Παρασκευή

Η μοναξιά του πάγκου


«Το ξέρω, παιδί μου.
Το σέντερ φορ είναι μόνο του μπροστά.
Και η ευθύνη της μεγάλης ήττας
τα ερωτηματικά της αντικατάστασης
οι συνέπειες της απαξίωσης
θα σε βαραίνουν πολλά άγρυπνα βράδια.
Μα εσύ μην στεναχωριέσαι.
Είσαι μικρός ακόμα
Μπορείς να περιμένεις την δεύτερη ευκαιρία.
Άλλωστε, στη μοναξιά του πάγκου γεννιούνται τα πιο όμορφα όνειρα»


Ωραία! O φίλος μου ο Χάρης, δεν είναι κανένας σπουδαίος ποιητής. Αλλά αυτό βρήκε να γράψει, όταν του έλεγα για εκείνο τον πατέρα, που τον είδα, Κυριακή απόγευμα στο γήπεδο του Κόκκινου Μύλου, να δακρύζει.

Και λίγο αργότερα -δίπλα μου καθότανε αυτός ο άγνωστος στην αρχή Κύριος- να κρύβει με τα χέρια του, ένα πρόσωπο που έκλαιγε γοερά.

«Μα, γιατί; Τι σας συμβαίνει; Μπορώ να βοηθήσω;» του είπα, αγκαλιάζοντας τον φιλικά στην πλάτη.

Είχα πάρει το θάρρος να τον ρωτήσω, αφού μαζί βλέπαμε ένα παιγνίδι παιδικού πρωταθλήματος.

Λίγο νωρίτερα, σχολιάζαμε τα γκολ που έπεφταν βροχή από την αντίπαλη ομάδα της Πετρούπολης και ρίχναμε την ευθύνη στην τρύπια άμυνα των δικών μας.

«Να, ο μικρός μου» απάντησε, δείχνοντας μου το παιδί που κάθονταν στον πάγκο των αναπληρωματικών.

Το σέντερ φορ είναι. Που το έβγαλε έξω ο προπονητής. Αλλά, βλέπεις και εσύ. Δεν πήρε μια πάσα της προκοπής. Μόνος του μπροστά βολόδερνε. Και να πεις ότι δεν μάρκαρε για να βοηθήσει την άμυνα; Ό,τι του είπε ο προπονητής, το έκανε. Θα βάλει πάλι τα κλάματα, μόλις γυρίσουμε σπίτι.

«Είναι ευαίσθητο παιδί, έτσι;» τον ρώτησα, μη μπορώντας να φανταστώ ότι -η εξομολογούμενη από τον πατέρα του- πιθανή αντίδραση του παιδιού, αλλά και η ίδια η συμπεριφορά του πατέρα που με ξένισε, θα έκρυβαν κάτι άλλο.

-Δεν του αρέσει η αδικία. Και χθες Σάββατο, που μοιράσανε στο σχολείο τα αριστεία, γύρισε στο σπίτι πάλι στενοχωρημένο. Το έχασε για 2/13. Το δώσανε σε ένα παιδί -τι φταίει βέβαια αυτό;- που τα παίρνει τα γράμματα με το ζόρι. Αλλά, βλέπεις, ο πατέρας του είναι Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων. Και κάθε λίγο και λιγάκι, πήγαινε στους Καθηγητές, ζητούσε αναθεώρηση των γραπτών, και παρακαλούσε για βαθμούς. Ε, του βάλανε τρεις βαθμούς παραπάνω στη Φυσική και πήρε το βραβείο.
   
Συνηθισμένη είναι η κοινωνία μας σε αυτές τις μορφές της μικροαδικίας. Ευνοούν, πάντα, κάποιον σε βάρος ενός άλλου.

Νομίζοντας, ότι αυτό το ξέσπασμα του -άγνωστου σε μένα- πατέρα είναι μια συνηθισμένη υπερβολή ενός γονιού -που η στέρηση ενός βραβείου στο παιδί του σε συνδυασμό με την αντικατάστασή του στο παιγνίδι, είχαν επίδραση σε ένα πιθανόν καταπιεσμένο θυμικό-, τον χτύπησα φιλικά στη πλάτη και του είπα:

«Μην στεναχωριέσαι, βρε αδελφέ. Παιδιά είναι. Έχουν το μέλλον μπροστά τους. Ένα χαμένο βραβείο ή μια παραγκώνιση σε ένα παιγνίδι, δεν είναι λόγος για να κλαις.»

«Έχεις δίκιο, φίλε» μου απάντησε, «αλλά να, αυτός ο πάγκος, αυτή η μοναξιά που νοιώθει το παιδί, αυτή η αδικία, μου θυμίζει εμένα. Έμεινα χωρίς δουλειά. Χωρίς να φταίω, χωρίς να έχω κάνει κάτι λάθος στη ζωή μου. Και τι μπορώ να κάνω, τώρα στα πενήντα;»

Γ.Κ.

(Αγαπητέ φίλε, πολύ ωραίο το κείμενο. Ο πάγκος του πατέρα είναι πιο δύσκολος από του γιου του. Γιατί, από μια ηλικία και μετά, αν σε πάρει η μπάλα, είναι δύσκολο να σηκώσεις πάλι κεφάλι. Πάντα για τον εαυτό μας κλαίμε, ακόμα κι όταν νομίζουμε πως κλαίμε για πρόσωπα αγαπημένα. Για εμάς κλαίμε. Να είστε καλά.)


Πηγή: pitsirikos