«Α, να χαθείς παλιοκόρακα. Δευτέρα πρωί, βρήκες να έρθεις; Φύγε από εδώ, ρε @ρχίδι, μη σε πλακώσω στις μπουνιές»
Ήταν οι φωνές του Σταύρου, του γείτονα μου με το μαγαζί, κάπου τριάντα τετραγωνικά, που πουλάει υδραυλικά και ηλεκτρολογικά είδη για οικοδομές. Ακούγονταν μέχρι πάνω, στο γραφείο μου.
Βγήκα στο μπαλκόνι, να δω τι γίνεται.
Οι καταστηματάρχες, από τα διπλανά και τα απέναντι μαγαζιά, βγήκαν και αυτοί από τα δικά τους.
Ήρθαν στην εξώπορτα του Σταύρου. Άλλοι γείτονες, τράβηξαν τις κουρτίνες και άνοιξαν τα παράθυρα τους. Να ακούν καλύτερα.
Και όλος αυτός ο σαματάς, γιατί; Επειδή ένας δικαστικός κλητήρας προσπαθούσε να επιδώσει ένα εξώδικο τραπέζης.
Δεν υπέγραφε με τίποτα ο Σταύρος.
Άνοιξε συζήτηση με τον επιμελητή.
Αγνοώντας, ότι οι διακομιστές των δικαστικών εγγράφων δεν παίζουν κανένα ρόλο στην εξέλιξη η την τροπή μιας υποθέσεως, πάλευε να του εξηγήσει, ότι, κοντά στα εξήντα του, δεν έγινε ξαφνικά μπαταξής. Ήταν ένας ασυνεπής δανειολήπτης, γιατί μειώθηκε ο τζίρος του.
Αρνιότανε να υπογράψει. Και κάθε τόσο, που ο επιμελητής, τον πίεζε- τον απείλησε σε κάποια στιγμή, ότι θα έρθει με αστυνόμο- οι φωνές δυνάμωναν.
