Δευτέρα

ΜΑΝΤΗΣ ΚΑΚΩΝ: Μια ψυχοκοινωνική ανάλυση της νεοελληνικής κρίσης

Να δηλώσω εξ’ αρχής ότι οι θέσεις που ακολουθούν δεν είναι οριστικές. Τις καταθέτω, μάλλον, ως προσωρινές ψηλαφίσεις των κατευθύνσεων που είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσει η ελληνική κοινωνία από δω και πέρα.


του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Παρ’ όλα αυτά, ίσως να μπορούν να αποτελέσουν μια βάση για αποτελεσματικότερες προσεγγίσεις στο μέλλον, παρ’ εκτός και αν στο αναμεταξύ επαληθευθούν, με σφοδρότητα, οπότε θα πρέπει μάλλον να μιλάμε για άλλα πράγματα, παρά, και πάλι, για το «πως φτάσαμε ως εδώ».

Κάθε μορφή συλλογικότητας, από την πιο μικρή παρέα ως τα μεγάλη έθνη, διακρίνεται από κρίσιμους παράγοντες που ευνοούν ή υποθηκεύουν την εν γένει συνεκτικότητα, αλλά και την ίδια την ύπαρξη της. Κάποιους από τους παράγοντες αυτούς, τους πιο καίριους, και τον τρόπο με τον οποίο επιδρούν στην νεοελληνική κοινωνία, επιχειρούμε να αναλύσουμε παρακάτω.

α. Η ΕΞΑΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Ίσως το ερώτημα του «πως φτάσαμε ως εδώ», να είναι μια πρώτη αφετηρία σκέψεων, καθώς εμφανώς υποκρύπτει, όχι τόσο ένα ερωτηματικό «γιατί», όσο ένα διαπιστωτικό «γαμώτο».  Ένα απελπισμένο «γαμώτο»! Πρόκειται για την Αφαίμαξη της Ελπίδας. Και η ελπίδα δεν είναι μόνο απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική συγκρότηση. Συχνά, είναι αρκετή και αποτελεσματική και από μόνη της. Αρκεί πολλές φορές η Ελπίδα, η Προσδοκία, σε μια οποιασδήποτε μορφής συλλογικότητα, και για να συγκροτηθεί, αλλά και για να ζωντανέψει. Και εδώ αυτό το οποίο έχει συμβεί, είναι ότι μετά την αποικιοκρατική υποστροφή του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το μεγάλο πισωγύρισμα, η Ελπίδα που και ο ίδιος είχε ενσταλάξει σε πλατιά λαϊκά στρώματα, εξαερώθηκε. Όταν ελπίζουμε, λένε οι έρευνες, ακόμη και η φυσιολογία του εγκεφάλου μας μπορεί να αλλάξει. Και άλλο τόσο βέβαια, δυστυχώς, όταν απελπιζόμαστε.

Σε κάθε ομάδα, σε κάθε συλλογικότητα, είναι ζωτικής σημασίας να πιστεύουν, τόσο στον εαυτό τους, όσο και στη δύναμη της συλλογικότητας, οι όποιοι φορείς ασκούν κάποια μορφή εξουσίας της. Και στο ζήτημα αυτό, πέρα από τον ψυχοπαθολογικό ναρκισσισμό και μερικές χρυσαυγίτικες ή άλλες εθνοστρακαστρούκες, η βαθιά μηδενιστική μειονεξία της ψωροκώσταινας είναι εγκατεστημένη, προ πολλού, στον ψυχισμό των πολιτικών, οικονομικών και άλλων ελίτ, σχεδόν, κάθε κομματικής απόχρωσης.

Σαν συνέπεια, μάλλον, είναι πλέον αδύνατη η αλληλοεμφύσηση των θετικών προσδοκιών που είναι ζωτικές για μια κοινωνική δομή. Και προφανώς, δεν θεωρώ ότι ενστάλλαξη ελπίδας αποτελούν οι ακατάσχετες αρλουμπολογίες των πάσης φύσεως και θέσεως προπαγανδιστών του τύπου «Η ελπίδα έρχεται...το τζόνυ φεύγει». Συγγνώμη, μάλιστα γι’ αυτό, αλλά το πιο πιθανό είναι ότι οι περισσότεροι απὀ δαύτους αναρωτιούνται κάθε πρωί στον καθρέφτη τους ως πότε άραγε θα περνούν τη ζωή τους μπλοφάροντας, ενώ κυριαρχούνται από μια βαθιά πεποίθηση θεμελιώδους ανεπάρκειας και ανικανότητας.

Από την άλλη, τα αρχαιότερα μέλη της κοινωνίας μας, πάγια προσανατολισμένα σε συντηρητική κατεύθυνση, αν και με σημαντικές βιωματικές εμπειρίες, μοιάζει επίσης αδύνατο να ενθαρρύνουν τις νεώτερες κοινωνικές δυνάμεις να αντιμετωπίσουν ενεργητικά την κατάσταση τους. Αντίθετα, μάλιστα, λειτουργούν, συχνά ανεπίγνωστα, κατευναστικά, ξοδεύοντας τα πενιχρά εισοδήματα τους για την ενίσχυση των γόνων της –κατά βάσιν- μητριαρχικής οικογένειας τους.

Θα λέγαμε λοιπόν, συμπερασματικά, ότι αδυνατούμε να κινητοποιηθούμε όταν γύρω μας τίποτα και κανείς δεν φαίνεται να βελτιώνεται, ή όταν δεν μπορούμε να δούμε και να αναγνωρίσουμε ότι άλλοι έλυσαν προβλήματα παρόμοια με τα δικά μας...παρεκτός βέβαια με τις συνήθεις μεθόδους του σαλιγκαριού, που μπορεί να φτάσει ως την κορυφή «με τα σάλια και τα κέρατα του».

β. Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η ανησυχητική σκέψη ότι καθένας είναι μοναδικός στη δυστυχία του, ότι ο καθένας, από μόνος του, έχει προβλήματα, σκέψεις, φαντασιώσεις και παρορμήσεις που είναι τρομακτικές ή απαράδεκτες, φυλάσσεται σαν εφτασφράγιστο μυστικό στα κοινωνικά στερεότυπα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι μπορεί να μην έχουν στην τσέπη τους παραπάνω από ένα πεντάευρω (το πολύ), όμως θα αποκρύψουν και το ίδιο το γεγονός, αλλά και το πως αισθάνονται εξ’αιτίας αυτού, με κάθε τρόπο από τον ευρύτερο κοινωνικό τους περίγυρο. Το κοινωνικό πρόβλημα έχει σαλαμοποιηθεί σε προσωπικό-ατομικό, ψυχολογικό εν πολλοίς πρόβλημα, ενώ κανείς δεν γνωρίζει πότε μερικά εκατομμύρια προσωπικά προβλήματα θα αποτελέσουν, επιτέλους, κοινωνικό-πολιτικό πρόβλημα. Η ακραία κοινωνική απομόνωση, η αλλοτρίωση, της μεταπολιτευτικής περιόδου που προηγήθηκε, προφανώς εξυπηρετεί και εντείνει αυτήν την αυξημένη αίσθηση της περίκλειστης ατομικότητας. Το κυρίως πρόβλημα όμως είναι, ότι ακριβώς αυτή η αίσθηση, δεν επιτρέπει την ανοιχτή αλληλεπίδραση και τη διάψευση των αισθημάτων της μοναδικής αποτυχίας που βιώνει ο καθείς από μόνος του. Ως εκ τούτου, μοιάζει ανέφικτη και η λειτουργία μιας πιθανής πηγής αρχικής ανακούφισης –και σε δεύτερο χρόνο αντίδρασης- μέσα από την μοιρασιά της κοινής δυστυχίας. «Η δυστυχία μπορεί να θέλει παρέα»... αλλά αυτό δεν αφορά το νεοελληνικό προσωπείο του... «ευτυχώς εμείς κάπως αντέχουμε ακόμη».  Το «όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε», ακούγεται περισσότερο σαν παρηγορητικός λόγος στον άλλο που έχει ήδη καεί και λιγότερο σαν πιστοποιητικό ενοποιητικής καθολικότητας του κοινωνικού προβλήματος. Φοβάμαι, ότι τα ξέφτια, ό,τι έχει απομείνει από τη μεταπολιτευτική ναρκισσιστική μουτσούνα, δεν μας επιτρέπουν καν να δούμε ότι είμαστε εξίσου χάλια με τους άλλους, ή ότι και οι άλλοι έχουν ιστορίες το ίδιο δυστυχισμένες όπως η δική μας, ή ότι και οι άλλοι έχουν αρκετές από τις ακραία επιθετικές σκέψεις και συναισθήματα που έχουμε κι εμείς.   

Η Καθολικότητα, με άλλα λόγια, ως συστατικό της Ελληνικής συλλογικότητας, φαίνεται ότι έχει περαιτέρω διαρραγεί. Αλλά όταν, σε μια συλλογικότητα, διαρρηγνύεται η Καθολικότητα, όταν οι άνθρωποι εκτιμούν ότι είναι οι μόνοι που «νιώθουν έτσι», ή οι μόνοι που «κατάντησαν έτσι», όταν περιορίζεται η ομοιογένεια της συλλογικότητας, τότε αυξάνεται δραματικά η ψυχική νοσηρότητα που συναρτάται με την απομόνωση και την αδυναμία αυτοαποκάλυψης. Με την έννοια αυτή, θα μπορούσαμε να περιμένουμε ραγδαία αύξηση των ψυχικών νοσημάτων των συναρτημένων με την διαπροσωπική αποξένωση, τη σεξουαλικότητα, τη ψυχογενή βουλιμία και κάθε διαταραχή σχετική με την εικόνα του σώματος κ.λπ.  Η ατομική δυστυχία είναι ικανή να κατακρεουργεί την εικόνα του εαυτού. Οι βιαιοπραγίες και η κακοποίηση των αδύναμων κοινωνικά ομάδων ή των αδύναμων μελών των ομάδων, στην οικογένεια, στο σχολειό, στη γειτονιά, στο δρόμο ή στην εργασία, θα είναι η λογική συνεπαγωγή.

Παρενθετικά, να επισημάνουμε ακόμη μια από τις αθέατες, αλλά οδυνηρές συνέπειες των Μνημονίων και της κατάρρευσης της Καθολικότητας. Τη ραγδαία αύξηση της Αντι-εξαρτητικότητας στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι, με βαθιές ανάγκες συσχέτισης -και για να αντεπεξέλθουν στις συνέπειες του Μνημονίου- συμπεριφέρονται αμυντικά, σαν να μην είχαν καθόλου ανάγκες σχέσης, καταλήγοντας να γίνουν φανατικοί αντίπαλοι ακόμη και της στοιχειώδους συναισθηματικής επαφής.

Η κατάρρευση της Καθολικότητας επηρεάζει, επίσης, πιο έντονα τα μέλη πολιτισμικών, αλλά και κάθε είδους, μειονοτήτων, που αισθάνονται πολύ περισσότερο αποκλεισμένα, επειδή, έτσι ή αλλιώς, έχουν ήδη διαφορετική στάση απέναντι στην προσωπική αυτο-αποκάλυψη, τη διαπροσωπική επικοινωνία και στην έκφραση συναισθημάτων. Αρκεί μόνο η αλματώδης αύξηση των κρουσμάτων επιθέσων σε βάρος ομοφυλόφιλων και τράνς στην τελευταία περίοδο για να αποδείξει τον ισχυρισμό. Αρκεί η τραγική στιγμή των ελληναράδων που με κίνητρο ένα δίευρω «έριξαν» έναν δύστυχο μετανάστη στο λιμάνι του Βόλου, «διασκεδάζοντας» τον θρυμματισμένο τους εαυτό με τον κίνδυνο της ζωής ενός ανήμπορου ανθρώπου.

γ. Η ΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΟΥ ΑΛΤΡΟΥΪΣΜΟΥ

Όταν τα περισσότερα μέλη μιας συλλογικότητας είναι αποκαρδιωμένα και τους διακατέχει μια αίσθηση ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα ή ότι δεν έχουν τίποτα το αξιόλογο να προσφέρουν ή ότι τίποτα δεν έχει νόημα,  θεωρούν τον εαυτό τους περίπου ως βάρος και αυτό άσχετα αν και οι ίδιοι το ομολογούν.   Η ανακάλυψη ότι μπορεί να είναι σημαντικοί για τους άλλους, θα μπορούσε να είναι μια αναζωογονητική εμπειρία που θα τόνωνε την ενοχοποιημένη αυτοπεποίθηση τους. Και αυτό πράγματι συμβαίνει στις οριακές εκείνες περιπτώσεις γνήσιας λειτουργίας του φαινόμενου του Αλτρουισμού, είτε με την αλληλεγγύη απέναντι στους μετανάστες, είτε με την ανυπόκριτη προσφορά απέναντι σε κοινωνικές ομάδες που πλήττονται πιο έντονα. Όμως, το σύστημα έχει προηγηθεί με την έντονη και χειραγωγική ενοχοποίηση του Λαού, αλλά και την πολλαπλή διάψευση των προσδοκιών, την αφαίμαξη της ελπίδας, που «επιτεύχθηκε» με την διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Έτσι κι αλλιώς, η ελληνική κοινωνία είχε εκπαιδευτεί στα χρόνια της μεταπολίτευσης, αλλά και πιο πριν, να θεωρεί ακόμη και την αλληλεγγύη ως μέρος μιας αμοιβαίας ακολουθίας δούναι και λαβείν και όχι ως στάση ζωής που έχει από μόνη της κάτι εγγενώς ωφέλιμο στη φάση του δοσίματος. Η ηθικοπλαστική προτενσταντίλα είχε βάλει κι εδώ το «κατηχητικό» χέρι της αμέσως μετά τον εμφύλιο. Γι’ αυτό άλλωστε, η εξουσιαστική σχέση ευεργέτη-ευεργετούμενου κυριαρχεί ακόμη και στις αριστερές «Αλληλεγγύες για Όλους» και ουδέποτε αμφισβητήθηκε στο φαντασιακό τους.  Φαίνεται έτσι, ότι ο Αλτρουϊσμός ως συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας, έχει εκπέσει σε έναν φτηνό φιλανθρωπισμό, που απλά φόρεσε την μικρο-πολιτική λεοντή του. Για λόγους χιουμοριστικούς και μόνο, επισημαίνω ότι αρμόδια σημερινή υπουργός Κοινωνικής Αλληλεγγύης είναι η κα Θεανώ Φωτίου, που από την εξουσιαστική θέση της Αντουαννέτας προτείνει στον λαουτζίκο τα γιαλαντζί γεμιστά της. Με τον τρόπο αυτό η Αλληλεγγύη, η Συναλληλία και ο Αλτρουϊσμός στρεβλώθηκαν από παράγοντες νοηματοδοτικούς της ανθρώπινης ύπαρξης, σε βαλβίδες εξαέρωσης της κοχλάζουσας κοινωνικής «χύτρας».

Ελάχιστοι είναι αυτοί που υποψιάζονται ότι αλτρουϊσμός είναι να δίνεις προτεραιότητα στις ανάγκες των άλλων, να ξεχνάς τον εαυτό σου και να σκέφτεσαι πως θα βοηθήσεις τους άλλους, να δίνεις ένα κομμάτι σου στον άλλο, να είσαι σημαντικός στη ζωή του άλλου. Αλλά πως να συμβεί αυτό σε μια κοινωνία που είχε, για δεκαετίες, ως κινητοποιό μότο της το μονολιθικό «να είσαι ο εαυτός σου και στ’ αρχίδια σου»;

Ας είμαστε ειλικρινείς: στην πραγματικότητα πίσω από τη δήλωση «δεν έχω τίποτα αξιόλογο να προσφέρω ή δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», κρύβεται  ο εγωκεντρικός οίκτος απέναντι στην πιθανότητα να δεχτούμε βοήθεια από κάποιον άλλο. Και αντίθετα, αυτό που στην πραγματικότητα λέει κάποιος όταν επαίρεται για «το πόσο αλληλέγγυος είναι στον συνάνθρωπο του», είναι ότι οικτίρει την προοπτική να βρεθεί στη θέση του.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο συνεπαγώμενο της στρέβλωσης του Αλτρουϊσμού. Πρόκειται για την περαιτέρω ενίσχυση της έλλειψης νοήματος και τη βύθιση σε μια νοσηρή απορρόφηση στον εαυτό. Μια καταναγκαστική ενδοσκόπηση, που οδηγεί σε περιγραφικές και καταγγελτικές διαπιστώσεις, δίχως κανέναν ουσιαστικό κίνδυνο για το συνολικό σύστημα. Γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια πλημμυρίσαμε από βαθυστόχαστες αναλύσεις και διαπιστωτικές καταγγελίες της πραγματικότητας μας. Όσο νιώθουμε ότι δεν καταφέρνουμε να γίνουμε σημαντικοί για τους άλλους, όσο δεν κατορθώνουμε να υπερβούμε τον εαυτό μας και να χαριστούμε σε κάποιον ή κάτι έξω από μας, τόσο το πολυπόθητο νόημα ζωής απομακρύνεται και το μόνο που μας απομένει είναι μια ψυχαναγκαστική επικριτική σκατοψυχιά και μια παιδική άσβεστη δίψα για αγάπη και αποδοχή.

δ. Η ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η συνεκτικότητα κάθε συλλογικότητας αναφέρεται εξ’ ορισμού στην έλξη που τα μέλη αισθάνονται προς τη συλλογικότητα γενικά και προς τα υπόλοιπα μέλη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία, ότι ειδικά στη μνημονιακή περίοδο, η «έλξη» αυτή προς τον τόπο, τα όποια ταυτοτικά του χαρακτηριστικά, αλλά και τους Έλληνες, έχει δεχτεί συστηματικά λυσσαλέα συκοφαντική και αποδομητική επίθεση, μέσα από την κυρίαρχη αφήγηση του νεοφιλελευθερισμού και των γνωστών εκφραστών του prota ο αgon, (his) Master Voice, Γλύφω κ.τ.λ. Προφανώς, είχε προηγηθεί ο ΓΑΠ, ο Σημίτης και η εκσυγχρονιστική τσογλανοπαρέα του, αλλά και η μηδενιστική συντροφιά των πανεπιστημιακών παρά τω Συριζα, που έβγαζαν φλύκταινες στο άκουσμα Έλληνας γιατί...εκείνοι ένιωθαν διαφωτισμένοι και (επιδοτημένοι) Ευρωπαίοι. 

Να γιατί τα περισσότερα μέλη της τρέχουσας νεοελληνικής συλλογικότητας, εμείς οι ίδιοι, δεν αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλο, ούτε λειτουργούμε με έναν στοιχειωδώς υποστηρικτικό τρόπο, ούτε τείνουμε να διαμορφώνουμε ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις. Γιατί η κοινωνική συνεκτικότητα έχει τρωθεί τόσο με την χρόνια απαξίωση της ίδιας, όσο και με την συστηματική περιφρόνηση προς τα μέλη της. Για δεκαετίες πριονίζαμε το δέντρο πάνω στο οποίο καθόμασταν μαγεμένοι από κάποιον ευρωπαϊκό δρυμό. Κι’ όταν, τελικά, ρίξαμε κάτω το δέντρο, αγανακτούμε που  ήρθαν αυτοί από τον δρυμό να το αγοράσουν κοψοχρονιά. Σε μια καλύτερη τιμή, μπορεί και να τα βρίσκαμε...

Μέσα στις συνθήκες αυτές, κανείς δεν μοιάζει πρόθυμος να εκφραστεί, να εξερευνήσει τον εαυτό του, να συνειδητοποιήσει ή και να ενσωματώσει κάποιες πλευρές του εαυτού του, που ως τώρα δεν αποδεχόταν και προσπαθεί να τη «βγάλει καθαρή», παριστάνοντας ότι δεν υπήρξαν ποτέ. Άλλωστε, ο εκπασοκισμός καλά κρατεί ακόμη στις κομματικές «συνειδήσεις».

Ακόμη χειρότερα, μέσα σε τέτοιες συνθήκες, έντονα επικριτικές και διόλου ανεκτικές,  η βαθύτερη συσχέτιση και σχέση με τον Άλλο, καθίσταται αδύνατη.

Η διάψευση που εισπράττεται σε προσωπικό επίπεδο από αυτή τη χαλάρωση της κοινωνικής συνεκτικότητας, φορτίζει επιπρόσθετα την ήδη ελλειμματική αυτοπεποίθηση και παράγει, εν τέλει, παθητικοποίηση και αδράνεια. Και να το πάλι, πως ξεπροβάλλει το «δεν έχει νόημα, ρε μαλάκα». Να’ τος ο φαύλος κύκλος του καναπέ, πολύ χειρότερος από την μνημονιακή σκοτοδίνη.

Μην έχετε καμιά αμφιβολία, ότι το νέο κύμα μετανάστευσης είναι επίσης συνέπεια της διάλυσης της κοινωνικής συνεκτικότητας και όχι μόνο της οικονομικής εξαθλίωσης. Κανείς δεν θέλει να συμμετέχει σε μια Ομάδα, όπου δεν νιώθει πια καμία έλξη, ούτε προς τα υπόλοιπα μέλη, αλλά και ούτε προς την ίδια την Ομάδα ως οντότητα.

Γιατί, ποιός μπορεί να πει, ειλικρινά, ότι νιώθει καλά που ανήκει στην νεοελληνική συλλογικότητα, ότι αισθάνεται ότι γίνεται αποδεκτός απ’ αυτήν ή ακόμη περισσότερο ότι μπορεί –έστω σε έναν στενό περίγυρο- να αποκαλύπτει πράγματα για τον εαυτό του που τον φέρνουν σε δύσκολη θέση και παρ’ όλα αυτά ο περίγυρος τον αποδέχεται; Ποιός μπορεί να υποστηρίξει ότι η νεοελληνική κοινωνία είναι στην πλειοψηφία της μια κοινωνία ανθρώπων με κατανόηση και αποδοχή;

Αυτή η συλλογικότητα «χυλός», παρουσιάζει μεγάλη συστημική αστάθεια, που επηρεάζει ανάλογα και τη συναισθηματική κατάσταση των μελών της, ενώ στραγγίζει τις όποιες δυνατότητες αυτοαποκάλυψης-ομολογίας των μελών και παρεμποδίζει την ανάληψη ρίσκου σε κάθε επίπεδο (οικονομικό έως προσωπικό συναισθηματικό). Καθιστά ακόμη αδύνατη την εποικοδομητική έκφραση των συγκρούσεων, ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο για την καταστροφική εκδήλωση, ακόμη και των μικρότερων αντιθέσεων. Ας μην εκπλαγούμε λοιπόν καθόλου, αν ξαφνικά από ένα περιθωριακό γεγονός, «ανοίξουν οι μύτες» που δεν «άνοιξαν με την ψήφιση του 3ου Μνημονίου».

Με την έννοια αυτή, και αν ακόμη υπάρχει καιρός, η αποκατάσταση των παραγόντων αυτών είναι υπαρξιακής σημασίας για το Λαό και τον Τόπο. Θα τολμούσα να πω, μεγαλύτερης σπουδαιότητας και από την οικονομική ανάπτυξη, την παραγωγική ανασυγκρότηση ή αυτήν την πολυπόθητη διαγραφή του Χρέους. Η Ενστάλλαξη της Ελπίδας, η αποκατάσταση της Καθολικότητας και του αληθινού Αλτρουϊσμού, μπορούν και πρέπει να είναι προταγματικά αιτήματα για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνικής Συνεκτικότητας, που θα μπορεί στη συνέχεια να διεκδικήσει με επιτυχημένο τρόπο όλα τα υπόλοιπα. Και αυτά, πριν σκοτωθούμε μεταξύ μας...   

Πηγή: thepressproject