήσιο ρυθμό 4.4%, δηλαδή τη δημιουργία 181 χιλιάδων θέσεων εργασίας ανά έτος.

Υπάρχει κανείς που ισχυρίζεται, βάσει στοιχείων, ότι θα μειωθεί η ανεργία; Όχι, δεν υπάρχει κανείς. Καταρχάς, τόσο η Τρόικα εξωτερικού όσο και η Τρόικα εσωτερικού δεν έχουν καταθέσει κανένα πρόγραμμα ή μελέτη, τόσο για το ζήτημα της ανεργίας όσο και γενικά για αυτό της ανάκαμψης. Αντιθέτως, μάλιστα, εκτιμούν (με τρόπο-μέθοδο που δεν γνωρίζω να έχει δημοσιοποιηθεί) ότι ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του ελληνικού ΑΕΠ θα είναι της τάξης του 2%, κατά την περίοδο 2015-2020, και της τάξης του 1.7%, για μετά το 2020. Άρα, ομολογούν, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ούτε στοχεύουν στην ούτε αναμένουν την συμπίεση της ανεργίας. Περαιτέρω, ούτε η Αριστερά των δηλώσεων περί ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης ούτε η Αριστερά των δηλώσεων περί επανάστασης επιχειρούν να λύσουν το ζήτημα, αλλά μόνον το μεταθέτουν: Η μεν πρώτη στην ως δια μαγείας σύσταση μίας άλλης Ευρώπης, η οποία βρίσκεται κάπου μεταξύ της «Ευρώπης των Εργαζομένων (ή Λαών)» και των «Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης», η δε δεύτερη στην επόμενη μέρα της επανάστασης, η οποία και αυτή θα ξεσπάσει ως δια μαγείας ή άπαξ και γίνει πόλεμος.

2. «Πίσω» από τα Φαινόμενα
Σύμφωνα με την οικονομική επιστήμη, κάθε εθνική οικονομία δύναται να παράγει (ή να μην παράγει) ένα εμπόρευμα για τη διεθνή αγορά στη βάση τεσσάρων παραγόντων: (α) του μισθού, (β) της παραγωγικότητας της εργασίας και του κεφαλαίου, (γ) του ποσοστού κέρδους, (δ) της συναλλαγματικής ισοτιμίας, και (ε) των δασμών (ή άλλων, ισοδυνάμων μέσων εμπορικής πολιτικής). Εκείνες, όμως, οι οικονομίες που συμμετέχουν σε νομισματικές ζώνες δεν μπορούν να επηρεάσουν όχι μόνον τους παράγοντες (δ) και (ε), πράγμα προφανέστατο, αλλά και τον παράγοντα (γ), πράγμα λιγότερο προφανές: Διότι το ποσοστό κέρδους σχετίζεται με το επιτόκιο (και σε κατάσταση ισορροπίας ισούται με αυτό), ενώ το επιτόκιο ρυθμίζεται από την υπερεθνική Κεντρική Τράπεζα. Απομένουν, επομένως, ο μισθός και η παραγωγικότητα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο η ελληνική οικονομία, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκριτικά χαμηλή παραγωγικότητα, επιχειρεί να σταθεροποιεί τη θέση της μέσω χαμηλών μισθών. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, επίσης, όταν εξετάζουμε τη δομή παραγωγής της ελληνικής οικονομίας, διαπιστώνουμε μία σημαντικότατη μεταβολή, από τη στιγμή που η χώρα εντάχθηκε στη ΖΕ: Συρρικνώθηκε, από τη μία πλευρά, ο τομέας παραγωγής εμπορευμάτων για τη διεθνή αγορά, ο οποίος δεν μπόρεσε να επιβιώσει ως είχε, και αναπτύχθηκε, από την άλλη πλευρά, ο τομέας παραγωγής εμπορευμάτων για την εγχώρια αγορά, ο οποίος δεν αντιμετωπίζει την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, τέλος, οι διακηρύξεις περί «Ευρώπης των Εργαζομένων» συνιστούν φληναφήματα: Εάν υποθέσουμε ότι τα ευρωπαϊκά συνδικάτα συντονίζονται και επιβάλλουν ενιαία μισθολογική πολιτική, τότε το μόνο αποτέλεσμα θα είναι ότι οι υστερούσες σε παραγωγικότητα χώρες θα δουν κλάδους παραγωγής τους να κλείνουν ο ένας μετά τον άλλον.

Άρα, εν αντιθέσει με ό,τι ισχυρίζονται διάφοροι αριστερο-κεντρώοι, η Ζώνη του Ευρώ κάθε άλλο παρά βασίζεται σε παραλογισμούς. Έχει τη δική της συνεκτική «Άλγεβρα», η οποία συνεπάγεται δεινά για τη χώρα μας (και, γενικά, για τον «Ευρωπαϊκό Νότο»): Χαμηλούς μισθούς, επικέντρωση της παραγωγής σε ορισμένους μόνον κλάδους, μείωση του ΑΕΠ, διόγκωση του εξωτερικού και του δημοσίου χρέους, και, τελικά, ανεργία.