Δυστυχώς, η δυστυχία του να είσαι Έλληνας Πομάκος πρέπει να ομολογήσουμε ότι βαρύνει εξ ολοκλήρου όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, τις κατά τόπους στη Θράκη ελληνικές αρχές που υπάγονται ή όχι σε αυτές τις κυβερνήσεις (αλήθεια, υπάρχουν ελληνικές αρχές στη Θράκη που υπερασπίζονται και προωθούν τα ελληνικά συμφέροντα ενάντια στις τούρκικες προκλήσεις;) και όλα τα ελληνικά κοινοβούλια σε όλες τις κομματικές τους συνθέσεις.
Είναι μια διαπίστωση αντικειμενικά αδιαμφισβήτητη, όποιος και να την διατυπώσει.
Δεν είναι άμοιρος ευθυνών επίσης και ο καθαρά ελληνικός πληθυσμός της Θράκης, ο οποίος δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται αν οι «άλλοι» Έλληνες, οι Πομάκοι, που θέλουν κι αυτοί να είναι Έλληνες, απειλούνται να χαθούν μέσα στα δίκτυα των Τούρκων επειδή η ελληνική «μητέρα πατρίδα» δεν τους υπολογίζει και δεν κάνει τίποτα για να τους προστατέψει.
Και αυτά τα δίκτυα των Τούρκων ενάντια των Πομάκων μήπως υπάρχουν και Έλληνες Δήμαρχοι που δέχονται να τα υπηρετήσουν;
Δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε πως ανέκαθεν η επίσημη συμπεριφορά των ελληνικών κυβερνήσεων αναφορικά με τους Πομάκους υπήρξε άκρως αρνητική και με πολλές, οδυνηρές διακρίσεις εις βάρος τους, χωρίς ποτέ να έχουν εκφραστεί ανοιχτά οι (προσχηματικές) αιτίες που να δικαιολογούν αυτή τη συμπεριφορά όχι μόνο στις σχέσεις με τους ίδιους τους Πομάκους, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ Πομάκων και τουρκόφωνων Ελλήνων.
Έτσι τα πάντα δείχνουν πως η πλάστιγγα της εύνοιας των ελληνικών κυβερνήσεων γέρνει, κιόλας από το 1950, και θα λέγαμε και «παρά φύση» και κόντρα σε κάθε λογική, προς την τουρκική πλευρά, αφήνοντας την πομάκικη (και όμως μη ξεχνάμε, πάντα ελληνική) μονίμως πολιτικά, πολιτισμικά, κοινωνικά έκθετη και σχεδόν σε κατάσταση ανυπαρξίας! Πάντως σίγουρα σε κατάσταση ανυπόφορης ανυποληψίας.
Είναι εμφανής η (αδήλωτη) βούληση όχι μόνο εγκατάλειψης του πομάκικου λαού, αλλά και όλο και μεγαλύτερης «διευκόλυνσης» της πτώσης του στην πνιγερή, αφομοιωτική αγκαλιά της Τουρκίας – και όλα αυτά εντός της ίδιας της εθνικής ελληνικής επικράτειας, όσο απίστευτο και παράφρον θα μπορούσε αυτό να φανεί – η οποία έτσι εμφανίζεται, τελείως συμφεροντολογικά, να είναι ο «φυσικός προστάτης» των μουσουλμάνων οπουδήποτε κι αν βρίσκονται και κατά μείζονα λόγο στην Ελλάδα, έστω και εάν αυτοί δεν είναι καθόλου τουρκόφωνοι, αλλά καθαρά διαφορετικά εθνικά και γλωσσικά συγκροτήματα.
Εντός αυτής της προοπτικής, ιδιαίτερα σημαντική για τις συνέπειές της υπήρξε η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης κιόλας το 1954 να αλλάξει την ονομασία των σχολείων από
μουσουλμανικά σε
τούρκικά(!), με την δικαιολογία, προδήλως παραλογιστική, πως με αυτόν τον τρόπο γίνεται ρητός διαχωρισμός με τα μουσουλμανικά σχολεία στη Βουλγαρία!
Και ένα χρόνο αργότερα, το 1955, αποπερατώνοντας την ελληνική πρόθεση τυποποίησης μια «συνάφειας» (άσχετο κι αν πλασματικής και παραποιημένης) μεταξύ του πομάκικου και του τούρκικου αλφαβήτου, δυο γλωσσικές οντότητες διαφορετικές όπως η μέρα με τη νύχτα, οργανώθηκε από ελληνικής πλευράς ούτε λίγο ούτε πολύ ένα πρόγραμμα διαλέξεων για Πομάκους δάσκαλους δημοτικού σχολείου με τον σκοπό να υιοθετήσουν, στον πομάκικο αλφάβητο, τους λατινικούς γραφικούς χαρακτήρες που χρησιμοποιούνται σήμερα στον τούρκικο αλφάβητο.
Η εκ μέρους του ελληνικού κράτους απόλυτη απαξίωση των Πομάκων και συνάμα η απόλυτη (με ποια δικαιολογία, παρακαλώ;) ιδανίκευση της Τουρκίας ως παράδειγμα προς αποδοχή.
Και επειδή τότε (αλλά και
τώρα!) οι Πομάκοι ήταν συνώνυμο των Βουλγάρων και οι Βούλγαροι ήταν κομμουνιστές, άσπονδοι ιδεολογικοί αντίπαλοι, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά, έχοντας υπόψη ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το τέλος του εμφυλίου πολέμου (1949) και μετά και έως το 1982, υπήρξαν άκρως πιστές οπαδοί της πλέον αυστηρής συντηρητικής ιδεολογίας της Δεξιάς, ως και δικτατορικής, αγγλοαμερικανικής βεβαίως έμπνευσης και ώθησης, δογματικά αντίθετες στο σοβιετικό μπλοκ στο οποίο άκριτα τοποθετούσαν και την εθνότητα των Πομάκων απλώς γιατί η γλώσσα τους είναι βουλγάρικης καταγωγής!
Αντιθέτως η Τουρκία, σύμμαχος στον νατοϊκό συνασπισμό, παρουσίαζε τα περισσότερα «ατού» ώστε να αναλάβει την «διαχείριση» ιδίως των Πομάκων μουσουλμάνων, βαρίδιο για την Ελλάδα
μέσα στην Ελλάδα.
Το 1995, πάλι βάση μια άλλης ελληνοτουρκικής συμφωνίας και επειδή, παρ’ όλες τις ελληνικές πιέσεις, η πομάκικη γλώσσα δεν είχε εκλατινιστεί στον επιθυμητό βαθμό, το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας διέταξε να οργανωθούν πάλι κατάλληλες διαλέξεις στην Δυτική Θράκη με την
εντολή, αυτή τη φορά, οι Πομάκοι δάσκαλοι να χρησιμοποιήσουν την ίδια λατινική γραφή που ακολουθεί η τούρκικη γλώσσα!
Η επίσημη αναβάθμιση της τουρκικής γλώσσας μέσα στην ίδια την Ελλάδα.
Και ένας άλλος έκδηλος δείκτης της εύνοιας που οι ανώτατες (αλλά γενικά όλες!) οι παιδαγωγικές, και όχι μόνο, ελληνικές αρχές συνεχίζουν να επιδεικνύουν προς την τούρκικη γλώσσα στη λατινική μορφή της όπως είχε θεσπίσει ο Μουσταφά Κεμάλ καταφανώς ζημιώνοντας την αυτόχθων γλώσσα των Πομάκων, και όχι μόνο.