Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άστεγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άστεγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Σε είδα: να γράφεις παπαριές!

Γράφει σήμερα (20/4/15) η Λένα Διβάνη από το στασίδι της στο Protagon, στη σειρά των σχολίων της υπό το γενικό τίτλο «Σε είδα:», όπου, με αφορμή διάφορα στιγμιότυπα και περιστατικά των οποίων υπήρξε, αληθινά ή λογοτεχνική αδεία, μάρτυρας, μας εκμυστηρεύεται τις σκέψεις της:

Σε είδα: να παίζεις το πατριωτικό χαρτί
«Σε είδα να παίζεις το πατριωτικό χαρτί για να κερδίσεις το μισό ευρώ του ευαίσθητου διαβάτη. «Είμαι Έλληνας», μου είπες δείχνοντας την πινακίδα σου σα να ’ταν πιστοποιητικό που θα σου εξασφάλιζε έξτρα συμπόνια. Μόνο που ο άστεγος δεν έχει ιθαγένεια, φίλε μου, δεν έχει χρώμα, δεν έχει φυλή. Είναι άστεγος παντού. Και όλα τα παιδιά του Θεού που δεν έχουν φτερά χρειάζονται τουλάχιστον τη στέγη της συμπόνιας μας«.
Εγκαλεί η καλή κυρία, εμμέσως πλην σαφώς, έναν άνθρωπο που κοιμάται στο πεζοδρόμιο για εκμετάλλευση και καπηλεία τού πατριωτισμού, επειδή δηλώνει Έλληνας και σημαιοστολίζει με την ελληνική σημαία το ‘‘σπίτι’’ του, με σκοπό να μαζέψει μερικές δεκάρες παραπάνω και να μείνει ζωντανός, έστω και ζώντας μια σκυλίσια ζωή. Και το κάνει αυτό από την ασφάλεια της ευμάρειας, του κύρους και, βέβαια, του ύψους τής πανεπιστημιακής της έδρας! Δίχως να ντρέπεται, δίχως να κοκκινίζει! Ίσα-ίσα! Το κόβω ότι θα είναι πολύ υπερήφανη για τα παχιά της λόγια, τα γεμάτα από τις θλιβερές κοινοτοπίες τού χορτάτου —που, επιπλέον, είναι και «κάποιος»!

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Η φωνή του πάρα τη θέληση του άστεγου

8ρ1

Το κείμενο είναι του Βαγγέλη

ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΕΝΤΥΠΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΤΙΜΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ


Διεύθυνση: ΦΙΛΩ 1. Τιμή: Δωρεάν

Τρία χρόνια αποκομμένος, πεινασμένος, ξεχασμένος,
έχω πλάϊ το παιδί μου, στην υπαίθρια εκδοχή μου.

Άστεγος κι εγώ πολίτης, όχι όμως λωποδύτης, κουβαλώ τα βάσανα μου,
τα χαμένα όνειρα μου.

Κλέψανε τη λευτεριά μου, την πατρίδα, τη χαρά μου,
δεν λύγισαν τα φτερά μου.

imgc4_32

Με φωνάξανε αλήτη, και κοπρίτη, και λεχρίτη,
όμως μέσα μου ακόμα καταπίνω κάθε λύπη.

Νοσταλγώ τα βήματα μου,
δεν κουρεύω τα μαλλιά μου,
μόνος μες τη μοναξιά μου,
έγινα κι εγώ σπουργίτι,
ξέχασα τι είναι σπίτι.

Δίπλα μου με προσπερνάνε,
με κοιτάνε, άλλοι γελάνε,
αυτοκίνητα περνάνε, πιτσιλάνε και πατάνε.

Η ζωή στο δρόμο ένα,
έντονο και μόνο βλέμμα,
δίχως οίκτο και ελπίδα,
κάθε βράδυ ίδια ψύχρα.
Ο Θεός μ’ έχει ξεχάσει,
δεν υπάρχω, δεν πειράζει,
κάποτε έμοιαζα με σένα,
ίσως να’ χα ίδιο βλέμμα,

νόμιζα πως ήμουν κάτι,
ήταν όλα μια αυταπάτη.
Τώρα είμαι ένα ξένο,άσχημο ξεπερασμένο,
κάτι αποφασισμένο,χαλασμένο, πεταμένο.

Και ο δρόμος έχει κλίση,
δεν υπάρχει άλλη-λύση,
ήρθε η ώρα να μιλήσει,
η ψυχή πριν να μ’ αφήσει.

Να μιλήσει και για κείνους,
που πασχίζουνε για μένα,
και τα τρώνε ολοένα.