Tου Σπύρου Λέκκα
Πριν από λίγες μέρες πήρε το αυτί μου τον Πάνο Καμμένο να αποκαλεί την κυβέρνηση Σαμαρά ως «κατοχική» κυβέρνηση. Γκουγκλάρω κι εγώ και διαβάζω στη Wikipedia στο λήμμα «Κατοχική Κυβέρνηση»:
«Γενικά με τον όρο κατοχική κυβέρνηση ή κυβέρνηση υπό κατοχή, ή κατά διεθνή όρο κυβέρνηση μαριονέτα, χαρακτηρίζεται η κυβέρνηση που συγκροτείται και διορίζεται σε μία πρώην κυρίαρχη και ανεξάρτητη χώρα που έχει ηττηθεί από τον κατακτητή της. Ο διορισμός της γίνεται συνηθέστερα αμέσως μετά την παράδοση της υπόψη χώρας άνευ όρων, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ακολουθήσει, ή όχι, προσάρτηση του εδάφους της, ή καταστεί «κράτος δορυφόρος». Την ίδια επίσης ονομασία φέρουν και οι κυβερνήσεις που διαδέχονται η μία την άλλη υπό το αυτό καθεστώς.»
Και παρακάτω:
«Οι κατοχικές κυβερνήσεις λειτουργούν μόνο για εσωτερικές υποθέσεις, νομοθετώντας και ασκώντας εξουσία υπό την επίβλεψη στρατιωτικής διοίκησης του κατακτητή. Σημειώνεται ότι οι κυβερνήσεις αυτές στερούνται του δικαιώματος της διεθνούς εκπροσώπησης, σύναψης συμμαχιών καθώς επίσης και ανάπτυξης ελεύθερου εμπορίου, ενώ και οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι τίθενται υπό τον έλεγχο του κατακτητή. Οι διορισμοί κατοχικών κυβερνήσεων, προβλέπονται από το δίκαιο του πολέμου προσδίδοντας σ΄ αυτές την έννοια της εσωτερικής αυτοδιοίκησης, για την διατήρηση της αναγκαίας δημόσιας τάξης και ασφάλειας.» (…) «Από τον Α’ Π.Π, αλλά και κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π. σε πολλές χώρες διορίστηκαν κατοχικές κυβερνήσεις που συγκροτούνταν συνηθέστερα από πρόσωπα ευρύτερης λαϊκής αποδοχής και λιγότερο εμφανώς φιλικά προσκείμενα προς τον κατακτητή. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις και παρά τον νομιμοφανή χαρακτήρα αυτών των κυβερνήσεων οι υπό την κατοχή λαοί δεν έπαψαν να τις θεωρούν αυτές και τα πρόσωπα που τις απαρτίζουν «συνεργάτες» των κατακτητών.»
Οι παραλληλισμοί με την Ελληνική καθημερινότητα του 2013, πλέον, γίνονται αυθόρμητα.
Δεν θέλω όμως, να αφήσω το συναίσθημα να με καθοδηγήσει όταν αναλογίζομαι τέτοιου είδους και ειδικού βάρους θέματα. Θέλω να προσπαθήσω με τη σκέψη, την κοινή λογική που πιστεύω πως διαθέτω, την πληθώρα πληροφοριών που μπορώ να αντλήσω από το διαδίκτυο και τις –περιορισμένες ομολογουμένως- γνώσεις μου, να φτάσω (αν μπορέσω) σε κάποια συμπεράσματα.
Πριν από λίγες μέρες πήρε το αυτί μου τον Πάνο Καμμένο να αποκαλεί την κυβέρνηση Σαμαρά ως «κατοχική» κυβέρνηση. Γκουγκλάρω κι εγώ και διαβάζω στη Wikipedia στο λήμμα «Κατοχική Κυβέρνηση»:
«Γενικά με τον όρο κατοχική κυβέρνηση ή κυβέρνηση υπό κατοχή, ή κατά διεθνή όρο κυβέρνηση μαριονέτα, χαρακτηρίζεται η κυβέρνηση που συγκροτείται και διορίζεται σε μία πρώην κυρίαρχη και ανεξάρτητη χώρα που έχει ηττηθεί από τον κατακτητή της. Ο διορισμός της γίνεται συνηθέστερα αμέσως μετά την παράδοση της υπόψη χώρας άνευ όρων, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ακολουθήσει, ή όχι, προσάρτηση του εδάφους της, ή καταστεί «κράτος δορυφόρος». Την ίδια επίσης ονομασία φέρουν και οι κυβερνήσεις που διαδέχονται η μία την άλλη υπό το αυτό καθεστώς.»
Και παρακάτω:
«Οι κατοχικές κυβερνήσεις λειτουργούν μόνο για εσωτερικές υποθέσεις, νομοθετώντας και ασκώντας εξουσία υπό την επίβλεψη στρατιωτικής διοίκησης του κατακτητή. Σημειώνεται ότι οι κυβερνήσεις αυτές στερούνται του δικαιώματος της διεθνούς εκπροσώπησης, σύναψης συμμαχιών καθώς επίσης και ανάπτυξης ελεύθερου εμπορίου, ενώ και οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι τίθενται υπό τον έλεγχο του κατακτητή. Οι διορισμοί κατοχικών κυβερνήσεων, προβλέπονται από το δίκαιο του πολέμου προσδίδοντας σ΄ αυτές την έννοια της εσωτερικής αυτοδιοίκησης, για την διατήρηση της αναγκαίας δημόσιας τάξης και ασφάλειας.» (…) «Από τον Α’ Π.Π, αλλά και κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π. σε πολλές χώρες διορίστηκαν κατοχικές κυβερνήσεις που συγκροτούνταν συνηθέστερα από πρόσωπα ευρύτερης λαϊκής αποδοχής και λιγότερο εμφανώς φιλικά προσκείμενα προς τον κατακτητή. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις και παρά τον νομιμοφανή χαρακτήρα αυτών των κυβερνήσεων οι υπό την κατοχή λαοί δεν έπαψαν να τις θεωρούν αυτές και τα πρόσωπα που τις απαρτίζουν «συνεργάτες» των κατακτητών.»
Οι παραλληλισμοί με την Ελληνική καθημερινότητα του 2013, πλέον, γίνονται αυθόρμητα.
Δεν θέλω όμως, να αφήσω το συναίσθημα να με καθοδηγήσει όταν αναλογίζομαι τέτοιου είδους και ειδικού βάρους θέματα. Θέλω να προσπαθήσω με τη σκέψη, την κοινή λογική που πιστεύω πως διαθέτω, την πληθώρα πληροφοριών που μπορώ να αντλήσω από το διαδίκτυο και τις –περιορισμένες ομολογουμένως- γνώσεις μου, να φτάσω (αν μπορέσω) σε κάποια συμπεράσματα.
